Χωρίς απαντήσεις παραμένει το σοβαρό περιστατικό με την έντονη οσμή αερίου που κάλυψε την Τρίτη πολλές περιοχές κυρίως στα νότια προάστια, με το μεγαλύτερο πρόβλημα σύμφωνα με αναφορές να εντοπίζεται σε Νέα Σμύρνη, Καλλιθέα, Αλιμο, Παλαιό Φάληρο και Πειραιά, ενώ δυνατή οσμή παρατηρήθηκε ακόμη και στο κέντρο της Αθήνας, αλλά και στη Σαρωνίδα!
Την ώρα που ο λαός του Λεκανοπεδίου υπέστη πολύωρη και πρωτοφανή αναστάτωση, οι γενικόλογες ανακοινώσεις από τους αρμόδιους φορείς που δεν έδιναν την παραμικρή εικόνα με σαφήνεια, αλλά αντιθέτως περιορίστηκαν σε αναφορές που άπτονταν των «ερευνών» των εταιρειών εμπορίου και διαχείρισης αποθεμάτων αερίου, εντείνουν την ανησυχία.
Χαρακτηριστική είναι η ανακοίνωση του υπ. Κλιματικής Κρίσης και Προστασίας, σύμφωνα με την οποία σε επικοινωνία με τον ΔΕΣΦΑ «δεν έχει διαπιστωθεί μέχρι στιγμής διαρροή ή άλλη βλάβη στις εγκαταστάσεις της Ρεβυθούσας ή σε άλλο σημείο του δικτύου». Ενώ, η ΕΝΑΟΝ ΕΔΑ Αττικής αναφέρει «ότι δεν έχει εντοπιστεί κάποιο σχετικό πρόβλημα». Η ίδια η ανακοίνωσή τους αποδεικνύει στην πράξη πως ο κρατικός έλεγχος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπήρξε ούτε καν υποτυπώδης, και πως ο ίδιος ο ιδιοκτήτης της κάθε εγκατάστασης είναι συγχρόνως και «ελεγκτής» και «ελεγχόμενος».
Πώς έκαναν «μετρήσεις», αφού δεν υπάρχουν τα κατάλληλα μέσα;
Την ίδια στιγμή, όσον αφορά την οσμή, πρόκληση αποτελεί η επίκληση από πλευράς του αρμόδιου υπουργείου ότι «με τα έως τώρα δεδομένα οι σταθεροί μετρητές δεν έχουν ένδειξη αυξημένων ρύπων, ούτε υπάρχει κάποια άλλη ένδειξη πέραν της δυσάρεστης οσμής». Την ίδια στιγμή είναι απορίας άξιο πώς γίνονται οι «μετρήσεις» του υπουργείου, αφού στο παραλιακό κομμάτι οι σταθμοί ατμοσφαιρικής ρύπανσης της Διεύθυνσης Κλιματικής Αλλαγής και Ποιότητας της Ατμόσφαιρας του ΥΠΕΝ διαθέτουν υποδομές μέτρησης μόνο σε Πειραιά και Ν. Σμύρνη.
Μιλάμε επομένως για αδυναμία των αρχών να εντοπίσουν ρυπαντικό φορτίο στους σταθερούς σταθμούς, κάτι που φέρνει στην επιφάνεια τα τεχνικά όρια του υφιστάμενου δικτύου μέτρησης. Μάλιστα, οι συγκεκριμένοι σταθμοί παρακολουθούν κυρίως ατμοσφαιρικούς ρύπους, όπως τα αιωρούμενα σωματίδια PM2.5, το διοξείδιο του αζώτου (NO2) ή το όζον (O3), με αποτέλεσμα να μην καταγράψουν καμία αυξημένη τιμή. Ομως, για τη μέτρηση αερίων που προκαλούν έντονες οσμές ή σχετίζονται με διαρροές καυσίμων, απαιτούνται διαφορετικά, εξειδικευμένα όργανα.
