Βρεθήκαμε την πρώτη μέρα του Συνεδρίου και ανταλλάξαμε τηλέφωνα. Συναντηθήκαμε ένα βροχερό απομεσήμερο τις πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη. Εκεί ο Δημήτρης Τζουμάκης, ηθοποιός, μου έδωσε την πρώτη του συνέντευξη. Γιατί είναι αλήθεια, πως δεν έχει δώσει συνέντευξη. Πουθενά! Και η πρώτη του συνέντευξη φιλοξενείται από το alt.gr
Μιλήσαμε πάνω από δυο ώρες. Για θέατρο, μουσική, πολιτική. Μου μίλησε για τη ζωή του, για τις εμπειρίες του από το χώρο της δουλειάς του. Ο φιλόξενος χώρος του καφενείου, πλημμυρισμένος από τη μουσική του Μίκη, που μόλις είχε «φύγει», άκουσε τα πάντα. Ο Δημήτρης Τζουμάκης στο alt.gr.
Γεννήθηκες στο Βόλο, εκεί μεγάλωσες τελείωσες το σχολείο και αποφάσισες να κατέβεις στην Αθήνα. Μίλησέ μου γι’ αυτά τα χρόνια.
Γεννήθηκα στο Βόλο. Τότε τα χρόνια ήταν αλλιώς. Όταν παίζαμε, δεν πήγαινε το άλλο παιδί να πει «Μαμά με χτύπησε ο Γιάννης». Λύναμε τις διαφορές μόνοι μας. Οπότε μεγαλώσαμε διαφορετικά, δεν προστατευτήκαμε ποτέ. Στην αλάνα παίζαμε όλα τα παιδιά. Και ξύλο και χαρές και όλα.
Στη Δευτέρα δημοτικού είδα την ταινία Μπαρμπαρόσα. Μου άρεσε πάρα πολύ. Από τότε μάλλον μπήκε μέσα μου το μικρόβιο να γίνω ηθοποιός. Όμως, δεν είπα σε κανέναν τίποτα. Πήγα σε δυο γυμνάσια, κανείς δεν ήξερε τι ήθελα να κάνω.
Ειδικά στο γυμνάσιο μου έλεγαν διάφορα, όπως, «τί άνθρωπος είσαι εσύ, με πατέρα κομμουνιστή» και άλλα τέτοια. Και στο πρώτο γυμνάσιο και στο δεύτερο, ώσπου με έδιωξαν και πήγα στο γυμνάσιο της Νέας Ιωνίας, το ξύλινο γυμνάσιο, όπου και τελείωσα. Σε κάποιες παραστάσεις που κάναμε στο σχολείο, ουδέποτε συμμετείχα. Σε καμία παράσταση. Μούγκα. Κάτι με ρωτούσαν, τι θα γίνω και τους έλεγα καλόγερος. Τότε πηγαίναμε και κάναμε και τα παπαδάκια. Μας έδιναν ένα χαρτζιλίκι και πηγαίναμε. Εξάλλου πήγαιναν εκεί όλες οι παρέες.
Παρακαλούσα να τελειώσει η μέρα, να ξημερώσει η επόμενη για να πάω σχολείο, να τελειώσει η χρονιά, να μπορέσω να κατέβω στην Αθήνα να σπουδάσω ηθοποιός. Με το τέλος του σχολείου ήρθα στην Αθήνα, πήγα στη δραματική σχολή ρώτησα έμαθα τι χρειάζεται, αλλά δε με πέρασαν. Η αλήθεια είναι πως δεν είχα κάποια ιδιαίτερη παιδεία. Μόνο κινηματογράφο και θερινό σινεμά πιο πολύ. Ρώτησα και μου είπαν πως χρειάζεται να πω ένα ποίημα, ένα κείμενο από το κλασσικό ρεπερτόριο που ήταν δύσκολο. Δεν είχα κάποια γνώση. Βέβαια, τότε διαβάζαμε. Διαβάζαμε πολύ. Ακόμη και στο σχολείο. Κι εγώ είχα διαβάσει πολύ. Όλο το Λουντέμη και Οστρόφσκι, το βιβλίο του «Πως δενότανε τ’ ατσάλι». Πήρα λοιπόν το ποίημα και ένα κείμενο αρχαίας τραγωδίας. Εγώ πήρα τον Αγαμέμνονα.
