Ο πραγματικός ένοχος για την ακρίβεια

Ακρίβεια - οικονομία - καπιταλιστική κρίση

Του Γρηγόρη ΛΙΟΝΗ*

«Να πάρω και φέτα;». «Καλύτερα άστην, έχει φτάσει 11 ευρώ το κιλό». Διάλογοι τέτοιου τύπου είναι πλέον καθημερινότητα για τη μεγάλη λαϊκή πλειοψηφία, που αδυνατεί να καλύψει ακόμα και στοιχειώδεις πλευρές της καθημερινότητάς της. Έτσι, αναγκάζεται να κάνει αλλαγές και περικοπές σε είδη διατροφής, να σταματήσει μια σειρά δραστηριότητες, να κάνει ουσιαστικές εκπτώσεις στην καθημερινότητά της. Η λεγόμενη «ακρίβεια» αποτελεί πλέον κυρίαρχο θέμα για πλατιά εργατικά – λαϊκά στρώματα σε ολόκληρη την Ελλάδα, αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο. Γύρω από το μέτωπο της ακρίβειας τα αστικά κόμματα «κονταροχτυπιούνται»… Η ΝΔ προσπαθεί να εμφανίσει ότι επιχειρεί να περιορίσει την ακρίβεια για τον λαό, επιμένοντας ωστόσο στο ότι είναι περιορισμένες οι ικανότητές της να το κάνει, αφού «είναι διεθνές πρόβλημα», ενώ ΣΥΡΙΖΑ – ΠΑΣΟΚ ασκούν κριτική στην κυβέρνηση για την ανικανότητά της να αντιμετωπίσει το πρόβλημα.

Ακρίβεια, μισθοί, φόροι και λαϊκό εισόδημα

Πρώτα και κύρια, το ζήτημα της ακρίβειας ΔΕΝ αφορά αποκλειστικά τις υψηλές τιμές που έχουν τα εμπορεύματα και οι υπηρεσίες. Αφορά τη σχέση που έχουν οι τιμές με το διαθέσιμο λαϊκό εισόδημα.

Ας σκεφτούμε το πραγματικό παράδειγμα που μεταφέρθηκε από έναν ιδιοκτήτη καταστήματος εστίασης. Έλεγε ότι μια παρέα τριών Νορβηγών τουριστών πλήρωσε 105 ευρώ το πρωί στο κατάστημά του, «πίνοντας μπίρες και τσιμπώντας ελαφρά». Η ίδια παρέα ξαναπήγε το απόγευμα, γιατί το κατάστημα τους φάνηκε πολύ φθηνό, κάτι που οφείλεται στο ότι ο μέσος καθαρός μισθός στη Νορβηγία είναι 3.300 ευρώ μηνιαίως.

Έτσι, οι τιμές είναι υψηλές ή χαμηλές πάντα σε σχέση με το διαθέσιμο εισόδημα. Και το διαθέσιμο εισόδημα των μισθωτών προκύπτει από το μέγεθος των μεικτών αποδοχών, από το ύψος φόρων και ασφαλιστικών εισφορών, αλλά και από το εύρος των δαπανών που είναι λίγο – πολύ αναγκαστικές. Επίσης, το πραγματικό λαϊκό εισόδημα καθορίζεται και από τη συμμετοχή στην αγορά εργασίας, το μέγεθος της ανεργίας, την εποχιακή απασχόληση κ.ά. Ο μέσος μισθός που ανακοινώνει η στατιστική υπηρεσία αφορά τον μέσο μισθό πλήρους απασχόλησης. Μια λαϊκή οικογένεια όπου ο ένας από τους δύο είναι άνεργος ή απασχολείται περιστασιακά, έχει ένα συνολικό ετήσιο εισόδημα μικρότερο και ενίοτε πολύ μικρότερο από 33.000 ευρώ (2 άτομα x 14 μισθοί το άτομο x 1.176 ευρώ τον μισθό)… Ακόμα κι έτσι, ο μέσος μισθός στην Ελλάδα είναι μικρότερος από τον μέσο μισθό το 2008 και από τους μικρότερους στην ΕΕ (μικρότερο μέσο μισθό έχουν μόνο η Πολωνία, η Ρουμανία, η Ουγγαρία και η Βουλγαρία). Τη δεκαετία 2009 – 2019, με μια σειρά από νομοθετικές ρυθμίσεις, με τις μειώσεις στον κατώτατο μισθό, το πάγωμα των τριετιών, τη μείωση της υπερωριακής αμοιβής, την απελευθέρωση των απολύσεων και πολλά άλλα, ο μέσος μισθός μειώθηκε δραστικά και οι μειώσεις αυτές παραμένουν.

