Παρασκευή 21 του Απρίλη 1967 – Με τα μάτια ενός εξάχρονου, τότε, κοριτσιού…

Βουλή Τανκ Χούντα

Με τα μάτια ενός εξάχρονου, τότε, κοριτσιού…

Θύμησες που ματώνουν την καρδιά, αλλά ταυτόχρονα σε κάνουν να νιώθεις τόση περηφάνια για τη στάση ζωής και τη διαδρομή σε αυτή του γονιού σου!

Παρασκευή 11 πρωί, όπως έπαιζα στην αυλή, άνοιξε η εξώπορτα και μπήκε ο μπαμπάς μου, γύρισε από τη δουλειά…

Νωρίς μου φάνηκε ότι ήρθε.

Η γιαγιά μου, με το μαντηλάκι της στο χέρι και σκουπίζοντας τα δάκρυά της, του είπε «Γιε μου, τι είναι; Σε σχολάσανε πάλι ή πάλι θα ‘ρθουν να σε πάρουν;»

«Σώπα, μητέρα, μην ανησυχείς, αφού τον δρόμο μου τον ξέρεις…»

Έσκαβα με ένα κουταλάκι ένα παρτέρι να φυτέψω κάτι φυλλαράκια που είχα, αλλά κατάλαβα ότι κάτι δεν πάει καλά.

Η μάνα μου σκούπιζε τα μάτια της, η γιαγιά μου το ίδιο, η θεία μου προσπαθούσε να είναι ψύχραιμη, αλλά δεν τα κατάφερνε.

Αφού με πήρε από το χέρι ο μπαμπάς μου και με πήγε να με πλύνει, το θυμάμαι σαν τώρα, μου είπε «εσύ να είσαι φρόνιμο και καλό κοριτσάκι και να ακούς τη μανούλα σου».

Η δε μάνα μου, η οποία δε γνώριζε πολλά, αλλά ένιωθε περισσότερα, πάντα γλυκομίλητη τον ρώτησε

«Γιώργο μου, ψυχή μου, δεν κάνει να πάρεις ότι έχουμε και να φύγεις;»

«Όχι, της απάντησε, θα μείνω εδώ και θα περιμένω. Κι εσύ θα πρέπει να φανείς δυνατή.»

Πού να πήγαινε, εξάλλου, αφού και στις δυο γωνίες ήταν αστυνομικοί με πολιτικά και μας φύλαγαν…

Η γειτονιά στο ποδάρι, όλοι ανήσυχοι ψιθύριζαν, θυμάμαι χαρακτηριστικά τη γιαγιά Φώτω απέναντι να λέει του μπαμπά μου «Αχ, Γιωργάκη μου, λες να σε πιάσουν πάλι; Αχ, μωρέ γιε μου, ακόμα δεν πρόλαβες να βγεις! Τι θα γίνει η οικογένειά σου, την κόρη σου τη μεγάλη την άφησες λεχούδι και τη βρήκες 17 χρονών κοπέλα! Τώρα ετούτο ‘δω;;; Αχ, αχ κρίμα!!!»

Ο μπαμπάς μου την αγκάλιασε, τη φίλησε και με πήρε να μπούμε μέσα.

Από το μεσημεράκι και μετά τα νέα ήρθαν με τα περιστέρια, μιας και δεν είχαμε τηλέφωνα.

Αρχίσανε συλλήψεις και στο Αιγάλεω, πήρανε τη Λουλού-Ευαγγελία Συμεωνίδου, τον Δημήτρη τον Τσαντέ, τον Τάσο Μανωλίτση, τον Γιώργο Μοίρα, τον Νίκο Μιχιώτη, τον Νίκο Κυριαζόπουλο και άλλους. Η μάνα μου, η καλή μου μάνα, ήλπιζε κρυφά και σιγά «Γιώργο μου, λες να σε ξεχάσανε εσέ;».

Της χαμογέλασε, την αγκάλιασε, τη φίλησε στο μάγουλο και της είπε:

«Απίθανο, τώρα όπου να ‘ναι έρχονται».

Και ήρθαν, ένα μαύρο αυτοκίνητο, δυο αστυνομικοί στην πόρτα της αυλής χτυπούσαν και φώναζαν

«Ο κύριος Παπαδημητρίου;».

«Παρών κι ολόρθος!!!» τους απάντησε με χιούμορ ο μπαμπάκας μου.

«Ελάτε, παρακαλώ!»

Αυτό ήταν!

Η μάνα μου να τρέχει να του δώσει τη καμπαρντίνα του, μια κουβέρτα, ένα μαξιλάρι, που μέσα στη ταραχή της πήρε το δικό μου, από το κρεβατάκι μου.

Εκείνος, λες και πήγαινε περίπατο, γύρισε, μας κοίταξε και μας είπε «Προσέχετε!».

Τον βάλανε στο αυτοκίνητο και πάει!!!

Τον μετέφεραν στο γήπεδο της ΑΕΚ, στη Φιλαδέλφεια. Στη συνέχεια στη Γυάρο, από εκεί στη Λέρο όπου συγκροτήθηκε για άλλη μια φορά το στρατόπεδο. Το 1968 δικάστηκε και καταδικάστηκε σε φυλάκιση 4 μηνών και εξέτισε την ποινή του στις φυλακές Λέρου, Αβέρωφ και Αίγινας.

Σειρά Δικτατορία 1967-1973

Πήρε μέρος στις διαμάχες με τους αναθεωρητές και κατάφερε να τους ξεσκεπάσει και να υπερασπιστεί τις θέσεις του Κόμματος.

Τον Οκτώβρη του 1970 βγήκε από την εξορία, ανυποχώρητος συνέχισε τον αγώνα, παρά τις δυσμενείς συνθήκες της εποχής.


Μέχρι το τέλος της ζωής του, μέσα κι έξω από φυλακές και εξορίες, πάλεψε τον φραξιονισμό και οπορτουνισμό.

Πιστός και αταλάντευτος, 77 χρόνια κομματικό μέλος και στέλεχος του τιμημένου ΚΚΕ.

Κατέκτησε επάξια τον τίτλο «του αλύγιστου της ταξικής πάλης».

Έφυγε στις 6 Αυγούστου 2017 με τη σημαία του κόμματος να τον αγκαλιάζει, τον Ριζοσπάστη να τον συντροφεύει και πλήθος συντρόφων και συναγωνιστών να χειροκροτούν και να φωνάζουν «ΑΘΑΝΑΤΟΣ».

ΤΙΜΗ και ΔΟΞΑ σε όλους τους αγωνιστές μας!

Λώρα Παπαδημητρίου,
πρόεδρος του παραρτήματος ΠΕΑΕΑ ΔΣΕ ΑΙΓΑΛΕΩ,
μέλος του ΚΣ της ΠΕΑΕΑ ΔΣΕ

Ετικέτες:

Δείτε ακόμα...