Σε συνθήκες όπου όλα καθορίζονται από τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, απ’ τον πόλεμο καθορίζονται και τα καθήκοντα της βρώμικης σοσιαλδημοκρατίας. Αυτά όμως δεν περιορίζονται μόνο στην υπερψήφιση των τεράστιων πολεμικών δαπανών, στην εμπλοκή στα ιμπεριαλιστικά σχέδια ΗΠΑ – ΝΑΤΟ – ΕΕ, στην «πρώτη θέση» που έχουν πιάσει στο μακελειό οι σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις από την Ισπανία έως τη Βρετανία.
Αφορούν πολύ περισσότερο κάτι βαθύτερο, το πώς θα επιβάλλουν στις νέες συνθήκες την ταξική ειρήνη, θα στρατεύσουν τους εργαζόμενους στους στόχους της αστικής τάξης σε περίοδο πολεμικής προετοιμασίας και αναμέτρησης, γνωρίζοντας πως αυτή η στράτευση αποτελεί αναγκαία συνθήκη για να δώσουν οι καπιταλιστές τη μάχη με τα άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα. Το πώς θα θωρακίσουν το αστικό κράτος και τους μηχανισμούς του, μέσα από μια σειρά «μετρήσιμους στόχους» πολεμικής προετοιμασίας, με το βλέμμα στα όσα είναι μπροστά, το πώς θα υπερασπιστούν την «καρδιά» του σάπιου καπιταλιστικού συστήματος που προκαλεί τον πόλεμο, το ίδιο το σύστημα της εκμετάλλευσης και την εξουσία του κεφαλαίου. Γνωρίζοντας πως οι ρωγμές και οι «ευπάθειες» που προκαλεί ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος σε όλα τα επίπεδα, τα αδιέξοδα και οι αντιφάσεις της καπιταλιστικής οικονομίας και οι σχετικά πιο περιορισμένες δυνατότητες ενσωμάτωσης σε σχέση με χτες, αντικειμενικά μεγαλώνουν τη λαϊκή δυσαρέσκεια, γεννάνε δυνατότητες αυτή να συναντηθεί με την επαναστατική πολιτική και δράση, να οδηγηθεί στη συνολική αμφισβήτηση του συστήματος.Και από αυτήν την άποψη, έχει σημασία, παρακολουθώντας κανείς τις διεργασίες στη σοσιαλδημοκρατία (αναλυτικότερα βλέπε το κείμενο της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ, «Εξελίξεις και διαπάλη με τη σοσιαλδημοκρατία», ΚΟΜΕΠ τ. 3/2026), διαβάζοντας κανείς κάθε θέση της σοσιαλδημοκρατίας – τα περί «νέου παραγωγικού μοντέλου», «νέου κοινωνικού συμβολαίου», «δημόσιου ελέγχου σε στρατηγικούς τομείς της οικονομίας», «αποκεντρωμένου κράτους» – να μπορεί να διακρίνει ταυτόχρονα και τους συγκεκριμένους πολεμικούς στόχους του κεφαλαίου και των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών που βρίσκονται κάτω από κάθε «φιλολαϊκή» διακήρυξη και σύνθημα.
«Βρυχηθμός πολέμου» η «αλλαγή παραγωγικού μοντέλου»
«Τι πρέπει να μπορεί να παράγει η Ελλάδα σε δέκα χρόνια από σήμερα;» ρωτούσε την περασμένη Τετάρτη ο Αλ. Τσίπρας από την ΔΕΘ, απαντώντας μεταξύ άλλων «Ενεργειακό εξοπλισμό και συστήματα αποθήκευσης. Ναυτιλιακή τεχνολογία. Κρίσιμα υλικά. Αμυντικά προϊόντα και σύγχρονα δίκτυα μεταφορών».
Ο Τσίπρας βέβαια κάθε άλλο παρά πρωτοτυπεί όταν παρουσιάζει το υποτιθέμενο «νέο» παραγωγικό μοντέλο: Τους ίδιους ακριβώς στόχους βάζει και το «όραμα» της κυβέρνησης για το 2030, το ΠΑΣΟΚ που διαμαρτύρεται ότι «του αντέγραψε κατά 80% το πρόγραμμα» και ξεκαθαρίζει πως «δεν μπορεί να υπάρχει κούρσα εξοπλισμών χωρίς την ελληνική αμυντική βιομηχανία», ο ΣΥΡΙΖΑ κ.ο.κ.Το ενδιαφέρον δεν είναι μόνο πως το «νέο» παραγωγικό μοντέλο, ίδια όπως το «παλιό», καθορίζεται και ιεραρχεί όσα φέρνουν το μέγιστο κέρδος στο κεφάλαιο ή συνδέονται με τους «εθνικούς» στόχους της αστικής τάξης για τη μετατροπή της χώρας σε ενεργειακό και διαμετακομιστικό κόμβο. Το ενδιαφέρον είναι πως όλα αυτά περιλαμβάνονται «με το νι και με το σίγμα» σε όλες τις πρόσφατες ευρωατλαντικές αποφάσεις που προετοιμάζουν τη γενίκευση του πολέμου, επιβεβαιώνοντας πως στις νέες συνθήκες οι στόχοι του κεφαλαίου περνάνε ακριβώς μέσα από τη συμμετοχή στον πόλεμο, πως η εμπλοκή είναι «τρόπος ύπαρξης» για την αστική τάξη, τα κέρδη και τα συμφέροντά της:
– Τα «σύγχρονα δίκτυα μεταφορών» για τα οποία μιλάνε αφορούν όχι μόνο το εμπόριο αλλά και τη «στρατιωτική κινητικότητα» που ΝΑΤΟ και ΕΕ θέτουν ως βασικό στόχο, με ένα ολόκληρο πλαίσιο για τις «υποδομές διττής χρήσης», τη «στρατιωτική Σέγκεν» (Στρατηγική της ΕΕ για τη Στρατιωτική Κινητικότητα, Αναθεωρημένος Κανονισμός για το Διευρωπαϊκό Δίκτυο Μεταφορών κ.ο.κ.), ασκήσεις μετακίνησης δυνάμεων και αντίστοιχη πολεμική διάταξη, στο πλαίσιο των σχεδίων που είδαν τις προηγούμενες μέρες το φως της δημοσιότητας για απευθείας σύγκρουση με τη Ρωσία.