Πριν συνεχίσω με την εξέταση, έχω να σου πω κάτι που μου έκανε εντύπωση. Μεταξύ των διαγωνιζομένων, υπήρχαν αρκετά παιδιά που οι γονείς τους είχαν ένα άλλο μορφωτικό επίπεδο. Καθηγητές, καθηγητές πανεπιστημίου κλπ. Όλοι αυτοί απέτρεπαν τα παιδιά τους να γίνουν ηθοποιοί. Υπήρχε η τάση να θεωρούνται τα κορίτσια που ασχολούνται με το θέατρο πως είναι ελαφρών ηθών. Και αυτό τους το έλεγαν οι ίδιοι οι γονείς, αποτρέποντάς τα. Αυτό μου έκανε εντύπωση.
Σε αντίθεση με αυτούς, ο Τζουμάκης, ο πατέρας μου, ξέρεις τι μου είπε;
«Έλα εδώ αγόρι μου. Τέλειωσες, κάτι θα κάνεις. Θα μου πεις; Να το μάθω κι εγώ;»
Σκέφτηκα λοιπόν, εγώ, αφού θα πληρώνεις, πρέπει να το μάθεις. Από ποιον θα έπαιρνα χρήματα να περάσει ο μήνας;
«Θα γίνω ηθοποιός πατέρα»
«Το θέλεις πολύ;»
«Ναι, το θέλω πολύ»
Μου δίνει μια στον ώμο και μου λέει
«Άει στο καλό»
Αυτό μου είπε ο πατέρας μου, ο τσοπάνος. Και έκανα τη σύγκριση με τους γονείς που είχαν δέκα πτυχία, που απέτρεπαν τα παιδιά τους να γίνουν ηθοποιοί. Γιατί φοβόντουσαν ότι θα γίνουν ομοφυλόφιλοι ή πόρνες.
Και πριν φύγω ένα πράγμα μου είπε. «Ο σεβασμός δε χαρίζεται. Ποτέ. Κατακτιέται. Αν είσαι μάγκας, να τον κατακτήσεις». Αυτή ήταν η συμβουλή του.
Μετά πήγα στη γιαγιά. Μου έδωσε δυο κατοστάρικα και φεύγοντας μου είπε: «Α, Τάκη μου! Άειντε και στον τοίχο!», δηλαδή στον κινηματογράφο!
Πάμε πάλι στην εξέταση του Εθνικού. Είπα ένα ποίημα του Παλαμά και μετά έπρεπε να πω τον Αγαμέμνονα.
Κάτω στην επιτροπή ήταν ο Μινωτής, η Παξινού και άλλα μεγάλα ονόματα, μεταξύ αυτών και ο Χορν. Με ρώτησαν τι θα πω και απάντησα τραγωδία. Μια φορά είχα δει αρχαίο θέατρο. Άρχισα να λέω το μονόλογο. Κάτω από όλους τους εξεταστές, ακουγόταν μια μουρμούρα. Παρά τη μουρμούρα, εγώ συνέχιζα. Κάποια στιγμή με σταμάτησαν.
«Τι μας λες;» με ρώτησαν.
Τους εξήγησα ότι είχα επιλέξει να πω ένα απόσπασμα από Άμλετ και από το αρχαίο θέατρο Αγαμέμνονα. Όμως το μονόλογο του Αγαμέμνονα τον έλεγα στα αρχαία. Και για το λόγο αυτό με κόψανε.
Εγώ δε σταμάτησα να κυνηγάω το όνειρό μου. Τότε οι σχολές ήταν τρεις τέσσερις. Τώρα είναι χιλιάδες.
Δεν άφησα το χρόνο να χαθεί και γράφτηκα στη Σχολή Βαφειά. Κάποια χρόνια αργότερα έμαθα πως ο Χορν ευχαριστιόταν να ακούει Σαίξπηρ στα αγγλικά! Αυτή ήταν η αντίδραση της υπέρ-ελίτ. Και πέρασε μαθητής που απήγγειλε υπέροχα στα αγγλικά.
