Οι θάνατοι και οι τραυματισμοί από νάρκες και από πυρομαχικά που δεν έχουν εκραγεί σημείωσαν υψηλό τετραετίας το 2024 κι αυτό οφείλεται και στις συγκρούσεις στη Συρία και στη Μιανμάρ καθώς και στο ότι κάποιες ευρωπαϊκές χώρες σκοπεύουν να αποσυρθούν από τη συνθήκη που απαγορεύει τη χρήση τους, όπως προκύπτει σήμερα από τη δημοσιοποίηση νέας έκθεσης.
Πάνω από 6.000 περιστατικά καταγράφηκαν τον περασμένο χρόνο, περιλαμβανομένων 1.945 θανάτων και 4.325 τραυματισμών, ο υψηλότερος ετήσιος αριθμός μετά το 2020, σύμφωνα με την έκθεση Landmine Monitor του 2025.
Σχεδόν 90% ήταν άμαχοι με περίπου τους μισούς να είναι γυναίκες και παιδιά. Στην αύξηση συνέβαλαν κυρίως οι εκρήξεις ναρκών σε εμπόλεμες ζώνες στη Συρία και στη Μιανμάρ–αμφότερες χώρες που δεν έχουν υπογράψει τη συνθήκη.
Η Μιανμάρ κατέγραψε τον υψηλότερο αριθμό με πάνω από 2.000 περιστατικά εξαιτίας της αυξημένης χρήσης ναρκών τόσο από το στρατό όσο και από μη κρατικές ένοπλες οργανώσεις, σύμφωνα με την έκθεση.
Η Συνθήκη της Οττάβα, η οποία τέθηκε σε ισχύ το 1999, δεσμεύει 166 κράτη από το να κάνουν χρήση, να φυλάσσουν, να παράγουν και να μεταφέρουν νάρκες κατά προσωπικού. Επίσης απαιτεί από τα συμβαλλόμενα μέρη να καθαρίσουν τις ναρκοθετημένες περιοχές και να βοηθήσουν τα θύματα.
Αρκετές ευρωπαϊκές χώρες σκοπεύουν να αποσυρθούν, σε μια περίοδο κατά την οποία οι περικοπές των δαπανών σε παγκόσμιο επίπεδο εμποδίζουν τις προσπάθειες αποναρκοθέτησης.
Η Εσθονία, η Φινλανδία, η Λετονία, η Λιθουανία και η Πολωνία βρίσκονται σε διαδικασία νόμιμης αποχώρησης από τη Συνθήκη της Οττάβα, ενόψει των αυξανόμενων στρατιωτικών απειλών, όπως τις χαρακτηρίζουν, από τη Ρωσία, γεγονός που πιθανόν να οδηγήσει σε “επικίνδυνη αποσάθρωση” της συνθήκης, σημειώνει η έκθεση.
Η Ουκρανία ανακοίνωσε την αποχώρησή της από τη Συνθήκη στις 29 Ιουνίου.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ, Reuters, AFP



