Όχι σε όλα τα ναρκωτικά, Σκληρά- Μαλακά- Υποκατάστατα

Ναρκωτικά-Χάπια

Η ιστοσελίδα ALT.GR συνάντησε τη Μαρίνα Παπαδιώτη ψυχολόγο και εργαζόμενη στο Κέντρο Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας «ΦΑΕΘΩΝ», των Δήμων Ιλίου, Πετρούπολης, Καματερού-Αγ. Αναργύρων.

Συζήτησε μαζί της για τα ναρκωτικά, τις κοινωνικές ομάδες που είναι ευάλωτες στη χρήση τους, τα μέτρα πρόληψης, το διαχωρισμό σε «μαλακά και σκληρά», τη νομιμοποίηση της κάνναβης, καθώς και ότι το πρόβλημα των ναρκωτικών είναι μεγάλο κοινωνικό πρόβλημα που έχει την αντανάκλασή του και στο χώρο των Ενόπλων Δυνάμεων. Για το λόγο αυτό ξεκινάμε τη συζήτησή μας με ερώτηση για το χώρο των Ενόπλων Δυνάμεων.


Υπάρχει συνεργασία μεταξύ των κέντρων πρόληψης και του στρατού; Αν όχι με ποιον τρόπο θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί; Πώς θα μπορούσε να είναι αποτελεσματική;

• Έχουν πραγματοποιηθεί κάποια προγράμματα πρόληψης στις Ένοπλες Δυνάμεις, στο πλαίσιο του Μνημονίου Συναντίληψης και Συνεργασίας κατά της Ουσιοεξάρτησης μεταξύ Υπουργείου Εθνικής Άμυνας και Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης / ΟΚΑΝΑ.

Ο στρατός αποτελεί έναν σημαντικό σταθμό στη ζωή ενός νέου και μια φάση ζωής κατά την οποία υπάρχουν αυξημένες ανάγκες προσαρμογής σε ένα καινούργιο και συχνά στρεσογόνο και απαιτητικό περιβάλλον.

Η στρατιωτική θητεία, είναι συχνά μια μεταβατική περίοδος, η οποία σηματοδοτεί τη μετάβαση από την εφηβεία στην ενηλικίωση κάτω από ιδιαίτερες ψυχοπιεστικές συνθήκες. Γι αυτό είναι σημαντικό να πραγματοποιούνται προληπτικές παρεμβάσεις ώστε ο νέος να μην καταφύγει στη χρήση ουσιών και να υποστηριχθεί ψυχολογικά για να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες στη διάρκεια της θητείας του και να αναπτύξει προσωπικές και κοινωνικές δεξιότητες.

Σε αυτό το πλαίσιο, μπορούν να πραγματοποιηθούν:

  • Ενημερωτικές-επιμορφωτικές συναντήσεις για τις ουσίες και τις επιβλαβείς συνέπειές τους
  • Ευαισθητοποίηση στην αιτιολογία της τοξικοεξάρτησης και των εξαρτητικών συμπεριφορών γενικότερα
  • Ευαισθητοποίηση στη φιλοσοφία και το έργο της πρόληψης
  • Ενίσχυση αυτοεκτίμησης,
  • Ανάπτυξη επικοινωνιακών και διαπροσωπικών δεξιοτήτων.

Τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων μπορούν να λειτουργήσουν υποστηρικτικά μέσω ευαισθητοποίησης ή εκπαίδευσης, ώστε να μπορούν να διαχειρίζονται τις περιπτώσεις χρήσης και εξάρτησης στο πλαίσιο του στρατού με κατάλληλες και αποτελεσματικές παρεμβάσεις.

Θα δανειστώ τη διατύπωση του Φοίβου Ζαφειριάδη για την Πρόληψη:

«Πρόληψη των ναρκωτικών και άλλων ψυχοκοινωνικών προβλημάτων είναι η αγάπη, η ανθρωπιά, η αλληλεγγύη, η φιλία και η υποχώρηση των ατομικών συμφερόντων μπροστά στο συλλογικό καλό».

Η τέχνη της Πρόληψης δεν είναι επάγγελμα.