– Η ανάπτυξη της «ναυτιλιακής τεχνολογίας» αντίστοιχα αφορά όχι μόνο τα κέρδη των εφοπλιστών αλλά και την άλλη τους όψη, την εμπλοκή, τις στρατιωτικές τεχνολογίες και υποδομές ελέγχου των βασικών θαλάσσιων διόδων και «σημείων πνιγμού» στον ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό. Τα σχέδια «αναζωογόνησης» των ναυπηγείων δεν προορίζονται προφανώς προς όφελος των λαϊκών αναγκών, αλλά αντίθετα με την κρατική εποπτεία και τη «συνδρομή» ξένων κεφαλαίων, μετατρέπονται σε κέντρα υποστήριξης, επισκευής και παραγωγής για τις πολεμικές μηχανές των ΗΠΑ και της ΕΕ, καθιστώντας τη χώρα μας «πρώτη γραμμή» στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς και τον λαό μας στόχο αντιποίνων ανά πάσα ώρα και στιγμή. Tα σχέδια αναβάθμισης των λιμανιών πάνε χέρι χέρι με τη μετατροπή τους σε πολεμικά ορμητήρια, σύμφωνα και με τη νέα «Βιομηχανική Ναυτιλιακή Στρατηγική» της ΕΕ, τη «Στρατηγική της ΕΕ για τους Λιμένες», το αναθεωρημένο πλαίσιο ελέγχου των άμεσων ξένων επενδύσεων, τον κανονισμό για τις ξένες επιδοτήσεις και την «Ευρωπαϊκή Συμμαχία Λιμένων».1Ο έλεγχος των «κρίσιμων υλικών» και οι υποδομές αποθήκευσης Ενέργειας και καυσίμων δεν αποτελούν μόνο βασικά επίδικα της ιμπεριαλιστικής σύγκρουσης αλλά και κρίσιμα στοιχεία για την ίδια την πολεμική αναμέτρηση, όπως δείχνει και η Σύνοδος του ΝΑΤΟ τον περασμένο Ιούλη, εκεί όπου ανακοινώθηκε η πρωτοβουλία για τη διαχείριση «κρίσιμων αμυντικών υλικών», με τη συμμετοχή και της Ελλάδας, με το NATO να έχει χαρτογραφήσει την εξάρτηση συγκεκριμένων οπλικών συστημάτων από δεκάδες υλικά, και να επιχειρεί να διασφαλίσει την «ασφάλεια εφοδιασμού», τη δημιουργία stock και άλλες αντίστοιχες πρωτοβουλίες μέσα από τον «Οδικό Χάρτη για την Ασφάλεια της Εφοδιαστικής Αλυσίδας Κρίσιμης Σημασίας για την Αμυνα» (Defence-Critical Supply Chain Security Roadmap). Οπως επίσης στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ ανακοινώθηκαν και 27 δισεκατομμύρια επενδύσεις μόνο σε υποδομές αποθήκευσης καυσίμων, «ιστορικό βήμα για την ενίσχυση της αλυσίδας εφοδιασμού καυσίμων του ΝΑΤΟ, προκειμένου να διασφαλίσουν ότι οι δυνάμεις μας διαθέτουν τα ενεργειακά αποθέματα που χρειάζονται για την ετοιμότητά τους σε περίπτωση πολεμικών επιχειρήσεων», όπως έλεγε τότε ο γγ του ΝΑΤΟ, Ρούτε.
Και βέβαια τα καλέσματα για «μια νέα βιομηχανική πολιτική» που απευθύνουν οι δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας δεν αφορούν το πώς θα ικανοποιηθούν οι λαϊκές ανάγκες αλλά «κουμπώνουν» με τα παραγγέλματα του γγ του ΝΑΤΟ από την πρόσφατη Σύνοδο στη Αγκυρα: «Το βουητό των μηχανών να γίνει βρυχηθμός!», με μια νέα «βιομηχανική επανάσταση» για την πολεμική προετοιμασία, τα «αμυντικά υλικά» για τα οποία μιλάει ο Τσίπρας, δηλαδή τα όπλα και το πολεμικό υλικό για τη συμμετοχή στις βρώμικες ευρωατλαντικές αποστολές και για κομμάτι από τη λεία του πολέμου και των εξοπλισμών, σε πλήρη αντιστοιχία με τις ΝΑΤΟικές αποφάσεις για 5% του ΑΕΠ σε πολεμικές δαπάνες, τις ευρωενωσιακές αποφάσεις για πάνω από 800 δισ. στον πόλεμο που προβλέπει το πρόγραμμα Rearm, την προετοιμασία για έναν γενικευμένο πόλεμο.
Αξίζει δε να καταγράψουμε εδώ και την παρέμβαση του τραπεζίτη Σάλλα, που σε άρθρο του την προηγούμενη Κυριακή στο «Βήμα», διασυνδέοντας ακριβώς τις έννοιες της «οικονομικής ασφάλειας» και της στρατιωτικής προετοιμασίας έγραφε πως «η χώρα χρειάζεται, επομένως, δύο συμπληρωματικές ασπίδες. Την “Ασπίδα του Αχιλλέα” για την προστασία του εθνικού χώρου και το “Σχέδιο Αθηνά” για την προστασία της οικονομικής και παραγωγικής της υπόστασης», εντάσσοντας σε αυτό την «ενεργειακή ασφάλεια» με «διαφοροποιημένες πηγές εφοδιασμού, αποθήκευση Ενέργειας, σύγχρονα δίκτυα και ισχυρές διεθνείς διασυνδέσεις… σχέδιο προστασίας των ενεργειακών υποδομών από φυσικές καταστροφές, κυβερνοεπιθέσεις και γεωπολιτικές αναταράξεις», «διατροφική και υδατική ασφάλεια» μεταξύ άλλων με «στρατηγικά αποθέματα και διασφάλιση της εγχώριας παραγωγής βασικών αγαθών», «τεχνολογική και ψηφιακή αυτονομία», «εφοδιαστική ανθεκτικότητα», ώστε «να γνωρίζουμε ποια κρίσιμα προϊόντα μπορεί να στερηθεί η χώρα σε περίπτωση μιας μεγάλης διεθνούς διαταραχής. Φάρμακα, ηλεκτρονικά εξαρτήματα, αμυντικό υλικό, τρόφιμα και μηχανήματα» όπως και «δημοσιονομική και χρηματοπιστωτική αντοχή», αφού όπως έλεγε «η μείωση του δημόσιου χρέους, τα επαρκή ταμειακά διαθέσιμα και ένα ισχυρό τραπεζικό σύστημα … Είναι προϋποθέσεις εθνικής αυτονομίας». Εσπευδε δε να πει πως απ’ όλα σημαντικότερο είναι «οι άνθρωποι», το κατάλληλο εργατικό και επιστημονικό προσωπικό, δείχνοντας και το τι τελικά υπολογίζουν οι καπιταλιστές σαν τον πιο κρίσιμο παράγοντα και προς τι και η ανάγκη στράτευσης. Ενώ πρόσθετε πως «η πραγματική εθνική αυτοπεποίθηση δεν γεννιέται από διακηρύξεις. Γεννιέται από την προετοιμασία. Από την οικονομία που παράγει, το κράτος που προβλέπει, την κοινωνία που αντέχει και την ηγεσία που τολμά να κοιτάξει πέρα από τον επόμενο εκλογικό κύκλο».
