Tο εν λόγω σχέδιο νόμου θα αποτελέσει «ένα ακόμα προπαγανδιστικό εργαλείο» της κυβέρνησης, τόνισε ο βουλευτής του ΚΚΕ, Χρήστος Κατσώτης, μιλώντας σήμερα στην Επιτροπή Κοινωνικών Υποθέσεων της Βουλής για τα άρθρα του νομοσχεδίου του υπουργείου Εργασίας που έχει τον ψευδεπίγραφο τίτλο «ενίσχυση της εφαρμογής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία ή για εργασία ίσης αξίας και λοιπές διατάξεις», με το οποίο ενσωματώνεται σχετική ευρωνεωσιακή οδηγία στην ελληνική νομοθεσία.
Ο Χρ. Κατσώτης εξήγησε πως η οδηγία της ΕΕ δεν επιδιώκει την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων, αλλά την ενίσχυση των ευρωπαϊκών μονοπωλίων στον διεθνή ανταγωνισμό. Εξήγησε πως με το νομοσχέδιο βαθαίνει η εκμετάλλευση των εργαζομένων προς όφελος των επιχειρηματικών ομίλων, διότι μειώνονται οι κλαδικοί μισθοί στα όρια του κατώτατου. Συμπλήρωσε πως «ο νόμος της εκμετάλλευσης είναι αυτός που διαιωνίζει αυτό το χάσμα των αμοιβών», λέγοντας πως το πρόβλημα αυτήν τη στιγμή είναι οι άθλιοι μισθοί που παίρνουν όλοι οι εργαζόμενοι και αναγκάζονται να κάνουν δυο και τρεις δουλειές για να ανταποκριθούν στα έξοδά τους και στην κάλυψη ακόμα και βασικών αναγκών τους.
Σε σχέση με όσα προβλέπει το νομοσχέδιο, ο βουλευτής του ΚΚΕ σημείωσε ότι προκειμένου να ενσωματωθεί η οδηγία στην ελληνική νομοθεσία τροποποιείται ο Κώδικας Εργατικού Δικαίου. Συγκεκριμένα, ανέφερε μια σειρά νέους ορισμούς που εισάγονται στο νομοσχέδιο και αποτελούν εργαλεία «που διαμορφώνονται από την εργοδοσία με βάση τους δείκτες της κάθε επιχείρησης και χωρίς συγκεκριμενοποίηση απαιτούμενων όρων, αλλά και με προφανείς τους κινδύνους που ελλοχεύουν οι αναφορές στο επίπεδο αμοιβής, συνεργασία ίσης αξίας σε εργαζόμενους που εκτελούν όμοια εργασία ή εργασία ή της αξίας». Διευκρίνισε, μάλιστα, ότι στο νομοσχέδιο ορίζεται ρητά πως «οι κατηγορίες αυτές των εργαζομένων δημιουργούνται από τον ίδιο τον εργοδότη ή απορρέουν από ισχύουσες Συλλογικές Συμβάσεις».
Για το άρθρο 6 και την αρμοδιότητα του εργοδότη να αποφασίζει με ποια κριτήρια δήθεν θα απαγορεύεται η διάκριση αμοιβών με βάση στοιχεία που θα αντλεί από την επιχείρησή του και θα επεξεργάζεται, έκανε λόγο «για διάταξη με ισοπεδωτική αντίληψη που διαγράφει τα κοινωνικά κριτήρια και τις ιδιαίτερες ανάγκες των γυναικών». Ακόμα, στο ίδιο άρθρο προβλέπεται η λειτουργία Κέντρου Υποστήριξης προς εργοδότες με λιγότερους από 250 εργαζόμενους, ώστε να διευκολύνεται τάχα η συμμόρφωση των επιχειρήσεων με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη συγκεκριμένη διάταξη. Για το άρθρο 9 κατήγγειλε ότι δεν λαμβάνονται καθόλου υπόψη τα κοινωνικά κριτήρια και οι ιδιαίτερες ανάγκες του γυναικείου οργανισμού και της προστασίας της μητρότητας. Ο Χρ. Κατσώτης στηλίτευσε και τη δυνατότητα που χορηγείται στον εργοδότη μέσω του άρθρου 10 να μην χορηγεί στοιχεία, επικαλούμενος, μάλιστα, οποιοδήποτε πρόσχημα, ενώ την ίδια στιγμή θα μπορεί να απαιτεί αποζημίωση από τους εργαζομένους τους και τους εκπροσώπους τους, για τους οποίους προβλέπεται καθεστώς εμπιστευτικότητας και εχεμύθειας αναφορικά με τους μισθούς.
