Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου δήλωσε χθες Δευτέρα πως η χώρα του θα αναλάβει τη «συνολική ευθύνη για την ασφάλεια» στη Λωρίδα της Γάζας επ’ αόριστον αφού τερματιστεί ο πόλεμος, προαναγγέλλοντας ουσιαστικά την επέκταση της ισραηλινής κατοχής και σε αυτά τα παλαιστινιακά εδάφη.
Ερωτηθείς κατά τη διάρκεια συνέντευξης που παραχώρησε στο αμερικανικό τηλεοπτικό δίκτυο «ABC News» ποιος θα αναλάβει τη διακυβέρνηση του παλαιστινιακού θύλακα μετά τον πόλεμο, ο Νετανιάχου απάντησε: «Αυτοί που δεν θέλουν να συνεχίσουν στον δρόμο της Χαμάς».
«Το Ισραήλ θα αναλάβει, επ’ αόριστον, τη συνολική ευθύνη για την ασφάλεια» στον παλαιστινιακό θύλακα, πρόσθεσε. «Καθώς είδαμε τι γίνεται όταν δεν την έχουμε. Όταν δεν έχουμε την ευθύνη για την ασφάλεια, βλέπουμε την έκρηξη της τρομοκρατίας της Χαμάς σε κλίμακα που δεν μπορούσαμε να φανταστούμε», επέμεινε.
Στην ίδια συνέντευξη, απέρριψε για ακόμη μια φορά την ιδέα να κηρυχθεί κατάπαυση του πυρός στη Λωρίδα της Γάζας εάν προηγουμένως δεν έχουν αφεθεί ελεύθεροι οι όμηροι. «Δεν θα υπάρξει κατάπαυση του πυρός, γενική κατάπαυση του πυρός στη Γάζα, χωρίς απελευθέρωση των ομήρων», είπε, την ίδια ημέρα που ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες απηύθυνε εκ νέου έκκληση να τερματιστεί «ο ανθρωπιστικός εφιάλτης στη Γάζα», που έχει μετατραπεί σε «νεκροταφείο παιδιών».
«Υποθέτω πως θα εξετάσουμε τις συνθήκες για να επιτραπεί αγαθά -ανθρωπιστικά αγαθά- να εισέλθουν ή οι όμηροί μας να φύγουν. Αλλά δεν νομίζω πως θα υπάρξει γενική εκεχειρία», επανέλαβε ο πρωθυπουργός Νετανιάχου. «Αυτό θα εμπόδιζε τις προσπάθειές μας για να φύγουν οι όμηροι, καθώς το μοναδικό πράγμα που έχει αποτέλεσμα όταν πρόκειται για αυτούς τους εγκληματίες, για τη Χαμάς, είναι η στρατιωτική πίεση που ασκούμε».
Νωρίτερα χθες, ο Οσάμα Χαμντάν, ανώτερο στέλεχος της Χαμάς, είπε πως η παλαιστινιακή οργάνωση θα παραμείνει στη Λωρίδα της Γάζας και δεν θα αποδεχθεί να σχηματιστεί «κυβέρνηση του Βισύ», παραπέμποντας στο δοσιλογικό γαλλικό καθεστώς την περίοδο της ναζιστικής κατοχής κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
(Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ, «Al Jazeera», BBC)