«Παράγουμε περισσότερα» για την πολεμική οικονομία
Τα σχέδια αυτά, ιδιαίτερα αυτά που αφορούν την «αναζωογόνηση» της βιομηχανίας πάνε χέρι χέρι με τον νέο «εθνικό» στόχο του κεφαλαίου στον οποίο πρωτοστατεί η σοσιαλδημοκρατία, αυτόν της «ανόδου της παραγωγικότητας», της έντασης δηλαδή της εκμετάλλευσης ως προϋπόθεσης, ώστε να αντεπεξέλθει στον ανταγωνισμό και στην πολεμική προετοιμασία. Το σύνθημα «παράγουμε περισσότερα, μοιράζουμε δικαιότερα» του Τσίπρα, ο «μετρήσιμος στόχος για την ανάκαμψη της παραγωγικότητας της εργασίας από το 54% του ευρωπαϊκού μέσου όρου που βρίσκεται σήμερα, στο 75% έως τις αρχές της επόμενης δεκαετίας» που έθετε ο Ανδρουλάκης από το βήμα του ΣΕΒ, αυτό ακριβώς αφορούν και μαζί την προσπάθεια οι εργαζόμενοι να πιστέψουν το χρεοκοπημένο ψέμα πως η βελτίωση της θέσης τους περνάει μέσα από την προσπάθεια να μεγαλώσουν την πίτα των κερδών των εκμεταλλευτών τους. Στόχοι και προσχήματα που βεβαίως μοιράζονται με την κυβέρνηση της ΝΔ όπως έδειξε και η ΔΕΘ.
Θυμίζουμε πως ήδη από την περιβόητη έκθεση Ντράγκι για την ανταγωνιστικότητα της ΕΕ στο επίκεντρο έχει μπει αυτό ακριβώς το ζήτημα, ως κομβικό για το ενωσιακό κεφάλαιο σε περίοδο «γεωπολιτικών αναταραχών», με διάχυτο τον «προβληματισμό» για το ότι η «ψαλίδα στο ΑΕΠ μεταξύ της ΕΕ και των ΗΠΑ έχει μεγαλώσει, κυρίως λόγω της εντονότερης επιβράδυνσης της αύξησης της παραγωγικότητας στην Ευρώπη», όπως βέβαια και για τις δυνατότητες που δίνει στην Κίνα (και) το χαμηλό εργασιακό «κόστος». Απέναντι σε αυτά, η έκθεση σημείωνε πως «όσο πιο πρόθυμη είναι η ΕΕ να μεταρρυθμιστεί για να δημιουργήσει αύξηση της παραγωγικότητας, τόσο περισσότερο θα αυξηθεί ο δημοσιονομικός χώρος και τόσο πιο εύκολο θα είναι για τον δημόσιο τομέα να παράσχει αυτή τη στήριξη», ώστε οι επιχειρηματικοί όμιλοι να κλείσουν το κενό της ανταγωνιστικότητας με τα αντίπαλα ιμπεριαλιστικά κέντρα.
Στην πραγματικότητα, πρόκειται για σήμα νέας επίθεσης σε μισθούς, συμβάσεις, παραπέρα εντατικοποίησης της εργασίας, έντασης της εκμετάλλευσης, με τις δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας να πρωτοστατούν σε όλη την Ευρώπη, όπως δείχνει και το παράδειγμα της Γερμανίας όπου τα ελεγχόμενα από τη σοσιαλδημοκρατία συνδικάτα πρωτοστατούν στη μετατροπή της παραγωγής σε πολεμική (π.χ. αυτοκινητοβιομηχανίες), στο όνομα της προστασίας των θέσεων εργασίας.
Στην άλλη όψη του ίδιου νομίσματος, βρίσκονται οι «επισημάνσεις» και οι υπενθυμίσεις της σοσιαλδημοκρατίας πως «η ανταγωνιστικότητα δεν καθορίζεται από χαμηλούς μισθούς» (Ανδρουλάκης σε ΣΕΒ), πως «οι χαμηλοί μισθοί δεν είναι συγκριτικό πλεονέκτημα. Είναι η άλλη όψη της χαμηλής παραγωγικότητας και το βασικό κίνητρο για να παραμένει μια επιχείρηση σε δραστηριότητες μικρής προστιθέμενης αξίας» (Τσίπρας σε ΔΕΘ), σε μια προσπάθεια να θυμίσουν στην αστική τάξη πως οι στόχοι της περνάνε μέσα και από την προσπάθεια ενσωμάτωσης και στοίχισης της εργατικής τάξης στα προτάγματά της. Η πλευρά αυτή άλλωστε της αστικής πολιτικής αποτυπώνεται και στην αθλιότητα της «Κοινωνικής Συμφωνίας» που υπέγραψε η ξεπουλημένη ηγεσία της ΓΣΕΕ και οι συνδικαλιστές ΠΑΣΟΚ – ΣΥΡΙΖΑ – ΝΔ, από κοινού με την κυβέρνηση και τους εργοδοτικούς φορείς, υπηρετώντας – με προμετωπίδα την «επαναφορά των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας» – από τη μια τη γενική ισοπέδωση μισθών και δικαιωμάτων και από την άλλη την εξασφάλιση της «κοινωνικής ειρήνης», την ταφόπλακα δηλαδή στις διεκδικήσεις, μέσα από την αναβάθμιση του ρόλου της ΓΣΕΕ στην υπογραφή συμβάσεων.