Το διαθέσιμο εισόδημα καθορίζεται επίσης από το ύψος φόρων και ασφαλιστικών εισφορών. Το εισόδημα μισθωτών και αυτοαπασχολούμενων φορολογείται με εξοντωτικούς φορολογικούς συντελεστές ήδη από πολύ μικρά εισοδήματα, με τους αυτοαπασχολούμενους να φορολογούνται από το πρώτο ευρώ. Οι δε ασφαλιστικές εισφορές έχουν αυξηθεί δραστικά την τελευταία δεκαετία, λόγω της εφαρμογής αλλεπάλληλων ασφαλιστικών μεταρρυθμίσεων από ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ. Μισθωτοί, αυτοαπασχολούμενοι και συνταξιούχοι καταβάλλουν το 95% των φόρων, με το μεγάλο κεφάλαιο να καταβάλλει μόλις το 5%.

Η πρώτη παράμετρος στο πρόβλημα της ακρίβειας σχετίζεται λοιπόν με την τεράστια επίθεση στο εργατικό – λαϊκό εισόδημα την οποία ενορχήστρωσαν όλα τα κόμματα την προηγούμενη δεκαετία.

Οι αυξήσεις των τιμών των εμπορευμάτων

Η δεύτερη παράμετρος που καθορίζει την «ακρίβεια» είναι φυσικά οι σημαντικές αυξήσεις στις τιμές των εμπορευμάτων την τελευταία τριετία, ο λεγόμενος «πληθωρισμός». Σε μια μεγάλη σειρά από εμπορεύματα οι τιμές τους έχουν αυξηθεί σε ένα ποσοστό που κυμαίνεται μεταξύ 30% – 50% σε σχέση με τις τιμές που είχαν το 2020, και σε ορισμένες περιπτώσεις το υπερβαίνει. Πολύ μεγάλες αυξήσεις εμφανίζονται για παράδειγμα στα ενοίκια, ειδικά στο κέντρο των πόλεων και κοντά στη θάλασσα, στην Ενέργεια, σε μεγάλη γκάμα από τρόφιμα, στο κόστος διασκέδασης – αναψυχής – τουρισμού κ.λπ.

Οι άμεσες αιτίες που κρύβονται πίσω απ’ αυτές τις αυξήσεις συγκροτούν ένα ολόκληρο πλέγμα που θυμίζει την «τέλεια καταιγίδα»:

  • Η κυριαρχία μονοπωλιακών ομίλων στην πώληση τροφίμων και σε κλάδους της εγχώριας και διεθνούς οικονομίας πιέζει τις τιμές προς τα πάνω και εξασφαλίζει γιγαντιαία κέρδη σε όλη την ΕΕ (π.χ. από το βρεφικό γάλα μέχρι τη βενζίνη).
  • Η πολύ υψηλή άδικη έμμεση φορολογία, που στην Ελλάδα είναι ακόμα πιο βαριά, για να διασφαλιστούν τα «ματωμένα πλεονάσματα» (π.χ. πάνω από το 50% της τιμής των καυσίμων).
  • Η πολιτική της ΕΕ, αρχικά με τον φτηνό δανεισμό και την «αύξηση» της παροχής χρήματος, και στη συνέχεια με τη στροφή σε υψηλότερα επιτόκια, συνιστά μία από τις αιτίες αύξησης των τιμών. Η αύξηση της παροχής χρήματος οδήγησε σε πληθωρισμό, ενώ στη συνέχεια η αύξηση των επιτοκίων εκτίναξε το κόστος δανεισμού, επιβαρύνοντας τους δανειολήπτες και επιδρώντας και στα ενοίκια.
  • Η προώθηση της πολιτικής της ΕΕ για την «απελευθέρωση της αγοράς» και την «πράσινη μετάβαση» οδηγεί σε ενεργειακή ακρίβεια σε όλη την ΕΕ. Η τεράστια διείσδυση των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα την τελευταία πενταετία έχει αποφασιστική επίδραση στο ύψος της τιμής της Ενέργειας. Το τεράστιο κόστος του εισαγόμενου LNG, ειδικά του LNG που μεταφέρεται με πλοία, οδηγεί σε ακόμα μεγαλύτερη τιμή ηλεκτρικής ενέργειας. Ο πόλεμος ΝΑΤΟ – Ρωσίας και το εμπάργκο στη ρωσική Ενέργεια οδήγησαν σε νέο γύρο αύξησης της τιμής της Ενέργειας. Τώρα οι ενεργειακοί όμιλοι ετοιμάζονται για νέο γύρο κερδοφορίας, με την πλήρη επαναφορά της «ρήτρας αναπροσαρμογής», την άμεση σύνδεση της τελικής τιμής που πληρώνει το λαϊκό νοικοκυριό με τις διακυμάνσεις του Χρηματιστηρίου Ενέργειας.
  • Το εμπάργκο και η πανάκριβη Ενέργεια έχουν εκτινάξει τις διεθνείς τιμές των λιπασμάτων (διπλασιασμός της τιμής σε σχέση με το 2020), ειδικά των νιτρικών, που συνιστούν μεγάλο κομμάτι του αγροτικού κόστους, συμπαρασύροντας τις τιμές του γάλακτος και του κρέατος.
  • Παράλληλα, η «πράσινη μετάβαση» της ΕΕ οδηγεί σε μεγάλες αυξήσεις των τιμών και σε άλλους κλάδους, πρακτικά σε όλους. Τα «πράσινα» εμπορεύματα είναι πολύ ακριβότερα από τα παραδοσιακά και η σταδιακή κυριαρχία τους πιέζει δραστικά τις τιμές προς τα πάνω. Για παράδειγμα, τα «πράσινα» αυτοκίνητα, και ειδικά τα ηλεκτρικά, είναι πρακτικά απλησίαστα από τα εργατικά – λαϊκά στρώματα. Το κόστος των μεταφορών έχει αυξηθεί δραστικά λόγω της «πράσινης μετάβασης», της επιβολής τελών διοξειδίου του άνθρακα, της αναγκαστικής αλλαγής των μεταφορικών μέσων σε πιο «πράσινα» κ.ά.

Οι παραπάνω παράγοντες πρακτικά επιδρούν στη διαμόρφωση αυξανόμενων τιμών εμπορευμάτων στην ΕΕ και σε ολόκληρο τον κόσμο. Στην ουσία οι αυξημένες τιμές αντανακλούν την «πράσινη μετάβαση», τον πόλεμο και την ίδια τη νομοτελειακή εξέλιξη του καπιταλισμού προς μια αυξανόμενη συγκέντρωση κεφαλαίου.