Τελείωσα τη σχολή το 1968 και παρουσιάστηκα στην Κόρινθο. Μετάθεση το χειμώνα για Κιλκίς. Στρατόπεδο ΚΑΜΠΑΝΗ. Στο χρόνο πάνω, με απόσπαση πήγαμε Θεσσαλονίκη. Είμαστε μαζί με τον Σοφοκλή Πέππα, τον Ψάλτη για ένα χρόνο. Στο χρόνο πάνω με καλούν πάλι γιατί εκεί μας είχαν στείλει χωρίς χαρτιά. Επέστρεψα στο Κιλκίς. Εκεί κάναμε παρέα με έναν κιθαρίστα. Στη μονάδα είχαμε διοικητή ο οποίος δεν τιμωρούσε με μέρες φυλάκισης ή κράτησης. Τιμωρούσε με ΕΣΣΟ. Έλεγε δηλαδή, τι έκανες; Αυτό. Μια ΕΣΣΟ πίσω ή δυο ΕΣΣΟ πίσω ή και τρεις ΕΣΣΟ πίσω. Ο τύπος ήταν ανεκδιήγητος. Ο υποδιοικητής ήταν ένας άνθρωπος χαμηλών τόνων. Αυτός μου έδωσε άδεια δυο μέρες για να πάω στο Βόλο. Για ένα χρόνο δεν είχα πάει στο Βόλο. Με την επιστροφή μου από την άδεια, ενώ όλοι πήγαιναν σκοπιά στα πυρομαχικά, εγώ και ο κιθαρίστας δεν πηγαίναμε. Μετά κατάλαβα ότι εμάς δε μας ήθελαν να πηγαίνουμε σκοπιά εκεί.
Είχα έναν ανθυπολοχαγό διοικητή λόχου, που όποτε έμπαινε υπηρεσία, με καλούσε στο γραφείο του για να συζητήσουμε για τέχνη, για μουσική κλπ. Το επόμενο πρωί με έβγαζε αναφορά. Σχεδόν δυο φορές την εβδομάδα μου έριχνε από 5 μέρες φυλακή. Κάθε φορά τον ρωτούσα γιατί το κάνει αυτό, αλλά απάντηση δεν έπαιρνα. Και τέλος έφαγα και μια τρίμηνη φυλάκιση για το μπάσκετ. Είχαμε φτάσει στον τελικό και αν κερδίζαμε θα παίρναμε τιμητική άδεια.
Συζητήσαμε με τους αντιπάλους μας που ήταν δυνατοί και τους είπαμε να μην παίξουν δυνατά για να τους κοντράρουμε και να καταφέρουμε να κερδίσουμε το παιχνίδι. Γιατί θα παίρναμε 15 μέρες άδεια ο καθένας. Σε μια ανάπαυλα εκνευρίστηκα και σηκώθηκα και έφυγα. Μεγάλο λάθος. Βγήκα έξω. Με βλέπει ένας ανθυπολοχαγός του είπα τι έγινε. Με είδε όμως κι ένας ταγματάρχης και μου είπε να βγω στην αναφορά γιατί είχα βγει από το ματς. Επειδή ήξερα πως θα έτρωγα μεγάλη καμπάνα, πιάνω τον ανθυπολοχαγό και του ζήτησα να πει πως οι ίδιος με έβγαλε από το παιχνίδι, γιατί αλλιώς θα με έστελνε μια ΕΣΣΟ πίσω. Συμφώνησε να πει πως με έβγαλε από το παιχνίδι αυτός.
Βγαίνω στην αναφορά και αναφέρω ότι είχα να αναφέρω. Μετά καλεί τον ανθυπολοχαγό και είπε πως εγώ σηκώθηκα κι έφυγα μόνος μου. Και φυσικά μου ρίχνει μια καμπάνα απίστευτη! Τρεις ΕΣΣΟ πίσω! Με όλα αυτά έκανα θητεία σχεδόν 4 ετών, από το 1968 μέχρι το 1972!