Είναι τέχνη ζωής που προϋποθέτει για την άσκησή της Πίστη, Ανθρωπιά και πορεία, Αυτογνωσία.

Στρατιώτες σε «σκηνάκια»
Φώτο Αρχείου / Πηγή: EUROKINISSI

Τι είναι τα κέντρα πρόληψης. Ποιος ο ρόλος της και ποια είναι η κατάσταση που επικρατεί στους φορείς; Είναι επαρκή σε προσωπικό κι εξοπλισμό για να επιτελέσουν το έργο τους;

Τα Κέντρα πρόληψης των εξαρτήσεων και προαγωγής της ψυχικής υγείας είναι δομές που σχεδιάζουν και πραγματοποιούν υπηρεσίες πρόληψης και στελεχώνονται από επαγγελματίες ψυχικής υγείας και ανθρωπιστικών επιστημών (ψυχολόγους, κοινωνιολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς, κοινωνικούς ανθρωπολόγους).

Στην Ελλάδα σήμερα λειτουργούν 75 Κέντρα Πρόληψης που υπάγονται σε 67 αστικές μη κερδοσκοπικές εταιρίες και έχουν συσταθεί στη βάση συνεργασιών της τοπικής αυτοδιοίκησης (δήμων και περιφερειών) μέσω διμερών συμβάσεων μεταξύ κάθε αστικής εταιρείας και ΟΚΑΝΑ. Έχουν την οικονομική και επιστημονική εποπτεία του ΟΚΑΝΑ.

Τα Κέντρα Πρόληψης συγχρηματοδοτούνται από το Υπουργείο Υγείας ωστόσο αποδίδονται σε αυτά μέσω του ΟΚΑΝΑ στη βάση των διμερών συμβάσεων κάθε αστικής εταιρείας με τον ΟΚΑΝΑ και το Υπουργείο Εσωτερικών, του οποίου η επιχορήγηση προέρχεται από τους κεντρικούς αυτοτελείς πόρους (ΚΑΠ) της τοπικής αυτοδιοίκησης και διανέμεται στα ΚΠ μέσω της Ελληνικής Εταιρείας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης (ΕΕΤΑΑ).

Τα Κέντρα Πρόληψης εδώ και πολλά χρόνια, αντιμετωπίζουν σοβαρά θεσμικά προβλήματα τα οποία παρακωλύουν το ευρύ και πολυδιάστατο έργο της πρόληψης.

Με τον όρο θεσμικά προβλήματα αναφερόμαστε σε μια σειρά από ζητήματα λειτουργικά, εργασιακά, νομικά, οικονομικά, επιστημονικά, ηθικά, σχέσεων και αντιλήψεων που αντιμετωπίζουν τα Κέντρα Πρόληψης και επηρεάζουν την ύπαρξη και τη ζωή των δομών, τη φιλοσοφία και τις στοχεύσεις της δουλειάς μας, τον επιστημονικό μας ρόλο, τη σύνδεση και τις σχέσεις μας με τα μέλη της κοινότητας.

O υβριδικός χαρακτήρας του υπάρχοντος θεσμικού πλαισίου γεννά πληθώρα προβλημάτων όπως είναι η υποστελέχωση, η γραφειοκρατία, η υποχρηματοδότηση, οι αντιεπιστημονικές παρεμβάσεις στο έργο των εργαζομένων στη πρόληψη, η απουσία ενιαίου εσωτερικού κανονισμού λειτουργίας των Κέντρων Πρόληψης. Τα παραπάνω έχουν ως συνέπεια τουλάχιστον 100 εργαζόμενοι να έχουν αποχωρήσει τα τελευταία χρόνια, τα λειτουργικά κενά να είναι δεκάδες, πολλά Κέντρα να λειτουργούν με έναν και δύο εργαζόμενους που αντιστοιχούν σε δεκάδες χιλιάδες κατοίκους, προσλήψεις δεν έχουν γίνει εδώ και μια δεκαετία και την ίδια στιγμή αυξάνονται οι ανάγκες και τα αιτήματα των τοπικών κοινωνιών για Πρόληψη..

