Όταν οι νεκροί υποδέχονται τους ζωντανούς νεκρούς, ήσυχα και τραγικά!

Πηγή: Eurokinissi

Οι τρομακτικές ιστορίες που ακούγαμε από τους παππούδες και τις γιαγιάδες μας, ο πόνος του αποχωρισμού, η οδύνη του θανάτου και ο σπαραγμός του πένθους πάντα αποτελούσαν πηγή φόβου και ανατριχίλας που όλους μας τάραζαν συθέμελα!

Κι όσο κι αν ο αποχωρισμός μας ξερίζωνε τα σωθικά στο νεκροταφείο δεν τολμήσαμε ποτέ να πάμε νύχτα όχι μόνο σαν παιδιά αλλά και σαν ενήλικες ακόμα κι αν παίζαμε «αλήθεια» ή «θάρρος». Μόνο που τελικά η αλήθεια θέλει θάρρος να την δεχτείς, ειδικά όταν είναι τραγική!

Από χθες μια φωτογραφία μας έμαθε πως όταν έχεις ζήσει στην κόλαση αναζητάς καταφύγιο στο νεκροταφείο. Είναι πιο ακίνδυνοι οι νεκροί από του ζωντανούς. Το είχα ακούσει συχνά να λέγεται.

Η τελευταία κατοικία ανθρώπων που έφυγαν από τη ζωή έγινε η πρώτη κατοικία των κατατρεγμένων, των απελπισμένων, των εκδιωγμένων, των ανήμπορων, των θυμάτων των πολέμων τους.

Έκαναν χώρο οι τάφοι να γίνουν κατοικίες και άνοιξαν τις αγκαλιές τους οι νεκροί να δεχτούν την ανημπόρια των ζωντανών.

Έτριξαν οι πλάκες κάτω από το άδικο και ξαφνικά γαλήνεψαν μπροστά στην όψη των παιδιών κι έγιναν ένα ο πόνος αυτών που έφυγαν από τη ζωή με τον πόνο αυτών που …δεν είχαν ζωή!

«…ο Μέλιος απ’ τη θέση του έμεινε άφωνος. Ύστερα, άρχισε σιγά σιγά να καταλαβαίνει… Κάποιοι άνθρωποι, που δεν ήξερε ποιοι, ούτε για ποιο λόγο, σκάβανε ανάμεσα απ’ τους ανθρώπους χαντάκια, σήκωναν αξεπέραστα βουνά. Ποιοι ήταν και γιατί το κάνανε; Ένα μόνο καταλάβαινε. Ότι σ’ αυτή τη ζωή είχε ο καθένας τη θέση του, που δεν ήταν όμοια για όλους. Τώρα, ποιος ήταν αυτός που μοίραζε τις θέσεις;…Μήπως ο θεός; Μα οι μεγάλοι, εξόν από τ’ άλλα κακά που κάνανε, κάνανε και τούτο : Φτιάξανε το Θεό σύμφωνα με το μπόι τους και δεν περίσσευε Θεός για παιδιά.» Μ. Λουντέμης: Ένα παιδί μετράει τ άστρα.

Ρούλα Καραγιάννη

Δείτε ακόμα...