Το γεγονός αυτό ανέδειξε με δηλώσεις του και ο Ευάγγελος Γερασόπουλος, διευθυντής του Ινστιτούτου Ερευνών Περιβάλλοντος και Βιώσιμης Ανάπτυξης του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, υπογραμμίζοντας πως «οι οσμές δεν καλύπτονται από τα υφιστάμενα δίκτυα μέτρησης ρύπων», ότι «θέλει πιο εξειδικευμένες μετρήσεις ή πιο εξειδικευμένες δειγματοληψίες και χημικές αναλύσεις για να μπορέσει να καταλάβει κάποιος καλύτερα την προέλευση της πηγής», «πιο εξειδικευμένο εξοπλισμό που θα μπορεί να μετρήσει επί τόπου ή δειγματοληψίες οι οποίες θα αναλυθούν στη συνέχεια σε κάποιο εργαστήριο και θα μπορέσουν να δώσουν έτσι λίγο περισσότερο φως στην πιθανή πηγή μιας τέτοιας έκλυσης».
Οι ανησυχίες εντείνονται από άλλες επισημάνσεις επιστημόνων, που αναφέρουν μεταξύ άλλων ότι υπήρξε έλλειψη ενεργοποίησης των αρμόδιων μηχανισμών και υπηρεσιών, όπως του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας σε συνεργασία με την Περιφέρεια Αττικής, οι οποίες θα έπρεπε να προβούν σε άμεσες μετρήσεις και αναλύσεις της ποιότητας του αέρα.
Κοντά στα παραπάνω, και αναδεικνύοντας την προχειρότητα με την οποία αντιμετωπίστηκε το ζήτημα, τονίζεται ότι οι εκκενώσεις π.χ. των σχολείων δεν έχουν αποτέλεσμα αν παραμένει άγνωστη η αιτία της οσμής, καθώς ειδικά σε περιπτώσεις διασποράς χημικού παράγοντα συστήνεται παραμονή σε κλειστό χώρο.
Απόρροια της «απελευθέρωσης» και του κατακερματισμού
Φυσικά, τα παραπάνω είναι κι αυτά απόρροια της «απελευθέρωσης» σε ό,τι αφορά τόσο τη διαχείριση όσο και την αποτύπωση των υποδομών των δικτύων και κρίσιμων υποδομών φυσικού αερίου, LNG και LPG στην Ελλάδα, που είναι κατακερματισμένη μεταξύ πολλών φορέων και όχι απαραίτητα συγκεντρωμένη σε ένα ενιαίο δημόσιο μητρώο πλήρους επιχειρησιακής εικόνας.
Ενδεικτικά αναφέρεται ότι:
- Το ΥΠΕΝ (υπουργείο Ενέργειας) έχει τον κεντρικό εποπτικό ρόλο για τις εθνικές ενεργειακές υποδομές, τις αδειοδοτήσεις, την ασφάλεια του εφοδιασμού και τον ενεργειακό σχεδιασμό.
- Ο ΔΕΣΦΑ (Διαχειριστής Εθνικού Συστήματος Φυσικού Αερίου), που ανήκει σε ποσοστό 66% στην κοινοπραξία ευρωπαϊκών ενεργειακών μονοπωλίων «Senfluga», είναι επιφορτισμένος με την πιο ολοκληρωμένη τεχνική αποτύπωση για τους αγωγούς υψηλής πίεσης, τους σταθμούς συμπίεσης, τις εγκαταστάσεις LNG και τα σημεία εισόδου/εξόδου, ενώ διαχειρίζεται το Εθνικό Σύστημα Μεταφοράς Φυσικού Αερίου (ΕΣΜΦΑ), τη Ρεβυθούσα (LNG terminal) καθώς και διασυνδέσεις με Τουρκία, Βουλγαρία κ.λπ.
- Η ΡΑΑΕΥ (Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων) έχει μεταξύ των αρμοδιοτήτων της την εποπτεία των διαχειριστών δικτύων, την έγκριση κωδικών λειτουργίας, τον έλεγχο συμμόρφωσης και την τήρηση μητρώων αδειών των διαχειριστών.