Είναι πλέον επιτακτική η ανάγκη ενός θεσμικού πλαισίου που θα εντάσσει τα 74 Κέντρα Πρόληψης σ’ ένα Πανελλαδικό Δημόσιο Φορέα που θα παρέχει αποκλειστικά δωρεάν υπηρεσίες πρόληψης, απεξάρτησης, κοινωνικής ένταξης.

Που θα χρηματοδοτείται αποκλειστικά από το κράτος, με επαρκές επιστημονικό προσωπικό και θα ανταποκρίνεται στα αιτήματα και στις ανάγκες της κοινωνίας.

Τι σημαίνει πρόληψη ενάντια στα ναρκωτικά, ποια εμπόδια αντιμετωπίζει στις μέρες μας;

• Η Πρόληψη των εξαρτήσεων είναι ένα σύνολο παρεμβάσεων που υλοποιούνται στον γενικό πληθυσμό με απώτερο στόχο την αποφυγή της χρήσης ουσιών και την εν γένει μείωση της ζήτησης.

Η πρόληψη καλείται να ανιχνεύσει και να εξαλείψει όλους εκείνους τους αιτιολογικούς παράγοντες που συμβάλουν στη διαμόρφωση της ψυχικής και κοινωνικής δυσλειτουργίας και την εκδήλωση της εξαρτητικής συμπεριφοράς σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό – πολιτισμικό πλαίσιο.

Τα προγράμματα πρόληψης στοχεύουν στην δημιουργία ή/και στην ενίσχυση των προστατευτικών παραγόντων, στην ανάπτυξη προσωπικών και διαπροσωπικών δεξιοτήτων που διευκολύνουν τον άνθρωπο στην επίτευξη της ψυχοκοινωνικής του ευημερίας και στην επιλογή ενός υγιούς μοντέλου ζωής.

Η πρόληψη ως πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, είναι καθολική και απευθύνεται στο γενικό πληθυσμό με έμφαση στο σύνολο της κοινότητας, στο οποίο περιλαμβάνονται «ομάδες στόχοι», οι οποίοι λειτουργούν ως «φορείς πρόληψης», λειτουργούν πολλαπλασιαστικά δηλαδή στο έργο της πρόληψης.

Η οικογένεια ως πρωταρχική κοινωνική ομάδα είναι ένας καθοριστικός φορέας πρόληψης και είναι απαραίτητη η στήριξη του με παρεμβάσεις πρόληψης οι οποίες υλοποιούνται με ομάδες γονέων, βιωματικού χαρακτήρα, με στόχο την ενίσχυση των προστατευτικών παραγόντων. Η οικογένεια διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του παιδιού και στην διαμόρφωση της προσωπικότητάς του και οι γονείς είναι οι «σημαντικοί ενήλικες» μέσα από τους οποίους το παιδί θα νιώσει αγάπη, ασφάλεια, θα ταυτιστεί έχοντας τους ως πρότυπα και υιοθετώντας μοτίβα συμπεριφοράς. Τα προγράμματα πρόληψης επικεντρώνονται στη στήριξη του γονεϊκού ρόλου, στην ενίσχυση των παραγόντων που ενισχύουν τους δεσμούς στην οικογένεια. Τέτοιοι προστατευτικοί παράγοντες είναι η διερεύνηση αναγκών στην οικογένεια, η ενίσχυση των επικοινωνιακών δεξιοτήτων, η επίλυση συγκρούσεων στην οικογένεια, η έκφραση και αποδοχή συναισθημάτων και η εδραίωση της αυτοεκτίμησης των παιδιών μέσα από το κλίμα αποδοχής και που έχουν βιώσει στην οικογένεια.

Με το ίδιο σκεπτικό ενισχύονται οι εκπαιδευτικοί, ως ‘’φιγούρες αυθεντίας’’ μέσα από τη σχέση που μπορούν να εγκαταστήσουν με τους μαθητές και τον παιδαγωγικό τους ρόλο. Πραγματοποιούνται επίσης ομάδες εφήβων, λόγω της μεταβατικής αναπτυξιακής φάσης που διανύουν, βιωματικά εργαστήρια σε παιδιά και μακρόχρονες παρεμβάσεις σε σχολεία που δεν περιορίζονται στον ενημερωτικό χαρακτήρα των ουσιών και τις επιβλαβείς τους συνέπειες, αλλά κυρίως στοχεύουν στην ανάπτυξη προσωπικών και κοινωνικών δεξιοτήτων, στην ενίσχυση της αυτοεκτίμησης και την αντίσταση στην πίεση των συνομήλικων.