Μιλώντας για το άρθρο 11, ο Χρ. Κατσώτης ανέφερε πως αυτό «προάγει πανηγυρικά το ιδεολόγημα του κοινωνικού εταιρισμού, αφού οι εργοδότες και εργαζόμενοι θα προβαίνουν σε κοινή αξιολόγηση των αμοιβών. Προτάσσει την υπηρεσιακή αρχαιότητα εργαζομένων στην επιχείρηση ως κριτήριο για την εκπροσώπηση των εργαζομένων. Εισάγει νέα αντιδραστικά κριτήρια για την εκπροσώπηση των εργαζομένων». Χαρακτήρισε την εν λόγω ρύθμιση «εξαιρετικά επικίνδυνη» και κάλεσε την κυβέρνηση να την αλλάξει άμεσα. Αναφερόμενος ειδικά στην πρόβλεψη ότι η ακαθάριστη ετήσια αμοιβή θα εξετάζεται «ως άθροισμα όλων των στοιχείων», δηλαδή λαμβάνοντας υπόψη τον βασικό μισθό, τα συμπληρωματικά και μεταβλητά στοιχεία συνολικά και την αντίστοιχη ακαθάριστη ωριαία αμοιβή για κάθε ενεργό εργαζόμενο, ο Χρ. Κατσώτης τόνισε ότι κάτι τέτοιο ενέχει κινδύνους για τους εργαζόμενους, δεδομένης της δυνατότητας του εργοδότη να κρύψει στοιχεία, ειδικά σε ό,τι αφορά πληρωμές σε είδος, συνδυαστικά και με την τραγική υποστελέχωση της Επιθεώρησης Εργασίας και την αδυναμία να πραγματοποιηθούν οι απαραίτητοι έλεγχοι.
Καυτηρίασε, στη συνέχεια, το άρθρο 14 και την ανάθεση σε «κοινωνικούς εταίρους» της διασφάλισης της ισότητας στην αμοιβή μέσα από κοινωνικούς διαλόγους με το υπουργείου, υπενθυμίζοντας πως η «κοινωνική συμφωνία της ντροπής» μεταξύ ΣΕΒ-κυβέρνησης-ελεγχόμενου εκατομμυριούχου εργατοπατέρα της ΓΣΕΕ Παναγόπουλου ήταν αποτέλεσμα τέτοιων στημένων διαλόγων και ξεκαθαρίζοντας ότι η πείρα έχει αποδείξει πως τα δικαιώματα των εργαζομένων κερδίζονται με αγώνες. Το άρθρο 20 για απαγόρευση καταγγελίας ή λύσης της σχέσης εργασίας για ενέργειες σχετικά με την αρχή ισότητας αμοιβής τόνισε πως είναι «κενό γράμμα», ακριβώς γιατί με ευθύνη της κυβέρνησης ο εργοδότης δεν υποχρεούται να αιτιολογήσει μία απόλυση, ενώ προειδοποίησε ότι η εμπλοκή άλλων φορέων, θα οδηγήσει σε «διάχυση και μετακίνηση της ευθύνης» και σε νέα εμπόδια για έναν εργαζόμενο να προσφύγει δικαστικά για περιπτώσεις παραβιάσεων των διατάξεων του νομοσχεδίου.
Ο Χρ. Κατσώτης στάθηκε και στα άρθρα σχετικά με την Επιθεώρηση Εργασίας. Συγκεκριμένα, για το 26 και τη σύσταση ενός ακόμα Τμήματος, υπενθύμισε τα σοβαρά προβλήματα υποστελέχωσης και υποχρηματοδότησης που αντιμετωπίζει η συγκεκριμένη Υπηρεσία, ενώ για το άρθρο 27 ανέδειξε ότι η Επιθεώρηση αν και τυπικά είναι η αρμόδια για την έκβαση διαφορών σχετικά με μισθολογικές διακρίσεις, ωστόσο δεσμεύεται από το πόρισμα του Συνηγόρου του Πολίτη, λέγοντας πως κάτι τέτοιο αποδεικνύει ότι η κυβέρνηση εμπαίζει με το συγκεκριμένο νομοσχέδιο τους εργαζόμενους.
Για το άρθρο 36 και την άδεια αναψυχής διευθυντικών στελεχών, ο βουλευτής του ΚΚΕ αποκάλυψε ότι η εν λόγω διάταξη έρχεται «γιατί η εργοδοσία έχει βάλει στο στόχαστρο τις άδειες όσων έχουν δηλωθεί εικονικά ως διευθυντές». Για το άρθρο 39 και την πρακτική άσκηση μαθητών, ο Χρ. Κατσώτης κατήγγειλε ότι η κυβέρνηση ακόμη δεν έχει προχωρήσει σε απαραίτητες προσλήψεις εκπαιδευτικών στις σχολές της ΔΥΠΑ.