Γιατί επέλεξες να γίνεις ηθοποιός και όχι κάτι άλλο, ας πούμε δικηγόρος ή μηχανικός;
Δεν ξέρω γιατί. Διαβάζαμε μικροί πολλά περιοδικά. Διάβαζα Μικρό Ήρωα, ήθελα να κάνω πολλά πρόσωπα. Δεν ξέρω. Μου άρεσε. To έφτιαχνα μέσα μου. Αλλά δεν είπα ποτέ και σε κανένα ότι θα γίνω ηθοποιός. Εδώ θα σου πω και μια προσωπική ιστορία γιατί οι μεγαλύτεροι στην παρέα εμένα με προστάτευαν. Από μικρός, αντιμετώπιζα άλλη συμπεριφορά από τους μεγαλύτερους, γιατί ήμουν «ο γιός του Σωτήρη». Αργότερα, τελειώνοντας το σχολείο, έμαθα την ιστορία, γιατί αυτή η συμπεριφορά και ο σεβασμός. Ήταν πέντε φίλοι, ο πατέρας μου άλλοι τέσσερις. Κάποια στιγμή τους έπιασαν. Αν μιλούσαν ο ένας φίλος και ο πατέρας μου, θα τους τελείωναν όλους. Ο ένας από την παρέα ήταν ρουφιάνος, κουρέας στο επάγγελμα. Μετά από όλα όσα έγιναν, ο πατέρας μου εξακολουθούσε να πηγαίνει για κούρεμα σε αυτόν τον άνθρωπο. Κάποια στιγμή ρώτησα τον πατέρα μου γιατί πηγαίνει σε αυτόν για κούρεμα, αφού εξ αιτίας του τους είχαν πιάσει και τον είχαν στείλει ακόμη και στην Σαμοθράκη. Κι η απάντηση του πατέρα μου: «Αγόρι μου, μήπως ήξερε τι έκανε;»…
Σε είδαμε σε πολλές πετυχημένες σειρές στην τηλεόραση. Ποια θεωρείς ότι είναι η πιο σημαντική στιγμή σου στο γυαλί;
Πρωτόπαιξα στο Συμβολαιογράφο. Μετά κάναμε τα Λαυρεωτικά, στη συνέχεια το Έγκλημα και Τιμωρία. Το κάθε σίριαλ τότε ήταν υπόθεση δική μας, καθαρά δική μας. Και αυτό που λέω πάλι λίγο είναι. Να φανταστείς στα Λαυρεωτικά είμαστε 70-80 άτομα και ναι μεν υπήρχε ενδυματολόγος που μας έλεγε τι θα φορέσουμε, αλλά το πώς θα ντυθούμε το κάναμε μόνοι μας. Εντελώς μόνοι μας. Για το συγκεκριμένο σίριαλ, τα δυο πρώτα επεισόδια ήταν ασπρόμαυρα και μετά γυρίζονταν έγχρωμα. Μας έπαιρναν με λεωφορεία από εδώ και μας πήγαιναν στο Λαύριο. Στο 4ο ή 5ο επεισόδιο, μαθαίνουμε πως έχουν γκρεμίσει το άγαλμα του Σερπιέρη. Το είχαν μαυρίσει. Και αυτό συνέβη γατί ενώ τον θεωρούσαν σπουδαίο, μετά το 4ο επεισόδιο κατάλαβαν τι μέρος του λόγου ήταν και αφού το μαύρισαν το γκρεμίσανε. Τι χαρά ήταν αυτή! Στη σειρά εκείνη όλο το καστ των ηθοποιών ήταν εξαιρετικό. Βοηθός σκηνοθέτη ήταν ο Γιώργος ο Μιχαηλίδης. Με αυτή τη σειρά κάναμε πραγματικά τέχνη. Γιατί όπως μου αρέσει να λέω, μεγάλος ζωγράφος ο Νταλί, αλλά η κοινωνία χρειάζεται τον Πικάσο. Ακόμα και τον Βαν Γκογκ όταν βλέπω τους Πατατοφάγους. Ποιον να θαυμάσω; Αυτόν που χάρισε ελέφαντα στα γενέθλια της γυναίκας του;
Στη μεγάλη οθόνη;
Εδώ είχα το περιθώριο να διαλέγω τι θα κάνω. Καταρχήν έχω ξεκαθαρίσει πως σε ότι παράγει φασισμό, δε συμμετέχω.