Αξίζει εδώ να θυμίσουμε πως τον βρώμικο αυτό ρόλο με «φιλεργατικό» μανδύα τον έχει παίξει διαχρονικά και ιστορικά η σοσιαλδημοκρατία σε κάθε μεγάλο ιμπεριαλιστικό πόλεμο:2 Οχι μόνο στηρίζοντας τους «νόμους πολεμικής παραγωγής», την καταναγκαστική εργασία, την 13ωρη δουλειά κ.ο.κ., αλλά αναλαμβάνοντας ενεργό ρόλο στην προσπάθεια διασφάλισης της «κοινωνικής ειρήνης», σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα και με μάσκα «διεκδίκησης», που στόχο είχε τη διασφάλιση εργατικού δυναμικού για τις βιομηχανίες μέσα και από κρατικές επιδοτήσεις και άλλες διευκολύνσεις. Ηταν στο πλαίσιο αυτό π.χ. που η Βρετανία δημιούργησε, για πρώτη φορά, ξεχωριστό υπουργείο Εργασίας το 1916 (με λόγο των συνδικάτων) για την κάλυψη των πολεμικών αναγκών και την επιστράτευση των γυναικών στην παραγωγή, η Γερμανία την ίδια χρονιά εισήγαγε τον Νόμο περί Επικουρικής Υπηρεσίας (Hilfsdienstgesetz), ο οποίος πλάι στην υποχρεωτική εργασία των ανδρών που δεν πολεμούσαν δημιουργούσε επιτροπές διαιτησίας και επέτρεπε στους εργαζόμενους να υποβάλλουν συλλογικά παράπονα, ενώ ο περιβόητος σοσιαλδημοκράτης Albert Thomas στη Γαλλία επίσης κάτω από «φιλεργατικό» μανδύα δημιούργησε την «Υπηρεσία Εργατών» για τη ρύθμιση του εργατικού δυναμικού στα εργοστάσια οπλισμού.
«Νέο κοινωνικό συμβόλαιο»… ασφάλεια ζωής για το αστικό κράτος
«Η Ευρώπη δεν μπορεί να κάνει τον “Πόντιο Πιλάτο”. Και ας αφήσουν κάποιοι τα ψευτοδιλήμματα. Μας λένε: “τι θέλουμε τελικά στην Ευρώπη; Ασφάλεια ή κοινωνικό κράτος;”. Εμείς οι σοσιαλιστές, οι πατριώτες, τα θέλουμε και τα δύο» έλεγε την περασμένη Πέμπτη από το Ηράκλειο ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, προσθέτοντας μάλιστα πως «μια Ευρώπη με κοινή εξωτερική πολιτική, με τη δική της αμυντική βιομηχανία, με τα κοινά εξοπλιστικά προγράμματα», είναι δήθεν όρος για τη δικαιότερη κατανομή των βαρών εντός της ιμπεριαλιστικής ένωσης και «για να σταματήσει ο δικός μας λαός να πληρώνει δισεκατομμύρια σε εξοπλισμούς, ενώ κάποιοι κάνουν νοσοκομεία στην κεντρική Ευρώπη». Τα ίδια λέει και το κόμμα Τσίπρα, αλλά – υπό τον μανδύα του «ριζοσπαστικού ρεαλισμού» απέναντι στην «σοσιαλδημοκρατία της αφομοίωσης» – και ο Δούκας και λοιποί με τα περί ότι «πρέπει να επενδύσουμε στην προσιτή στέγαση και όχι σε ατέρμονους πολέμους».
Ακόμα βέβαια κι αν κανείς παρακάμψει το γεγονός ότι το κεφάλαιο επενδύει εκεί όπου έχει το μεγαλύτερο κέρδος, ακόμα κι αν κανείς αγνοήσει το γεγονός ότι ποτέ και πουθενά οι λαϊκές ανάγκες δεν μπήκαν στο επίκεντρο σε μια κοινωνία που βασίζεται στο κέρδος, ότι η πολεμική προετοιμασία δεν μπορεί παρά να βασίζεται στη λεηλασία των όποιων κοινωνικών δαπανών, πίσω από τα υποτιθέμενα «φιλολαϊκά» συνθήματα περί «νέου κοινωνικού συμβολαίου», «κοινωνικού κράτους», «μη περικοπών» στο όνομα των πολεμικών δαπανών, η βρώμικη σοσιαλδημοκρατία μιλάει για κάτι πολύ διαφορετικό απ’ αυτό που έχει στο μυαλό του ο λαός όταν παλεύει για τις σύγχρονες ανάγκες του. Και συγκεκριμένα για το πώς σε συνθήκες μεγάλης κοινωνικής δυσαρέσκειας και κλονισμών για την αστική εξουσία που βρίσκονται μπροστά, το αστικό κράτος θα …μαγειρέψει πριν πεινάσει, θωρακίζοντας την εξουσία των καπιταλιστών – εκμεταλλευτών.
Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από τη Διακήρυξη της (ελεγχόμενης από τη σοσιαλδημοκρατία) Γερμανικής Συνομοσπονδίας Συνδικάτων (DGB) -«για μια πολιτική ειρήνης»3 και αξίζει να παραθέσουμε όλο τον συλλογισμό:
«…Η Ευρωπαϊκή Ενωση και τα ευρωπαϊκά κράτη του ΝΑΤΟ διατρέχουν, επομένως, ολοένα και περισσότερο τον κίνδυνο να γίνουν πιόνια στο παιχνίδι των αντίπαλων συμφερόντων των μεγάλων δυνάμεων.