Κάλεσε, τέλος, για τις συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις την κυβέρνηση να αποδεχθεί το πόρισμα Μπεχράκη, σύμφωνα με το οποίο, πρέπει να ενταχθούν όλες οι ειδικότητες και να καταβληθούν οι ασφαλιστικές εισφορές με ευθύνη της κυβέρνησης.
Προκλητικό νομοσχέδιο που επιτίθεται ξανά στον εργάσιμο χρόνο
Νωρίτερα πραγματοποιήθηκε συνεδρίαση της Επιτροπής με την παρουσία φορέων που τοποθετήθηκαν πάνω στο νομοσχέδιο. Στο πλαίσιο της ακρόασης φορέων, το νομοσχέδιο κατήγγειλαν τόσο η πρόεδρος της Ομοσπονδίας Ιδιωτικών Υπαλλήλων Ελλάδας (ΟΙΥΕ) Ντίνα Γκογκάκη, όσο και η πρόεδρος της Ομοσπονδίας Γυναικών Ελλάδας (ΟΓΕ) Κωνσταντίνα Τσότρα.
Συγκεκριμένα, η Ντ. Γκογκάκη στάθηκε στη διεύρυνση του καταλόγου των επιχειρήσεων που προέβλεπε ο νόμος Γεωργιάδη να λειτουργούν Κυριακές και αργίες. Τόνισε ότι και με αυτό το νομοσχέδιο επιδιώκεται το ξήλωμα της κυριακάτικης αργίας, κάνοντας κόλαση τη ζωή των εργαζομένων στο όνομα της ικανοποίησης των συμφερόντων των επιχειρηματικών ομίλων.
«Είναι πραγματικά προκλητικό σε ένα νομοσχέδιο που υποτίθεται, όπως λέτε, ότι αποτελεί βήμα για την αντιμετώπιση των μισθολογικών ανισοτήτων μεταξύ ανδρών και γυναικών, να εξαπολύετε μία ακόμα επίθεση στον εργάσιμο χρόνο», ανέφερε χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι τέτοιες επιλογές ανοίγουν τον δρόμο για άνοιγμα καταστημάτων 52 Κυριακές/χρόνο, κατάργηση της προσαύξησης και καθορισμό της Κυριακής ως κανονικής εργάσιμης μέρας.
Δεδομένων των παραπάνω, η Ντ. Γκογκάκη απαίτησε να αποσύρει άμεσα αυτό το απαράδεκτο άρθρο, προειδοποιώντας την κυβέρνηση ότι αν δεν ικανοποιήσει το συγκεκριμένο αίτημα, τότε θα βρει απέναντί της τους εργαζόμενους στο Εμπόριο, οι οποίοι απεργούν στις 19 Ιούλη για κατοχύρωση της κυριακάτικης αργίας, ενώ κλιμακώνουν και τον αγώνα τους για υπογραφή ΣΣΕ με αυξήσεις σε μισθούς, δουλειά με δικαιώματα και μέτρα υγείας και ασφάλειας. Σε αυτό το πλαίσιο κατήγγειλε την κατάπτυστη κοινωνική συμφωνία μεταξύ κυβέρνησης-ΣΕΒ-ελεγχόμενου προέδρου της ΓΣΕΕ Παναγόπουλου «που ενσωματώνει όλους τους αντεργατικούς νόμους, εξασφαλίζει συλλογικές συμβάσεις κομμένες και ραμμένες στα μέτρα των επιχειρηματικών ομίλων, για να μη θίγεται η ανταγωνιστικότητα και η κερδοφορία τους, κρατώντας κλαδικούς μισθούς στα κατώτερα επίπεδα».
Υπογράμμισε πως οι εργαζόμενοι δεν έχουν ανάγκη από «έναν ακόμα νόμο που στο όνομα της ίσης μεταχείρισης και των ίσων ευκαιριών για τα δύο φύλα, ενσωματώνει αντιδραστικές κατευθύνσεις της ΕΕ με στόχο την εξίσωση μισθών και συνολικά των δικαιωμάτων ανδρών και γυναικών προς τα κάτω», φέρνοντας και μια σειρά παραδείγματα από την εργοδοτική αυθαιρεσία που υφίστανται εργαζόμενοι, όπως στα «Notos», στα ΙΚΕΑ, στη Φύλαξη και στην Καθαριότητα.
«Οι εργαζόμενοι με τα σωματεία τους, με τους αγώνες τους έχουν κάνει σαφές ότι δε συμβιβάζονται με αυτή την άθλια κατάσταση που τους έχετε επιβάλει. Δεν περιμένουν σωτήρες. Διεκδικούν όλα όσα σήμερα έχουν ανάγκη για να εργάζονται και να ζουν με αξιοπρέπεια. Και σε αυτό το δρόμο θα συνεχίσουμε», τόνισε στο τέλος.