Πραγματοποιούνται επίσης, ανοιχτές ομιλίες στην κοινότητα και εκδηλώσεις που έχουν στόχο την ευαισθητοποίηση και τον προβληματισμό για τις ουσίες και τις αιτίες των εξαρτητικών συμπεριφορών γενικότερα και την κινητοποίηση για την ανάγκη της ενεργητικής συμμετοχής, της συνεργασίας και της κοινής δράσης των πολιτών σε θέματα που σχετίζονται με την πρόληψη και την προαγωγή της ψυχοκοινωνικής υγείας.

Ποιες κοινωνικές ομάδες είναι πιο ευάλωτες;

• Η εξάρτηση είναι ένα σύνθετο, πολυπαραγοντικό φαινόμενο και η έναρξη της χρήσης δεν ξεκινά ξαφνικά, αλλά είναι αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης διαδικασίας , από τα πρώιμα στάδια ανάπτυξης του ατόμου.

Η εξάρτηση προκύπτει όταν μια ευάλωτη προσωπικότητα ζώντας σε ένα επιβαρυντικό περιβάλλον συναντά την ουσία.

Αυτό προσδιορίζεται από ατομικούς προδιαθεσικούς παράγοντες, οικογενειακούς και κοινωνικούς παράγοντες. Όλοι αυτοί οι παράγοντες δεν διαχωρίζονται ουσιαστικά εφόσον άτομο και περιβάλλον βρίσκονται σε μια συνεχή αλληλεπίδραση. Όταν για παράδειγμα αναφερόμαστε σε ένα παιδί που έχει κληρονομική επιβάρυνση λόγω του ότι οι γονείς του έκαναν χρήση ουσιών δεν αναφερόμαστε σε γονιδιακούς παράγοντες, αλλά στο γεγονός ότι αυτό το παιδί, σύμφωνα με τη θεωρία μάθησης, και έχει υιοθετήσει αυτό το μοντέλο συμπεριφοράς κι έχει ως πρότυπα ταύτισης γονείς που κάνουν χρήση, έχει ζήσει σε ένα αποστερημένο συναισθηματικά περιβάλλον ή σε ένα περιθωριοποιημένο και κοινωνικά επιβαρυντικό περιβάλλον.

Οι ευάλωτα κοινωνικά ομάδες είναι οι περιθωριοποιημένες ομάδες λόγω στιγματισμού, που δεν είναι ενταγμένες ή αποδεκτές απ΄ το ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο.

Γι΄ αυτό στην πρόληψη και προαγωγή της ψυχικής υγείας πραγματοποιούνται δράσεις που στοχεύουν στην αποδοχή της διαφορετικότητας και την επεξεργασία των στάσεων, αντιλήψεων και στη κατάρριψη κοινωνικών στερεοτύπων.

Οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες επηρεάζουν καθοριστικά την επιρρέπεια ενός ατόμου στις ουσίες. Η ανεργία, η κοινωνικές ανισότητες, η ελλιπείς παροχές στην υγεία, στην παιδεία, η αβεβαιότητα και ανασφάλεια σε έναν νέο άνθρωπο αποτελούν αιτιοπαθογενετικούς παράγοντες στις εξαρτητικές συμπεριφορές.

Πως μπορούν να μειωθούν οι αιτίες που οδηγούν έναν νέο στη χρήση και στην εξάρτηση;

• Στη σημερινή εποχή, στη ψηφιακή εποχή που όλα εξελίσσονται με ταχύτατους ρυθμούς, με τον καταιγισμό της πληροφορίας που ο άνθρωπος δυσκολεύεται να διαχειριστεί, με τις νέες μορφές επικοινωνίας που τείνουν να αντικαταστήσουν τις δια ζώσης επαφές και την συναισθηματική εγγύτητα, εντείνουν την αποξένωση και την απομόνωση και πολλές φορές δημιουργούν ένα δυνητικό κόσμο και δυνητικά προφίλ που καταλήγουν να αντικαθιστούν τις αυθεντικότητα και την παρουσία στην πραγματική ζωή.