Η Γερμανική Συνομοσπονδία Συνδικάτων (DGB) και τα συνδικάτα – μέλη της αναγνωρίζουν, επομένως, την αναγκαιότητα ενίσχυσης των συλλογικών αμυντικών δυνατοτήτων στη Γερμανία και την Ευρώπη. (…)
Στην Ευρώπη, χρειαζόμαστε μια σαφή, κοινή δέσμευση για το τι πραγματικά σημαίνει η ενίσχυση των αμυντικών μας δυνατοτήτων – δηλαδή, την υπεράσπιση της φιλελεύθερης δημοκρατίας μας και του μοντέλου της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς. (…)
Η εμπιστοσύνη στη δημοκρατία μας και στο οικονομικό και κοινωνικό μας μοντέλο εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από ισχυρά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης, ένα καλά ανεπτυγμένο σύστημα δημόσιας πρόνοιας, ένα εκπαιδευτικό σύστημα υψηλών επιδόσεων και ένα ενεργά διαμορφούμενο κράτος που επενδύει σε μεγάλο βαθμό στο μέλλον. Ολα αυτά αποτελούν βασικά στοιχεία του μοντέλου κοινωνικής οικονομίας της αγοράς, το οποίο αποτελεί και το μεγαλύτερο ανταγωνιστικό μας πλεονέκτημα στον διεθνή συστημικό ανταγωνισμό.
Οι στρατιωτικές δαπάνες σε επίπεδο που επηρεάζει μαζικά τη δημόσια χρηματοδότηση όλων αυτών των (κοινωνικών) κρατικών καθηκόντων δεν ενισχύουν τις αμυντικές μας ικανότητες, αλλά μάλλον επιτυγχάνουν το αντίθετο: αυξάνουν την ευπάθεια της δημοκρατίας μας τόσο από μέσα όσο και από έξω..».
Με δυο λόγια, οι στοιχειώδεις παροχές (που κι αυτές απέχουν χιλιόμετρα από τις πραγματικές ανάγκες και τις σύγχρονες δυνατότητες) τις οποίες η σοσιαλδημοκρατία βαφτίζει κοινωνικό κράτος δεν είναι τίποτα περισσότερο από «επένδυση στην άμυνα» του σάπιου εκμεταλλευτικού συστήματος που σπέρνει τον πόλεμο, προσπάθεια θωράκισης της καπιταλιστικής εξουσίας.
Στο ίδιο ακριβώς πνεύμα και η αμαρτωλή Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Συνδικάτων (ΕΣΣ – ETUC) σημείωνε στην δική της «Διακήρυξη για την Ειρήνη και την Ασφάλεια»4πως «Η ETUC επαναλαμβάνει ότι η χρηματοδότηση για κοινωνικούς στόχους πρέπει να διαφυλαχθεί από την εξάντληση μέσω ανακατανομής σε πρωτοβουλίες άμυνας ή ασφάλειας και, αντίθετα, θα πρέπει να αυξηθεί. Η ανακατεύθυνση των κονδυλίων συνοχής σε άλλο σκοπό θα ήταν κοντόφθαλμη όχι μόνο οικονομικά (…) αλλά και πολιτικά, απειλώντας την αίσθηση του κοινού σκοπού που η Ευρώπη χρειάζεται περισσότερο από ποτέ».
«Δημόσιος έλεγχος» όπως «στρατηγική αυτάρκεια»
Στο ίδιο κείμενό της η ETUC προσθέτει: «Η ΕΕ πρέπει να επικεντρωθεί σε μια ευρύτερη έννοια της ασφάλειας που να λαμβάνει υπόψη την αναγκαιότητα της κοινωνικής ανθεκτικότητας (…) και να αντιμετωπίζει τις απειλές κατά της δημοκρατίας και τις παρεμβάσεις από εχθρικές ξένες κυβερνήσεις ή εταιρείες, την κυβερνοασφάλεια, την παραπληροφόρηση (…) Αυτό περιλαμβάνει απαραίτητα την εγγύηση της στρατηγικής αυτονομίας και αυτάρκειας της ΕΕ σε όλους τους τομείς που σχετίζονται με την ασφάλειά της, όπως η ψηφιακή τεχνολογία, η Υγεία, τα τρόφιμα, η επιστήμη, η Ενέργεια, το νερό, η βιομηχανία και οι μεταφορές κ.λπ., την ενίσχυση των δημόσιων υπηρεσιών και υποδομών έκτακτης ανάγκης…».
Με ευκολία μπορεί και εδώ κανείς να διακρίνει μια άλλη αιχμή των σοσιαλδημοκρατικών παραμυθιών σε όλες τις εκδοχές τους, από τα «δημόσια αγαθά» του Τσίπρα και του ΣΥΡΙΖΑ μέχρι τον «δημοκρατικό ριζοσπαστικό ρεαλισμό» του Δούκα, που κατά τον ίδιο «επαναφέρει την ανάγκη επανάκτησης του δημόσιου ελέγχου (…) δηλαδή στρατηγικών τομέων της οικονομίας, κρίσιμων υποδομών και δικτύων (όπως η Ενέργεια, το νερό και οι μεταφορές) υπό την ιδιοκτησία ή τον αποφασιστικό έλεγχο του κράτους και των τοπικών κοινωνιών».
Η σοσιαλδημοκρατία, όπως και διάφορα οπορτουνιστικά μορφώματα, επιχειρεί να παρουσιάσει αυτήν τη στροφή ως «επιστροφή» κάποιου ταξικά ουδέτερου, δήθεν «κοινωνικού κράτους» ή ως «προστασία των δημόσιων αγαθών». Πρόκειται για μια τεράστια απάτη, αφού ο «δημόσιος έλεγχος» που ευαγγελίζεται σήμερα η ΕΕ δεν έχει καμία σχέση με την ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών και ούτε βέβαια θα μπορούσε στο πλαίσιο της καπιταλιστικής οικονομίας και εξουσίας, όπου ανεξάρτητα από τη μορφή ιδιοκτησίας (κρατική, ιδιωτική, μεικτή κ.τ.λ.) δεν αναιρείται η λειτουργία των επιχειρήσεων με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια και η αντιμετώπιση και αυτών των αγαθών ως εμπορεύματα. Αντίθετα, η επίκλησή τους αποτελεί το εργαλείο με το οποίο το αστικό κράτος αναλαμβάνει να θωρακίσει την πολεμική αυτάρκεια των μονοπωλίων και της καπιταλιστικής ΕΕ, να εγγυηθεί τα κέρδη των βιομηχανικών ομίλων και να επιστρατεύσει κάθε διαθέσιμο πόρο για τις ανάγκες των ευρωατλαντικών σχεδιασμών σε συνθήκες πολέμου.
