«Πρέπει να συνεχίσουμε να υποβαθμίζουμε την πολεμική μηχανή του Πούτιν», τόνισε χτες η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, σχετικά με τις τελευταίες κυρώσεις της ΕΕ κατά της Ρωσίας
Η ΕΕ ενέκρινε το 13ο πακέτο κυρώσεων «στο πλαίσιο της επιθετικότητας της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας», ανέφερε η βελγική προεδρία, κάνοντας λόγο για ένα από τα ευρύτερα πακέτα κυρώσεων, το οποίο θα εγκριθεί εγκαίρως για τη δεύτερη επέτειο έναρξης της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία στις 24 Φλεβάρη.
Με το νέο πακέτο θα προστεθούν στη λίστα σχεδόν 200 οντότητες και φυσικά πρόσωπα, αλλά δεν θα υπάρξουν νέα «τομεακά» μέτρα, ενώ σύμφωνα με την φον ντερ Λάιεν «κόβει την πρόσβαση της Ρωσίας σε drones».
Διπλωμάτες δήλωσαν ότι οι νέες κυρώσεις περιλαμβάνουν την προσθήκη τριών κινεζικών εταιρειών σε έναν κατάλογο επιχειρήσεων με τις οποίες απαγορεύτηκε να συναλλάσσονται οι αντίστοιχες της ΕΕ. Οι εταιρείες – οι πρώτες στην ηπειρωτική Κίνα που στοχοποιήθηκαν από τα μέτρα – κατηγορήθηκαν για συμμετοχή στην παροχή ευαίσθητης στρατιωτικής τεχνολογίας στη Ρωσία.
Συμπεριλήφθηκαν επίσης εταιρείες στην Τουρκία και στην Ινδία, καθώς η ΕΕ στοχεύει όλο και περισσότερο τρίτες χώρες επειδή βοηθούν τη Μόσχα να παρακάμψει τις κυρώσεις της.
Ως μέρος του νέου πακέτου, διπλωμάτες είπαν ότι η ΕΕ επέβαλε επίσης δέσμευση περιουσιακών στοιχείων και απαγόρευση βίζας στον υπουργό Αμυνας της Βόρειας Κορέας, Kανγκ Σουν Ναμ, για την προμήθεια βαλλιστικών πυραύλων στη Μόσχα.
Η ΕΕ μέχρι στιγμής έχει θέσει περίπου 2.000 αξιωματούχους και οντότητες στη μαύρη λίστα, αναφέρει το Γαλλικό Πρακτορείο. Η Βρετανία επέβαλε κυρώσεις σε έξι πρόσωπα, επικεφαλής στη σωφρονιστική αποικία στην Αρκτική όπου πέθανε την περασμένη βδομάδα ο ηγέτης της ρωσικής αντιπολίτευσης Αλ. Ναβάλνι. «Σημαντικές κυρώσεις» για τον θάνατο Ναβάλνι προανήγγειλε και ο Λευκός Οίκος.
Οι κυρώσεις «πλήττουν σκληρά το ρωσικό στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα, προκαλώντας σοβαρές καθυστερήσεις και αύξηση του κόστους», σημείωσαν «Δυτικοί» αξιωματούχοι, προσθέτοντας ότι «οι δυνατότητες εγχώριας παραγωγής πολεμοφοδίων της Ρωσίας είναι προσωρινά αναποτελεσματικές για να ανταποκριθεί στις ανάγκες του πολέμου».
Για τη Γερμανία, πάντως, το κόστος του πολέμου στην Ουκρανία υπερβαίνει τα 200 δισ. ευρώ, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Γερμανικού Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών (DIW).
Κυρίως το υψηλό ενεργειακό κόστος μείωσε την ανάπτυξη της γερμανικής οικονομίας κατά 2,5 ποσοστιαίες μονάδες για το 2022 και κατά αντίστοιχο ποσοστό το 2023 μέχρι σήμερα. Αυτό είναι μόνο το «άμεσο οικονομικό κόστος», καθώς προκύπτει επιπλέον επιβάρυνση από τις «κλιμακούμενες γεωπολιτικές και γεωοικονομικές συγκρούσεις, ειδικά με την Κίνα», οι οποίες πλήττουν ιδιαίτερα τις εξαγωγικές εταιρείες. Οι «απώλειες για το 2022 ανήλθαν σε 100 δισ. ευρώ και στα 140 δισ. για το 2023», σημειώνει το Ινστιτούτο.