Ο καταναλωτισμός και η αναζήτηση της ευδαιμονίας μέσα από την συνεχή αναζήτηση υλικών αγαθών αλλά και η προσπάθεια του ατόμου να φαίνεται δυνατός, επιτυχημένος και άτρωτος και ο σκληρός ανταγωνισμός οδηγεί τον άνθρωπο σε μεγαλύτερη αποξένωση και συναισθηματική μοναξιά.

Οι αιτίες που οδηγούν έναν άνθρωπο στα ναρκωτικά, ποικίλουν, το φαινόμενο είναι πολυπαραγοντικό και κάθε ιστορία του ατόμου που κάνει χρήση είναι μοναδική και διαφορετική και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπίζεται. Ωστόσο, ‘’ο εξαρτημένος είναι ένα ζωντανό και τραγικό τεκμήριο της αλλοτρίωσης στις σύγχρονες κοινωνίες. Ζει για την ουσία και συνδέεται μόνο μέσω αυτού με τον κόσμο που τον περιβάλλει, στο πλαίσιο μιας αδιέξοδης προσπάθειας «θεραπείας» του πόνου που γεννά η έλλειψη νοήματος ζωής’’.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η συναισθηματική αποστέρηση ή η παθολογία της επικοινωνίας, από τα πρώιμα στάδια της ζωής του ανθρώπου μπορεί να οδηγήσει σε υπαρξιακό άγχος μέχρι και αφανισμό. Γι΄ αυτό το λόγο, η προληπτική παρέμβαση πρέπει να γίνεται έγκαιρα τόσο στην οικογένεια, όσο και στο σχολείο, καθώς και ευαισθητοποίηση της ευρύτερης κοινότητας σε θέματα ψυχικής υγείας και στη δημιουργία ενός κοινωνικού δικτύου αλληλεγγύης και αλληλοϋποστήριξης.

Επομένως, η δημιουργία κοινωνικών υποστηρικτικών δικτύων, η δημιουργία αξιοπρεπών συνθηκών ζωής, αποτελούν τον βασικό όρο αντιστροφής στην αλλοτρίωση και ενίσχυση «εσωτερικών» και «εξωτερικών» στον κάθε άνθρωπο προστατευτικών παραγόντων, με σκοπό να προλαμβάνεται κατά το δυνατό η εξάρτηση.

Η νομιμοποίηση της κάνναβης για διάφορους λόγους έχει επηρεάσει τον τρόπο αντιμετώπισης των νέων απέναντι στην κάνναβη ή και σε άλλα ναρκωτικά; Έχει βοηθήσει ή δυσκολέψει το έργο της πρόληψης;

• Η νομιμοποίηση της κάνναβης έχει επηρεάσει καθοριστικά τον τρόπο αντιμετώπισης των νέων απέναντι στην κάνναβη. Αυτό αποδεικνύεται από τα στατιστικά στοιχεία που φανερώνουν την άνοδο της χρήσης κάνναβης τόσο στο μαθητικό όσο και στο γενικό πληθυσμό, συνεχή αύξηση του Δείκτη Θεραπείας από κάνναβη, μείωση της ηλικίας πρώτης επαφής με τα ναρκωτικά και πειραματισμό με τη κάνναβη πριν τα 14 έτη.

Στην Ελλάδα, το 2017 σχεδόν οι μισοί (46%) από όσους απευθύνθηκαν σε πρόγραμμα απεξάρτησης δήλωσαν πρόβλημα με τη χρήση κάνναβης, επιβεβαιώνοντας την ανοδική χρήση της συγκεκριμένης ουσίας.

Οι διαφημιστικές καμπάνιες και η προπαγάνδα για την κάνναβη και τις «ευεργετικές» ιδιότητες των προϊόντων της αλλά και ο πολλαπλασιασμός των Καταστημάτων πώλησης προϊόντων σχετικών με τη κάνναβη έχουν συμβάλλει καθοριστικά στην απομυθοποίηση της επιζήμιας δράσης της κάνναβης στον άνθρωπο δημιουργώντας ταυτόχρονα ανοχή και εξοικείωση με την χρήση της ως κάτι «φυσιολογικό» και «αθώο».