Σε μια περίοδο δηλαδή που η ιμπεριαλιστική ένωση της ΕΕ στοχοπροσηλώνεται στις επιταγές της πολεμικής οικονομίας και προετοιμάζεται για γενικευμένες ιμπεριαλιστικές συγκρούσεις, το αστικό κράτος αναλαμβάνει αυξημένο ρόλο, και αυτοί οι στόχοι συμπυκνώνονται και σε οδηγίες όπως για τη λεγόμενη «Στρατηγική Αυτονομία» (Strategic Autonomy) και την «Ανοιχτή Στρατηγική Αυτονομία» (Open Strategic Autonomy) της ΕΕ.
Το πραγματικό περιεχόμενο αυτού του «δημόσιου ελέγχου» περιγράφεται ανάγλυφα και στην προαναφερόμενη Εκθεση Ντράγκι, η οποία συνδέεται οργανικά με την Ευρωπαϊκή Στρατηγική για την Αμυντική Βιομηχανία (EDIS) και το πρόγραμμα EDIP.
Οπως λένε εκεί οι ευρωενωσιακοί, η ΕΕ δεν μπορεί να βασίζεται πλέον αποκλειστικά στις «τυφλές δυνάμεις της αγοράς» για να αντιμετωπίσει τους ανταγωνιστές της. Ετσι, ζητούν κινητοποίηση δημόσιων πόρων και άμεση κρατική παρέμβαση για την αναδιάρθρωση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, με αιχμή του δόρατος την «Αμυνα» και την Ενέργεια. Στο πλαίσιο αυτό, ο «δημόσιος έλεγχος» σημαίνει ότι πακτωλοί δημόσιου χρήματος χρησιμοποιούνται για να χρηματοδοτηθούν οι τεράστιες επενδύσεις που απαιτεί η παραγωγή οπλικών συστημάτων, πυρομαχικών και στρατιωτικών τεχνολογιών (μέσω του European Defence Fund), ενώ η κρατική μηχανή παρεμβαίνει για να εξασφαλίσει την αυτάρκεια σε Κρίσιμες Πρώτες Υλες (π.χ. λίθιο, κοβάλτιο, σπάνιες γαίες) που είναι απαραίτητες τόσο για την «πράσινη μετάβαση» όσο και για την κατασκευή σύγχρονων οπλικών συστημάτων.
Οσο για την έννοια των «Ευρωπαϊκών Δημόσιων Αγαθών» (EPGs), αυτή προωθείται από την ΕΕ και τα αστικά επιτελεία ως φερετζές για την υλοποίηση των στρατηγικών προτεραιοτήτων τους, όπως π.χ. για τη λεγόμενη «ψηφιακή και πράσινη μετάβαση» και τώρα για την πολεμική οικονομία, αφού όπως χαρακτηριστικά λέγεται: «Τα ευρωπαϊκά δημόσια αγαθά (EPGs) επιτρέπουν στην ΕΕ να επιδιώκει έργα που υλοποιούνται σε κεντρικό επίπεδο μέσω κοινής χρηματοδότησης»5, δηλαδή κοινού δανεισμού και κονδυλίων που πληρώνονται με βαριές θυσίες από τους λαούς.
Καθόλου τυχαία άλλωστε και ο Κυρ. Μητσοτάκης λέει και ξαναλέει πως «η άμυνα είναι ευρωπαϊκό δημόσιο αγαθό και απαιτεί κοινό δανεισμό», δίνοντας και το σχετικό στίγμα για το τι εννοούν οι καπιταλιστές, οι κυβερνήσεις και οι άνθρωποί τους με τον όρο αυτό, όπως και το ποιες είναι οι πραγματικές στοχεύσεις.
Η πιο απροκάλυπτη εφαρμογή άλλωστε του «δημόσιου ελέγχου» αποτυπώνεται στην Πράξη για τη Στήριξη της Παραγωγής Πυρομαχικών (Act in Support of Ammunition Production) και στον κανονισμό EDIRPA (Ενίσχυση της Ευρωπαϊκής Αμυντικής Βιομηχανίας μέσω Κοινών Προμηθειών). Με αυτά τα εργαλεία η ΕΕ αποκτά το δικαίωμα να παρεμβαίνει απευθείας στη λειτουργία της πολεμικής βιομηχανίας (κρατικής ή μη). Σε κατάσταση «κρίσης», ιμπεριαλιστικού πολέμου δηλαδή, το κράτος μπορεί να υποχρεώσει μια βιομηχανία να δώσει προτεραιότητα σε στρατιωτικές παραγγελίες (εκτρέποντας πρώτες ύλες και γραμμές παραγωγής) έναντι οποιασδήποτε πολιτικής παραγωγής (πρόκειται για βιομηχανικές μονάδες διπλής χρήσης). Ο «δημόσιος έλεγχος» μετατρέπεται έτσι σε έναν μηχανισμό παρέμβασης πάνω στην παραγωγή, όχι για να παραχθούν φθηνά φάρμακα ή χρήσιμα προϊόντα για τον λαό, αλλά για να εξασφαλιστεί η αδιάκοπη ροή πυρομαχικών στα πολεμικά μέτωπα.
Η «στρατηγική της αυτάρκειας» απέναντι στα άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα απαιτεί επίσης τον έλεγχο των ενεργειακών δικτύων. Η μετάβαση από το φτηνό ρωσικό φυσικό αέριο στο πανάκριβο αμερικανικό LNG και η εσπευσμένη απεξάρτηση της ΕΕ, όπως προβλέπει το πρόγραμμα REPowerEU, απαιτούν έναν ισχυρό κεντρικό συντονισμό. Οταν οι σοσιαλδημοκράτες μιλούν για «δημόσιο έλεγχο» στην Ενέργεια, εννοούν τη χρήση των κρατικών κονδυλίων για την κατασκευή υποδομών οι οποίες στη συνέχεια παραδίδονται στους ενεργειακούς μονοπωλιακούς ομίλους. Ταυτόχρονα, το αστικό κράτος «ελέγχει» τη ροή και την ασφάλεια των δικτύων για να διασφαλίσει ότι η πολεμική μηχανή θα λειτουργήσει απρόσκοπτα, ενώ την ίδια στιγμή ο λαός καταδικάζεται στην ενεργειακή φτώχεια και στα «πράσινα» και «πολεμικά» χαράτσια, αφού ο «δημόσιος έλεγχος» που υπηρετεί τη «Στρατηγική Αυτονομία» της ΕΕ είναι ο έλεγχος που οργανώνει τη φτώχεια των λαών και την πολεμική προετοιμασία.