Στη διαμόρφωση υψηλών τιμών στην εγχώρια οικονομία επιδρά η πολιτική της εξωστρέφειας, που διαφήμισε ο ΣΥΡΙΖΑ και συνέχισε η ΝΔ, ενώ υπερθεματίζει και το ΠΑΣΟΚ. Η αύξηση του μεριδίου των εξαγωγών, ειδικά στα τρόφιμα, αντικειμενικά σπρώχνει τις τιμές προς τα πάνω, αφού τα ποιοτικά ελληνικά τρόφιμα – λάδι, φέτα κ.α. – πωλούνται σε διεθνείς τιμές, πολύ υψηλότερα από τις τιμές που είχαν μέχρι πρότινος εγχώρια. Παράλληλα η εκτίναξη του τουρισμού, ειδικά στην Αττική και στα νησιά, έχει καταστήσει απαγορευτικές τις τιμές σε πολλά εμπορεύματα που καταναλώνονται και από τους τουρίστες.

«Ακρίβεια» και κέρδος

Τα παραπάνω φωτογραφίζουν πως τελικά η λεγόμενη ακρίβεια δεν είναι ούτε φυσικό φαινόμενο, ούτε αποτέλεσμα κάποιας «ιδεοληψίας» ή λαθεμένων διαχειριστικών επιλογών της μίας ή της άλλης κυβέρνησης. Δεν είναι ούτε εισαγόμενη, ούτε αποτέλεσμα της κυβερνητικής πολιτικής. Δεν είναι μονοδιάστατο αποτέλεσμα του «υπερβολικού κέρδους», όπως υποστήριξε μέχρι και η Λαγκάρντ.

Η ακρίβεια για τα εργατικά – λαϊκά στρώματα είναι αποτέλεσμα των χαμηλών μισθών προς όφελος των κερδών των ομίλων, της πολιτικής της ΕΕ και της αστικής τάξης για την «πράσινη μετάβαση», της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ, της πολιτικής ΝΑΤΟ – ΕΕ και των πολέμων που φέρνει, της πολιτικής της εξωστρέφειας που αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της αστικής πολιτικής στη χώρα μας. Τελικά η ακρίβεια είναι ένα ακόμα πρόσωπο της αύξησης του βαθμού εκμετάλλευσης που έχει ανάγκη το κεφάλαιο τόσο στη χώρα μας όσο και διεθνώς, η άλλη πλευρά της ίδιας της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Ο φτηνότερος εργάτης, η σχετική εξαθλίωση της εργατικής τάξης, εκφράζεται και με την ακρίβεια.

Γι’ αυτό και η πραγματική αντιμετώπιση της ακρίβειας δεν χωρά μέσα στο πλαίσιο του καπιταλισμού. Μόνο ο σοσιαλισμός, η εργατική εξουσία, η κατάργηση του κέρδους, ο επιστημονικός κεντρικός σχεδιασμός, θα οικοδομήσει μια κοινωνία στην οποία οι ανάγκες του εργαζόμενου ανθρώπου θα είναι στο προσκήνιο.

Η διαπίστωση αυτή φωτογραφίζει άλλωστε και το πώς πρέπει να κινηθεί το εργατικό λαϊκό κίνημα. Να φωτίσει τις πραγματικές της αιτίες, και τον πραγματικό αντίπαλο, το κεφάλαιο και την εξουσία του, αντιπαλεύοντας κάθε λογής θεωρίες «φτιασιδώματος» του καπιταλισμού, να αντιπαλέψει τις συνέπειες της αστικής πολιτικής, με το επεξεργασμένο πλαίσιο πάλης του ΚΚΕ, που μεταξύ άλλων περιλαμβάνει την υπεράσπιση του λαϊκού εισοδήματος με αυξήσεις στους μισθούς, στις συντάξεις και στις κοινωνικές παροχές, Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, διεύρυνση του αφορολόγητου και επαναφορά του και για τους αυτοαπασχολούμενους, κατάργηση του ειδικού φόρου κατανάλωσης στην Ενέργεια και του ΦΠΑ στα είδη πλατιάς λαϊκής κατανάλωσης, δραστική μείωση του ενεργειακού κόστους κ.ά.

*Ο Γρηγόρης Λιονής είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ και υπεύθυνος του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ

Δείτε ακόμα...