Η σπουδαιότερη δουλειά μου στον κινηματογράφο είναι μια ταινία ενός νέου σκηνοθέτη του Αλέξη Αλεξίου. Ένα εξαιρετικό παιδί, σεμνό, που δεν αντιλέγει. Που συζητά και ζητά τη γνώμη όλων των ειδικών και το αποτέλεσμα της δουλειάς του είναι το κάτι άλλο. Πάνω στη δουλειά του είναι εξαιρετικός. Η ταινία αυτή λέγεται Τετάρτη 04:45. Η ταινία απέσπασε το βραβείο των Ελλήνων κριτικών στο 56ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Επίσης, συμμετείχε στο διαγωνιστικό τμήμα του Tribeca Film Festival της Νέας Υόρκης. Στην 7η τελετή απονομής των βραβείων της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου που έλαβε χώρα στις 28 Μαρτίου 2016, η ταινία απέσπασε εννέα βραβεία, μεταξύ των οποίων αυτό της Καλύτερης Ταινίας, της Σκηνοθεσίας και του Α’ Ανδρικού Ρόλου.
Παράλληλα με όλα αυτά ασχολήθηκες και με τα ΔΗΠΕΘΕ;
Θα είμαι ειλικρινής. Δε συμμετείχα πολύ στα ΔΗΠΕΘΕ. Όμως έγινε πολύ καλή δουλειά. Εκεί γύρω στο 1976 με 1977 γνωριστήκαμε με κάποιους ανθρώπους που τους απασχολούσε η Τέχνη με καθηγητές πανεπιστημίου, για να φέρουμε το θέατρο στα Γιάννενα. Με τον Οργανισμό Ηπειρωτικού Θεάτρου.
3500 άνθρωποι ήρθαν στην παράσταση Τζιώτικο Ραβαΐσι του Δεπάστα. Και αυτό ήταν το συγκινητικό. Οι άνθρωποι απορούσαν, ρωτούσαν να μάθουν. Αλλά όπου και αν πήγαμε, είχαμε κόσμο. Ο κόσμος διψούσε να μάθει, να δει, να γνωρίσει. Είχαμε τη βοήθεια και του Βρόντζου.
Στο ΔΗΠΕΘΕ αυτό που μου έχει μείνει είναι η αθρόα προσέλευση του κοινού σε οποιαδήποτε μορφής παραγωγή, κάτι που δείχνει την ανάγκη των ανθρώπων για την τέχνη. Ο κόσμος στην επαρχία διψά για καλό θέατρο, αγκάλιασε την προσπάθεια. Δεν περπάτησε όπως έπρεπε γιατί τα πάθη ακόμη ήταν μεγάλα. Είναι αλήθεια πως άξιζε όλη αυτή η προσπάθεια.
Από την άλλη οι παράγοντες βρήκαν την ευκαιρία να διορίσουν δικούς τους ανθρώπους, βάζοντας στην άκρη την ανάγκη του λαού για το θέατρο. Εκμεταλλεύτηκαν την ανάγκη του λαού της επαρχίας για θέατρο και υποτιμήθηκε.
Το 1978 γύρισα πίσω στην Αθήνα. Είχα άλλη μια συμμετοχή στο Δήμο Περιστερίου, που είχαμε ανεβάσει τους Αχαρνείς.
Ο Πολιτισμός χτυπήθηκε βάναυσα από την πανδημία, όπως βλέπουμε όλοι μας. Τι προβλέπεις για το επόμενο διάστημα; Με την προϋπόθεση ότι όλα θα εξελιχτούν ομαλά και δε θα έχουμε άλλο κλείδωμα.
Κοίταξε. Αν αγκαλιάσουμε όλοι ένα μπαλόνι, δε σκάει. Γιατί το μπαλόνι παραμορφώνεται. Σκάει με μια βελόνα. Όλοι αυτοί που μας κυβέρνησαν κατάφεραν να μας γεμίσουν ενοχές. Τη δεκαετία 2000-2010 φάγαμε όλοι μας ένα κιλό κρέας παραπάνω και μας έβγαλαν την ψυχή. Εμείς πτωχεύσαμε τη χώρα. Ας μου πει κάποιος από όλους εμάς που δουλέψαμε τόσα χρόνια ποιος κατάφερε να πάρει σπίτι χωρίς δάνειο.