«Αποκεντρωμένο κράτος» για πολεμική «ετοιμότητα» και «κοινωνική ανθεκτικότητα»
Μια πτυχή με ξεχωριστή σημασία σε αυτή την πολιτική της πολεμικής προετοιμασίας αποτελεί η επιστράτευση όλων των μηχανισμών του αστικού κράτους στην προσπάθεια ενσωμάτωσης και πολεμικής «ετοιμότητας» σε όλα τα επίπεδα. Αυτά τα στοιχεία μπορεί κανείς να διακρίνει και πίσω από τις εξαγγελίες της σοσιαλδημοκρατίας για την «ανάγκη αποκεντρωμένου κράτους», για τον ενεργότερο ρόλο και τις ευθύνες που πρέπει να αναλάβει η Τοπική Διοίκηση, συνολικά με τον εξωραϊσμό και τη στήριξη των αντιδραστικών αλλαγών που προωθούνται και σε αυτό το πεδίο.
Ενδεικτική είναι και εδώ η μάζωξη που οργανώθηκε την εβδομάδα που πέρασε στην Αθήνα για να εγκαινιάσει το «ΠΑΡΕ ΘΕΣΗ», «μια πανευρωπαϊκή πρωτοβουλία που καλεί τους αιρετούς στην Αυτοδιοίκηση και τους πολίτες να συμμετάσχουν ενεργά στη συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης… να συνυπογράψουν το αίτημα για ένα νέο ευρωπαϊκό όραμα που θα αφορά τι επιλέγει η Ευρώπη να προστατεύσει», όπως έγραφε6 ο φιλοξενών τη συνάντηση Δούκας. Λέγοντας και εκείνος στο πλαίσιο της «ανθεκτικότητας» της καπιταλιστικής εξουσίας πως «η άμυνα και η ανθεκτικότητα δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ανταγωνιστικές προτεραιότητες.
Ενα άρμα μάχης δεν μπορεί να κάνει μια πόλη οικονομικά προσιτή, όπως ένα αμυντικό σύστημα δεν μπορεί να προστατεύσει μια γειτονιά από έναν ακραίο καύσωνα.
Η συνοχή είναι και αυτή ασφάλεια. Ισχυρές περιφέρειες, λειτουργικές δημόσιες υπηρεσίες, ανθεκτικές πόλεις και οικονομικές ευκαιρίες ενισχύουν την ικανότητα της Ευρώπης να αντέχει στις κρίσεις και θωρακίζουν τις δημοκρατίες μας (…) Εδώ ακριβώς βρίσκεται η σημασία των πόλεων και των περιφερειών».
Αυτή η «ειδική σημασία» της Τοπικής Διοίκησης στην πολεμική προετοιμασία αποτυπώνεται άλλωστε και σε μια σειρά από ευρωενωσιακά και ΝΑΤΟικά κείμενα και Οδηγίες όπως η περιβόητη έκθεση Νιινίστο με τίτλο «Safer Together», η οποία αποτελεί θεμέλιο για τη «Στρατηγική της Ενωσης για την Ετοιμότητα» («EU Preparedness Union Strategy»), στην οποία εισάγεται επίσημα το μοντέλο της «ολικής άμυνας», ξεκαθαρίζοντας ότι η πολεμική ετοιμότητα απαιτεί τη «συμμετοχή ολόκληρης της κοινωνίας» και πως «θα πρέπει να συμμετέχουν όλοι οι τομείς, οι οργανισμοί και τα άτομα». Στο πλαίσιο αυτό, οι αποκεντρωμένες δομές (δήμοι και Περιφέρειες) παύουν να έχουν κύριο ρόλο την πολιτική προστασία π.χ. για φυσικές καταστροφές και εντάσσονται πλέον οργανικά στον ευρωατλαντικό σχεδιασμό.
Η έκθεση ζητά τη δημιουργία ενός «Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Πολιτικής Αμυνας» βάσει του οποίου οι τοπικές διοικήσεις θα εκπαιδεύουν τον τοπικό πληθυσμό σε σενάρια «πολεμικής ετοιμότητας», και τη διασφάλιση της «ολικής Ανθεκτικότητας» (Total Resilience), δηλαδή της «αυτόνομης» λειτουργίας των τοπικών υποδομών σε συνεργασία με ιδιωτικό φορέα, σε περίπτωση που δεχθεί πλήγμα η κεντρική διοίκηση. Η «αποκέντρωση» εδώ λειτουργεί ως εργαλείο, ώστε η πολεμική μηχανή να μην παραλύσει σε κεντρικό επίπεδο, μετατρέποντας τον κάθε δήμο και Περιφέρεια σε τοπικό, στρατιωτικό, προστατευτικό θύλακα.
Αλλά και μια σειρά επιμέρους πλευρές του πολεμικού σχεδιασμού περνάνε μέσα από την Τοπική Διοίκηση:
– Ξεχωριστός είναι ο ρόλος των Περιφερειών για τα σχέδια «Στρατιωτικής Κινητικότητας», αφού με βάση την επικαιροποιημένη Στρατηγική της ΕΕ για τη Στρατιωτική Κινητικότητα και τον Αναθεωρημένο Κανονισμό για το Διευρωπαϊκό Δίκτυο Μεταφορών οι Περιφέρειες που έχουν την ευθύνη των τοπικών δικτύων, υποχρεούνται να ευθυγραμμίσουν τα κονδύλια και τα έργα τους με τα κριτήρια «υποδομών διπλής χρήσης».
