Την όξυνση του ανταγωνισμού ανάμεσα στις ΗΠΑ και στην Κίνα αποτυπώνει η διεύρυνση της αποστολής των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών, που στρέφονται πιο συστηματικά στις επιχειρήσεις, στις τεχνολογίες αιχμής και στις οικονομικές δυνατότητες του αντιπάλου τους. Παρεμβαίνοντας σε συνέδριο κυβερνοασφάλειας, ο αναπληρωτής διευθυντής της CIA υποστήριξε ότι η συλλογή πληροφοριών δεν μπορεί πλέον να περιορίζεται στις στρατιωτικές δυνατότητες και στις πολιτικές αποφάσεις ανταγωνιστών των ΗΠΑ. Η Τεχνητή Νοημοσύνη, οι ημιαγωγοί και η βιοτεχνολογία αποτελούν τομείς στους οποίους συγκεντρώνεται κρίσιμη γνώση για την οικονομική και τεχνολογική ισχύ μιας χώρας. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι πληροφορίες αυτές βρίσκονται συχνά στους επιχειρηματικούς ομίλους, ή σε επιχειρήσεις που ειδικά στην περίπτωση της Κίνας συνδέονται στενά με το κράτος.
Στην ίδια κατεύθυνση, δημοσίευμα της «Washington Post» αναφέρει ότι το Πεντάγωνο σχεδιάζει την ανάπτυξη ενός ενισχυμένου προγράμματος κατασκοπείας με πράκτορες υπό μη επίσημη κάλυψη (Non-official Cover Officers), που θα εμφανίζονται ως επιχειρηματίες ή εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα, χωρίς εμφανή σύνδεση με την αμερικανική κυβέρνηση, με σκοπό τη συλλογή πληροφοριών. Σύμφωνα με την εφημερίδα, την πρωτοβουλία επιβλέπει βετεράνος της CIA και σημερινός σύμβουλος του αναπληρωτή υπουργού Πολέμου, ενώ στον σχεδιασμό συμμετέχουν στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων, υπηρεσιών πληροφοριών του Πενταγώνου και πρώην αξιωματούχοι της CIA.
***
Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες πλευρές αφορά τη συζήτηση για την αξιοποίηση των οικονομικών πληροφοριών που αποκτώνται μέσω κατασκοπείας προς όφελος αμερικανικών επιχειρήσεων. Πρώην αναπληρωτής διευθυντής της CIA σε άρθρο του στο περιοδικό «Foreign Affairs» αναφέρει ότι η αμερικανική κοινότητα πληροφοριών θα πρέπει να προχωρήσει πέρα από την παραδοσιακή συλλογή οικονομικά ευαίσθητων πληροφοριών, και να εξετάσει τη διαβίβασή τους σε επιχειρήσεις που αναπτύσσουν προηγμένες τεχνολογίες. Να διεξάγει δηλαδή επίσημα το κράτος «οικονομική κατασκοπεία» για λογαριασμό των αμερικανικών πολυεθνικών, για να εξασφαλίσει πολύτιμη γνώση που δίνει στην Κίνα το πλεονέκτημα στον οικονομικό ανταγωνισμό.
Η θέση αυτή αναδεικνύει τη σύμπλεξη της «εθνικής ασφάλειας» με τα επιχειρηματικά συμφέροντα, επιβεβαιώνοντας ότι δεν έχει καμία σχέση με αυτά του λαού. Αντίθετα, τον σέρνει πιο βαθιά στον πόλεμο, ο οποίος αποτελεί συνέχεια των οικονομικών ανταγωνισμών, που κλιμακώνονται σε συνθήκες ιμπεριαλιστικής ειρήνης. Το 2015 η κυβέρνηση Ομπάμα είχε συνάψει συμφωνία με την Κίνα, με την οποία οι δύο πλευρές δεσμεύτηκαν να μην υποστηρίζουν την οικονομική κατασκοπεία. Το γεγονός ότι οι ΗΠΑ αναπτύσσουν σήμερα την οικονομική κατασκοπεία υπό τη σκέπη της CIA, κατηγορώντας την Κίνα ότι κάνει το ίδιο, δείχνει πως όλες οι προηγούμενες συμφωνίες και οι συμβιβασμοί καταρρέουν κάτω από το βάρος του ανταγωνισμού που οξύνεται για την πρωτοκαθεδρία στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα.
* * *
Αυτή η στρατηγική κατεύθυνση αποτυπώνεται και σε πιο άμεσες παρεμβάσεις της αμερικανικής κυβέρνησης στην οικονομία. Ο αναπληρωτής υπουργός Πολέμου ανακοίνωσε τη δημιουργία της Economic Defense Unit (Μονάδας Οικονομικής Αμυνας), με αποστολή την αποτροπή, την παρεμπόδιση και την αποδυνάμωση των αντιπάλων των ΗΠΑ μέσω οικονομικών μέσων. Η μονάδα έχει ανακοινώσει επενδύσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων σε διυλιστήρια και εξορυκτικές δραστηριότητες εντός και εκτός ΗΠΑ. Ανάμεσα στις κινήσεις που αναφέρει η «Washington Post» περιλαμβάνεται η διάθεση 750 εκατομμυρίων δολαρίων από το Πεντάγωνο για την πρόσβαση σε σημαντικό κοίτασμα σπάνιων γαιών στη Βραζιλία.
Οι σπάνιες γαίες και άλλες κρίσιμες πρώτες ύλες έχουν αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία, καθώς χρησιμοποιούνται στην παραγωγή ηλεκτρονικών συστημάτων, προηγμένων τεχνολογιών και στρατιωτικού εξοπλισμού. Η εξασφάλισή τους είναι πεδίο έντονου ανταγωνισμού, με την Κίνα να διατηρεί κυρίαρχη θέση στην εξόρυξη, επεξεργασία και προμήθεια πολλών κρίσιμων υλικών. Οι αμερικανικές επενδύσεις σε αυτούς τους τομείς εντάσσονται στην προσπάθεια περιορισμού της εξάρτησης από κινεζικές αλυσίδες εφοδιασμού, και ενίσχυσης της αμερικανικής παραγωγικής βάσης σε τομείς στρατηγικής σημασίας.
* * *
Ολα τα παραπάνω φανερώνουν ότι η σύγκρουση ΗΠΑ – Κίνας διεξάγεται σε πολλά διαφορετικά πεδία, με κυρίαρχο μέχρι στιγμής το οικονομικό. Παράλληλα με τη στρατιωτική προετοιμασία για έναν γενικευμένο ιμπεριαλιστικό πόλεμο και τα ανοιχτά μέτωπα σε Ουκρανία και Μέση Ανατολή, τα δύο στρατόπεδα συγκρούονται ανελέητα για να ενισχύσουν τα στοιχεία εκείνα που εξασφαλίζουν το πλεονέκτημα στον οικονομικό ανταγωνισμό ή το αφαιρούν από τον αντίπαλο. Από μόνος του αυτός ο οικονομικός πόλεμος επιδρά στην όξυνση των ανταγωνισμών και φέρνει πιο κοντά μια στρατιωτική σύγκρουση, χτυπώντας καμπανάκι στους λαούς για την ανεπίστρεπτη πορεία κλιμάκωσης της μάχης για την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία.
Αναδημοσίευση από τον «Ριζοσπάστη» – 27/10/2026



