Αντιμέτωποι με την απόλυτη καταστροφή, βρίσκονται πάνω από 1.000 μετανάστες εργάτες γης κύρια Μπαγκλαντέζοι στη Νέα Μανωλάδα της, μετά την καταστροφική πυρκαγιά που ξέσπασε το μεσημέρι της Τρίτης στον καταυλισμό τους, γεγονός που επαναφέρει στο προσκήνιο τις άθλιες συνθήκες διαμονής τους, την ώρα που επίσης η εκμετάλλευσή τους χτυπάει “κόκκινο” στα χιλιάδες στρέμματα φράουλας και άλλων καλλιεργειών μεγαλοεπιχειρηματιών της ευρύτερης περιοχής.
Συγκεκριμένα, όπως έγινε γνωστό από την περιοχή, η φωτιά ξέσπασε λίγο πριν τις 12 το μεσημέρι, από άγνωστη αιτία. Εκείνη την ώρα, η πλειοψηφία των μεταναστών εργατών γης, βρίσκονταν στα χωράφια, εκτός από ελάχιστους που κύρια για λόγους υγείας παρέμεναν στα παραπήγματα διαμονής τους.
Πυκνοί, μαύροι καπνοί από το νάιλον που καιγόταν και άλλα εύφλεκτα υλικά ήταν ορατοί από πολύ μακριά, ενώ δημιουργήθηκε μεγάλος κίνδυνος και από τις φιάλες υγραερίου που εκρηγνύονταν. Πολλοί από τους μετανάστες εργαζόμενους, βλέποντας τους καπνούς από τα γύρω χωράφια κατέφυγαν στον καταυλισμό προκειμένου να περισώσουν ό,τι μπορούσαν.
Ολοκληρωτική καταστροφή…
Από την φωτιά, εκτιμάται ότι καταστράφηκαν σύμφωνα και με μαρτυρίες διαμενόντων στο χώρο, περίπου 50 παράγκες – παραπήγματα και 12 δωμάτια, όπου υπολογίζεται ότι διέμεναν περίπου 1.050 (!) μετανάστες εργάτες γης.
Από τη φωτιά κάηκε και χορτολιβαδική έκταση περίπου 4-5 στρεμμάτων και μπορεί η επέμβαση της Πυροσβεστικής να απέτρεψε την περαιτέρω εξάπλωσή της, ωστόσο, η ζημιά που προκλήθηκε για τους ίδιους τους μετανάστες εργαζόμενους, είναι ανυπολόγιστη.
Πολλοί με δάκρυα στα μάτια δεν μπορούσαν να πιστέψουν τι είχε συμβεί. Η φωτιά κατέστρεψε τα λιγοστά υπάρχοντά τους σε ρούχα, υποδήματα, κλινοσκεπάσματα, ακόμη και τρόφιμα και νερό, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζουν σήμερα και έντονο πρόβλημα ακόμη και για τη διατροφή τους. Μέσα σε λίγα λεπτά, έχασαν χρήματα, διαβατήρια, άδειες διαμονής και εργασίας, άλλα πολύτιμα έγγραφα, αλλά και κάθε είδος άμεσης ανάγκης για τη διαμονή τους.
«Δεν έχουμε ούτε νερό να πιούμε και δεν μπορούμε και να αγοράσουμε! Δεν έχουμε που να κοιμηθούμε, που γενικά να μείνουμε!», ανέφεραν ορισμένοι, με άλλους να σημειώνουν ότι έχασαν ό,τι μετά από χρόνια δουλειάς στην περιοχή. Άλλοι πάλι, ξέμειναν από κινητά τηλέφωνα, έχασαν εισιτήρια που είχαν αγοράσει με πολύ κόπο για να ταξιδέψουν στην πατρίδα τους…