Μέσα σε ένα χρόνο διαλύθηκαν τα πάντα. Οι ηθοποιοί πλέον δουλεύουν με ωράρια και φυσικά οι μισοί ΔΕΝ πληρώνονται. Καταλαβαίνω τα νέα παιδιά. Βλέπεις έναν εργαζόμενο έχει άδεια άσκησης επαγγέλματος κι εγώ ως ηθοποιός δεν έχω. Πάνε και κρύβουν τις Καρυάτιδες και δε μου επιτρέπουν να βλέπω το κάλλος. Και για κάθε τι που συμβαίνει μιλάνε πως κάνουν γνωστή την Ελλάδα μας. Λες και αν κάνει ένας αθλητής μια νίκη γίνεται γνωστή η Ελλάδα. Γιατί δυστυχώς οι άνθρωποι που έχουν δημόσιο λόγο δεν ξέρουν να μιλήσουν. Εμφανίζονται στα κανάλια και λένε ότι τους κατέβει στο κεφάλι. Γιατί εγώ ξέρω τι έλεγε ο Γκαίτε για την Ελλάδα, τι έχουν πει τόσοι και τόσοι φιλόσοφοι για την Ελλάδα. Η Ελλάδα είναι η πρωτεύουσα του κόσμου κι εμείς η επαρχία της, είχαν πει.
Και καθόμαστε και ακούμε τον κάθε απίθανο τι θα πει από τα κανάλια και τα ραδιόφωνα. Έχουν επιβάλλει νέα πρότυπα. Τι θα πει ένας ποδοσφαιριστής. Ένας οποιοσδήποτε. Έχουμε φτάσει να αντικαταστήσουμε τους ανθρώπους με τα ζώα. Ζώα συντροφιάς. Είναι συντροφιά μου ο σκύλος η γάτα. Μα έχεις τον άντρα σου τη γυναίκα σου, τα παιδιά σου.
Είσαι ενεργός στην πολιτική. Πάντα μάχιμος, μαχητικός.
Είμαι πολιτικό όν πάνω από όλα. Είναι η ψυχή μου. Και όλη αυτή η ιστορία με την πανδημία που οι άνθρωποι σταμάτησαν να εργάζονται έδειξε πόσο κυνικοί είναι οι άνθρωποι. Αλλά αυτό δεν είναι σημερινό φαινόμενο. Συμμετείχα στις συνελεύσεις από την αρχή. Πάντοτε ήμουν παρών. Το 1988 επί ΠΑΣΟΚ, με τον Γιαννόπουλο υπουργό εργασίας, που είχε πει «Ή το ΠΑΣΟΚ ή οι ηθοποιοί» και μας τσάκισαν στο ξύλο. Ξύλο και δακρυγόνα. Δε θα ξεχάσω τα δακρυγόνα που μας έριξαν επίσης όταν είχε έρθει ο Κλίντον. Τόσα πολλά! Μάλιστα είχε πέσει κάτω ένας μεγάλος άνθρωπος δίπλα μου κι έκανα να τον σηκώσω και δε μπορούσα να αναπνεύσω. Δεν είχα δυνάμεις. Εκείνη τη νύχτα δε θα την ξεχάσω από τα πολλά δακρυγόνα. Αλλά δεν τους νοιάζει. Δεν τους νοιάζει ο λαός.
Έχω παρατηρήσει πως όποτε αναφέρεσαι στη νεολαία συγκινείσαι.
Ε, βέβαια! Είναι δυνατόν; Νέος άνθρωπος, τα φτερά! Πόσες δυσκολίες βάζουν σε αυτά τα παιδιά; Και μόνο δυσκολίες. Πόσα μυαλά έχουν χαθεί, έχουν φύγει στο εξωτερικό!
Συνεχίζεις να εργάζεσαι;
Ναι! Και μάλιστα έχω στα σκαριά να ανεβάσω τρία μονόπρακτα. Αναζητώ χώρο και πολύ σύντομα θα μπορώ να πω περισσότερα.
Θέλεις κάτι άλλο να προσθέσεις;
Δεν έχω κάτι άλλο να πω! Νομίζω είπαμε πολλά!
Συνέντευξη – Επιμέλεια: Γιάννης Αγγέλου