Οι εργαζόμενες να πάρουν θέση στη μάχη ενάντια στην πολιτική που ισοπεδώνει τους μισθούς και τη ζωή τους
Η Κ. Τσότρα, από πλευράς της, ανέδειξε την αντιδραστική κατεύθυνση, στην οποία κινείται το νομοσχέδιο, καθώς «προωθεί την ατομική διαπραγμάτευση των όρων μισθού και εργασίας των εργαζομένων και διατρέχεται από μια ισοπεδωτική αντίληψη που διαγράφει τις ιδιαίτερες ανάγκες των γυναικών».
Ειδικότερα, κατήγγειλε το γεγονός ότι το μισθολογικό χάσμα υπολογίζεται με μέσους όρους και επίπεδα που «δεν αντανακλούν την πραγματική ανισοτιμία μεταξύ γυναικών και ανδρών στην εργασία και τη ζωή», ενώ αποσιωπούνται πλήρως οι πραγματικές αιτίες των υπαρκτών μισθολογικών ανισοτήτων, όπως οι εργασιακές σχέσεις-λάστιχο και η υποαπασχόληση, οι διαφοροποιήσεις ανά κλάδο ανάλογα και με την ειδίκευση του γυναικείου εργατικού δυναμικού, οι συχνότερες και μεγαλύτερες διάρκειας διακοπές του εργάσιμου βίου των γυναικών λόγω της στρεβλής αντίληψης ότι η μητρότητα και η φροντίδα της οικογένειες αποτελεί ατομική υπόθεση.
Η Κ. Τσότρα στηλίτευσε την αντιλαϊκή στρατηγική που έχουν διαμορφώσει διαχρονικά κυβερνήσεις-ΕΕ, ενισχύοντας την «κανονικότητα της γυναικείας ανισοτιμίας» στη σημερινή καπιταλιστική εκμεταλλευτική κοινωνία. Σημείωσε πως και η σημερινή κυβέρνηση προωθεί στο όνομα της εναρμόνισης επαγγελματικής-οικογενειακής ζωής ελαστικές εργασιακές σχέσεις, δουλειά με ημερομηνία λήξεις, κατάργηση της κυριακάτικης αργίας και τηλεργασία, με αποτέλεσμα να απογειώνεται η εντατικοποίηση και ο απλήρωτος εργάσιμος χρόνος προς όφελος των επιχειρηματικών ομίλων. Πρόσθεσε ότι στο όνομα της δήθεν ισότητας έχουν κατεδαφιστεί μια σειρά κατακτήσεις και δικαιώματα για τις γυναίκες, όπως η άρση της κατάργησης της νυχτερινής εργασίας για τις βιομηχανικές εργάτριες και η πενταετής διαφορά στην ηλικία συνταξιοδότησης.
Ξεκαθάρισε πως με το σχέδιο νόμου δεν εξασφαλίζεται αύξηση των πενιχρών μισθών των γυναικών, αλλά καθήλωση του μέσου μισθού τους σε χαμηλότερα επίπεδα, διευκρινίζοντας πως η περιβόητη «μισθολογική διαφάνεια δεν θα αλλάξει την αύξηση-κοροϊδία στον κατώτατο μισθό», ενώ δεν θα δώσει και καμία ανάσα ενάντια στην ακρίβεια και την εμπορευματοποίηση μιας σειράς αναγκών. Σε αυτό το πλαίσιο, αναφέρθηκε στην αποκαλυπτική έκθεση του Ευρωκοινοβουλίου για το μισθολογικό χάσμα γυναικών-ανδρών, η οποία ομολογούσε κυνικά ότι αυτό «κόστισε στην ΕΕ 390.000.000.000 ευρώ το 2023 λόγω της απώλειας εισοδημάτων και κοινωνικών εισφορών και του κόστους από άποψη δημοσίων δαπανών λόγω των παροχών κοινωνικής ασφάλισης που έλαβαν οι άνεργες γυναίκες».
Επομένως, υπογράμμισε πως η πραγματική αγωνία κυβέρνησης-ΕΕ αφορά τη βελτίωση της κερδοφορίας και της ανταγωνιστικότητας των επιχειρηματικών ομίλων και για αυτό κάλεσε τις εργαζόμενες «να πάρουν τη θέση τους στη μάχη ενάντια στην πολιτική που από τη μία ισοπεδώνει τους μισθούς και τη ζωή τους και από την άλλη υπόσχεται μισθολογική διαφάνεια» και «να στρατευτούν στον οργανωμένο συλλογικό αγώνα για σταθερή εργασία με σταθερό ωράριο 7ωρο-5ήμερο-35ωρο, για μέτρα προστασίας του γυναικείου οργανισμού και της μητρότητας, για αυξήσεις στους μισθούς και υπογραφή συλλογικών συμβάσεων».



