Την αντίθεση σε μια σειρά διατάξεις που αφορούν την Επιθεώρηση Εργασίας εξέφρασε εκ μέρους του Συλλόγου Επιθεωρητών Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία η πρόεδρός του Παναγιώτα Ρόζου, μιλώντας σήμερα στη συνεδρίαση της Επιτροπής Παραγωγής και Εμπορίου της Βουλής, όπου καλέστηκαν φορείς να τοποθετηθούν σχετικά με το νέο αντιλαϊκό και αντεργατικό νομοσχέδιο του υπουργείου Ανάπτυξης, το οποίο, μεταξύ άλλων, οδηγεί ουσιαστικά και στην κατάργηση της Επιθεώρησης Εργασίας και στην παράδοσή της σε ιδιώτες.
Όπως είπε, πιο συγκεκριμένα, αλλοιώνεται η αποστολή της Επιθεώρησης Εργασίας, ενώ καταργείται και η λειτουργική ανεξαρτησία της μέσα από την υπαγωγή της στην Εποπτεία Ελέγχων του υπουργείου Ανάπτυξης, εξηγώντας πως το νομοσχέδιο δεν προσανατολίζεται στην προστασία των εργαζομένων και στην επιβολή της εργατικής νομοθεσίας που αποτελούν και στόχους της Επιθεώρησης Εργασίας, αλλά στην πραγματικότητα εφαρμόζεται μια «αναπτυξιακή πολιτική», με διευκολύνσεις και απλουστεύσεις διαδικασιών προς όφελος των επιχειρηματικών ομίλων.
Αναφερόμενη στα προβλεπόμενα «φύλλα ελέγχου» στο πλαίσιο της Εποπτείας, η Π. Ρόζου ανέδειξε ότι αυτά «αντικαθιστούν την κρίση του επιθεωρητή, προαποφασίζουν το αποτέλεσμα του ελέγχου και περιορίζουν τη διακριτική ευχέρεια μεταξύ σύστασης προθεσμίας ή κύρωσης».
Σε σχέση με την απαράδεκτη ρύθμιση για το «μητρώο ελεγκτών» και για τη δυνατότητα που δίνει η κυβέρνηση να ασκούν ελεγκτικές αρμοδιότητες από φυσικά ή νομικά πρόσωπα, η πρόεδρος του Συλλόγου επισήμανε πως κάτι τέτοιο «ανοίγει την πόρτα» σε ιδιωτικές εταιρείες και στη μετατροπή της προστασίας των εργαζομένων σε «αντικείμενο ιδιωτικής πιστοποίησης», διευκρινίζοντας πως κάτι τέτοιο καταστρατηγεί και την 81 Διεθνή Σύμβασης Εργασίας, «στην οποία προβλέπεται ρητά ότι τα καθήκοντα του Επιθεωρητή Εργασίας ασκούν δημόσιοι υπάλληλοι».
Η Π. Ρόζου στηλίτευσε και την προσπάθεια της κυβέρνησης να περιορίσει τον αιφνιδιαστικό χαρακτήρα των ελέγχων με τη δυνατότητα που δίνει για κοινοποίηση της απόφασης για διενέργεια ελέγχου στον εποπτευόμενο (!) φορέα, προειδοποιώντας τον με αυτόν τον τρόπο και κατ’ επέκταση αυξάνοντας τον κίνδυνο για απόκρυψη παραβάσεων. Επιπλέον, για τη δυνατότητα που δίνεται στην ελεγχόμενη επιχείρηση είτε, να αιτείται εξαίρεση του ελεγκτή, είτε να διατυπώνει ενστάσεις ακόμα και κατά τη διάρκεια του ελέγχου, η πρόεδρος του Συλλόγου προειδοποίησε ότι ανοίγει ο δρόμος «της παρεμπόδισης και του περιορισμού του ελέγχου».
Σχετικά με τη διάταξη που αναφέρει ότι οι ελεγκτές «ασκούν εποπτεία μόνο μετά από υπηρεσιακή έγγραφη ή προφορική εντολή και ανάθεση διεξαγωγής ελέγχου», η πρόεδρος του Συλλόγου υπογράμμισε πως μια τέτοια αναφορά αντιτίθεται στη λειτουργική ανεξαρτησία και στις ισχυρές ελεγκτικές εξουσίες της Επιθεώρησης Εργασίας και των Επιθεωρητών της, οι οποίοι ξεκαθάρισε πως «έχουν ελεγκτική αρμοδιότητα λόγω της ιδιότητάς τους, εκ του νόμου και δεν χρειάζονται εντολή για κάθε έλεγχο».
Τέλος, ξεκαθάρισε πως για την Επιθεώρηση Εργασίας «αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα» αποτελεί «η υπεράσπιση της υγείας και της ασφάλειας και της αξιοπρέπειας των εργαζομένων», δηλώνοντας, εκ μέρους του Συλλόγου, την απόρριψη των σχετικών άρθρων και την απαίτηση να αποσυρθούν.