– Σύμφωνα με την Οδηγία NIS2 για την κυβερνοασφάλεια, δήμοι και Περιφέρειες καλούνται να μετατρέψουν όλες τις τοπικές επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας σε «οντότητες υψηλής κρισιμότητας», υπό την εποπτεία της Εθνικής Αρχής Κυβερνοασφάλειας, εφαρμόζοντας στρατιωτικού τύπου πρωτόκολλα ασφαλείας και συνδέοντας τα πληροφοριακά τους συστήματα με τις εθνικές και ευρωπαϊκές αρχές ασφαλείας. Στόχος είναι να διασφαλιστεί ότι σε περίπτωση πολεμικής εμπλοκής, οι ζωτικές υποδομές που διαχειρίζεται η Τοπική Διοίκηση θα παραμείνουν όρθιες για να τροφοδοτούν και να υποστηρίζουν τις στρατιωτικές δυνάμεις, μετακυλίοντας το τεράστιο κόστος για τα συστήματα αυτά στις πλάτες των λαών.
Αντίστοιχα, μέσα από τα ευρωπαϊκά προγράμματα για τις «Εξυπνες και Ανθεκτικές Πόλεις» (Smart and Resilient Cities), οι δήμοι μετατρέπονται σε κέντρα τοπικής επιτήρησης, με την ενσωμάτωση δικτύων 5G, καμερών με τεχνητή νοημοσύνη (AI) και συστημάτων γεωεντοπισμού που ακολουθώντας τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές για την «Ασφάλεια Υποδομών Ζωτικής Σημασίας», σχεδιάζονται για να συνδέονται απευθείας με τις δυνάμεις καταστολής. Στόχος είναι η προληπτική χαρτογράφηση και ο άμεσος έλεγχος των λαϊκών αντιδράσεων σε τοπικό επίπεδο, εξασφαλίζοντας τα μετόπισθεν της πολεμικής μηχανής.
Ενώ τα παχιά λόγια της σοσιαλδημοκρατίας για την ανάγκη κονδυλίων για την «κοινωνική συνοχή» δεν μπορούν να κρύψουν ότι η χρηματοδότηση αυτών των στρατιωτικών αναδιαρθρώσεων, που προβλέπονται και στη «Λευκή Βίβλο για την Ευρωπαϊκή Αμυνα», απαιτεί τεράστιες περικοπές από τις κοινωνικές ανάγκες, με το «αποκεντρωμένο κράτος» να αποτελεί τον ιδανικό μηχανισμό για να κρυφτεί αυτή η λεηλασία.
Με βάση τις κατευθύνσεις της ΕΕ για τη «δημοσιονομική προσαρμογή», το κεντρικό κράτος μεταφέρει κρίσιμες αρμοδιότητες στους δήμους, χωρίς όμως να μεταφέρει τους αντίστοιχους πόρους. Οι τοπικοί προϋπολογισμοί δεσμεύονται για έργα «ανθεκτικότητας» και «ψηφιακής μετάβασης» που υπηρετούν τους σχεδιασμούς της ΕΕ, ενώ οι βασικές λαϊκές ανάγκες αφήνονται στην υποχρηματοδότηση.
Το αποτέλεσμα είναι η επιβολή νέων τοπικών ανταποδοτικών τελών, η εμπορευματοποίηση των υπηρεσιών και η μετακύλιση του κόστους της πολεμικής προετοιμασίας απευθείας στις πλάτες της εργατικής τάξης.
Ορος αντεπίθεσης η αντιπαράθεση με τη σάπια σοσιαλδημοκρατία
Ολα τα παραπάνω επιβεβαιώνουν πως η σοσιαλδημοκρατία σε όλες τις εκδοχές της παίζει για μια ακόμα φορά, σε συνθήκες πολεμικής κλιμάκωσης και επερχόμενης κρίσης, έντασης των ανταγωνισμών, τον βρώμικο ρόλο της ως «δύναμη κρούσης» και ενσωμάτωσης απέναντι στο εργατικό – λαϊκό κίνημα. Στόχο έχει να λειτουργήσει όχι μόνο ως «μαξιλάρι» για τη λαϊκή δυσαρέσκεια από τις συνέπειες της εμπλοκής, αλλά και ως ρυμουλκό εργατικών – λαϊκών δυνάμεων σε αυτή, συνολικά στην πολιτική του κεφαλαίου, στους «εθνικούς» στόχους της αστικής τάξης, όπως αυτοί περνάνε μέσα από όλα τα κανάλια του σάπιου συστήματος, από τη στοίχιση των εργαζομένων στους στόχους της βιομηχανίας του πολέμου, έως την προσαρμογή όλου του κρατικού μηχανισμού στην πολεμική προετοιμασία.
Γι’ αυτό και η σταθερή αποκάλυψη του ρόλου της, των δήθεν «φιλολαϊκών» θέσεών της και της στρατηγικής του κεφαλαίου που αυτές υπηρετούν, αποτελεί καθήκον πρώτης γραμμής, όρο για να απεγκλωβίζονται δυνάμεις, για να δυναμώνει το ρεύμα της αμφισβήτησης της κυρίαρχης πολιτικής, η πάλη ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και την εμπλοκή, ώστε όλο και περισσότερες λαϊκές δυνάμεις να μπαίνουν στον αγώνα, να συναντιούνται με τη ριζοσπαστική πολιτική πρόταση του ΚΚΕ, στον δρόμο της ρήξης και της ανατροπής.
Σημειώσεις:
1. Βλέπε και «ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΗΣ ΕΕ ΓΙΑ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ: Οι θαλάσσιοι δρόμοι του κεφαλαίου βάφονται με το αίμα των λαών, https://www.rizospastis.gr/page.do?publDate=29/8/2026&id=20731&pageNo=15
2. Βλέπε και «Πολεμικές “συμπτώσεις”… 100 χρόνια μετά», https://www.rizospastis.gr/story.do?id=12969146
3. https://www.dgb.de/aktuelles/news/fuer-eine-politik-der-friedensfaehigkeit-nie-wieder-krieg-in-deutschland-europa-und-weltweit/?utm_source=chatgpt.com
4. ETUC, Resolution on peace and security,
https://www.etuc.org/en/document/resolution-peace-and-security?utm_source=chatgpt.com
5. M. Buti, Al. Coloccia, M. Messori, European public goods, https://cepr.org/voxeu/columns/european-public-goods
6. Χάρης Δούκας, Luca Menesini, «Πάρε θέση» για ένα νέο ευρωπαϊκό όραμα, https://www.tovima.gr/print/opinions/pare-thesi-gia-ena-neo-eyropaiko-orama/
Πηγή: Ριζοσπάστης