- Οι Διαχειριστές Δικτύων Διανομείς, οι επιμέρους δηλαδή εταιρείες διανομής (π.χ. ΕΝΑΟΝ ΕΔΑ Αττικής) έχουν αναλυτική γεωχωρική και τεχνική αποτύπωση των τοπικών δικτύων χαμηλής και μεσαίας πίεσης, σταθμών ρύθμισης, παροχών καταναλωτών.
- Οσον αφορά το LPG (υγραέριο), η εικόνα είναι ακόμα πιο κατατμισμένη, αφού εμπλέκεται το ΥΠΕΝ, Περιφέρειες, το Πυροσβεστικό Σώμα, το υπ. Ανάπτυξης και ιδιωτικές εταιρείες πετρελαιοειδών.
Tην ίδια στιγμή, όσον αφορά τον κίνδυνο βιομηχανικού ατυχήματος μεγάλης έκτασης (ΒΑΜΕ), η επικίνδυνη κατάσταση που διαμορφώνεται «πατάει» στις ευρωενωσιακές οδηγίες 2008/50ΕΚ, 2016/2284 για τους ατμοσφαιρικούς ρύπους, το Ευρωπαϊκό Σύστημα Εμπορίας Ρύπων του δόγματος «ο ρυπαίνων πληρώνει», με αποκορύφωμα βέβαια τις διατάξεις της οδηγίας Seveso III, τις οποίες ενσωμάτωσαν στη νομοθεσία της χώρας μας οι κυβερνήσεις της ΝΔ και των ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ.
Με βάση αυτές, ουσιαστικά δίνεται το «ελεύθερο» στους επιχειρηματικούς ομίλους ουσιαστικά να αυτοαξιολογούνται, παρέχοντας οι ίδιοι τα στοιχεία για τις συνέπειες της επικίνδυνης δραστηριότητας και υλικών τους και κρίνοντας αν είναι επικίνδυνες ή όχι οι εγκαταστάσεις τους, μετατρέποντας τους οικιστικούς ιστούς σε «ξέφραγο αμπέλι» βιομηχανικής δραστηριότητας, παραπέμποντας στις ίδιες τις εταιρείες την εφαρμογή μέτρων «για την πρόληψη μεγάλων ατυχημάτων και τον περιορισμό των συνεπειών τους», με το όποιον κρατικό έλεγχο να είναι στην καλύτερη περίπτωση υποτυπώδης.
Επομένως, και το συμβάν με την οσμή ξεγυμνώνει για ακόμη μια φορά τους μηχανισμούς του επιλεκτικά «ανίκανου» αστικού κράτους και ξεμπροστιάζει την πολιτική του κέρδους της ΕΕ που λογίζει την προστασία της ανθρώπινης ζωής ως κόστος μπροστά στη διασφάλιση του καπιταλιστικού κέρδους.
Τέλος, είναι γνωστό πως όσον αφορά την αντιμετώπιση εκτάκτων καταστάσεων, στην καλύτερη περίπτωση υπάρχουν κάποια σχέδια στα χαρτιά, στην πράξη όμως δεν έχουν δοκιμαστεί, δεν υπάρχει κατάλληλη εκπαίδευση, ούτε ο αναγκαίος εξοπλισμός ασφαλείας και το προσωπικό έκτακτης ανάγκης, ούτε καν υπάρχουν οδοί διαφυγής για τον πληθυσμό σε ενδεχόμενο ατυχήματος, όπως άλλωστε έχει αποδειχθεί σε πληθώρα περιπτώσεων, όπου το «μπαλάκι» περνάει στο γήπεδο της «ατομικής ευθύνης» κι επιστρατεύεται ως πανάκεια το «112» στη λογική του «τρεχάτε ποδαράκια μου»…
Αναδημοσίευση από τον «Ριζοσπάστη» της Πέμπτης 21 Μάη 2026