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ωστόσο, ότι όλα τα ναρκωτικά, ανεξάρτητα από το αν έχουν ισχυρότερες ή λιγότερο ισχυρές οργανικές επιδράσεις προκαλούν εξάρτηση.

Όλα τα ναρκωτικά προκαλούν βλάβες στον οργανισμό, αποξένωση του ανθρώπου από τις πραγματικές του ανάγκες, από το κοινωνικό γίγνεσθαι, από τη θέση του μέσα στη κοινωνία. Δεν υπάρχει φυσική – ακίνδυνη κάνναβη που να μπορεί να χρησιμοποιηθεί καθαυτή ως φαρμακευτική – θεραπευτική ουσία, ούτε έχουν γίνει επαρκείς επιστημονικές και μακρόπνοες έρευνες που να αποδεικνύουν την θεραπευτική δράση των ουσιών που εμπεριέχονται στη κάνναβη.

Η νομιμοποίηση της κάνναβης, η πολιτική της «μείωσης της βλάβης», με τη χορήγηση υποκατάστατων και η δημιουργία Χώρων Εποπτευόμενης Χρήσης (ΧΕΧ), έχουν δυσκολέψει το έργο της πρόληψης γιατί μειώνουν τις αντιστάσεις, ‘’νομιμοποιούν’’ στη συνείδηση των ανθρώπων την χρήση και οδηγούν τους ανθρώπους στη φυγή, στην αποξένωση, στην απάθεια στην έλλειψη κινήτρου και διεκδίκησης για καλύτερες συνθήκες ζωής.

Είναι σωστός ο διαχωρισμός μεταξύ σκληρών και μαλακών ναρκωτικών;

• Ο διαχωρισμός των ουσιών σε ‘’σκληρά’’ και ‘’μαλακά’’ προκαλεί σύγχυση και ουσιαστικά απενεχοποιεί στη συνείδηση των νέων ανθρώπων τη χρήση των λεγόμενων ‘’μαλακών ναρκωτικών’’ υποτιμώντας ταυτόχρονα την επιζήμια και καταστροφική δράση τους στον άνθρωπο σε οργανικό και κυρίως σε ψυχικό και κοινωνικό επίπεδο.

Η χρήση κάνναβης, ειδικά σε άτομα που ξεκινούν κατά την εφηβεία, οδηγεί σε μείωση των γνωστικών λειτουργιών και αλλαγές στην εγκεφαλική δομή με πολλαπλές δυσμενείς επιπτώσεις στη φυσιολογική λειτουργία του ατόμου, σε νοητικό και σε συμπεριφορικό – ψυχολογικό επίπεδο. Επιπλέον, η κάνναβη προωθεί την ανάπτυξη κατάθλιψης, κρίσεων πανικού καθώς και την εκδήλωση ψυχώσεων.

Οι νέοι που κάνουν χρήση παρουσιάζουν το «Σύνδρομο Έλλειψης Κινήτρου» το οποίο εκδηλώνεται ως μια κατάσταση γενικής απάθειας, άμβλυνσης του συναισθήματος, δυσκολίας στην κριτική ικανότητα και διαταραχή της προσοχής.

Με την εμφάνιση νέων συνθετικών προϊόντων κάνναβης παρατηρούνται επικίνδυνες επιδράσεις σε οργανικό και ψυχοσωματικό επίπεδο, όπως ταχυκαρδίες, σύγχυση, παραισθήσεις, εκδήλωση ψυχωτικών επεισοδίων, ακόμα και επιπλοκές που μπορεί να οδηγήσουν στο θάνατο.

Οι νέοι που κάνουν χρήση κάνναβης είναι εγκλωβισμένοι σε μία κατάσταση που τους απομακρύνει από το να φτάσουν και να αναπτύξουν τις ικανότητες και δεξιότητές τους, τόσο σε προσωπικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο.

Μαρίνα Παπαδιώτη
Ψυχολόγος
Εργαζόμενη στο Κέντρο Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας «ΦΑΕΘΩΝ», των Δήμων Ιλίου, Πετρούπολης, Καματερού-Αγ. Αναργύρων.

Ετικέτες:

Δείτε ακόμα...