Με μεγάλη επιτυχία πραγματοποιήθηκε στο βιβλιοπωλείο της «Σύγχρονης Εποχής η βιβλιοπαρουσίαση της έκδοσης «Οι απείθαρχοι. Μια ζωή δοσμένη στον αγώνα» του συντρόφου Σπύρου Χαλβατζή, η οποία κυκλοφόρησε μέσα στον Αύγουστο, λίγο περισσότερο από ένα μήνα πριν ο συγγραφέας σ. Σπύρος φύγει από τη ζωή.
Στην ομιλία του, ο Δημήτρης Ξεκαλάκης, μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ και διευθυντής της «Σύγχρονης Εποχής», σημείωσε πως «είναι περίεργα και ανάμικτα τα συναισθήματα σήμερα, γιατί στο σχεδιασμό μας ήταν ο σ. Σπύρος να ήταν κοντά μας παρών στη παρουσίαση αυτής της έκδοσης. Δεν τα καταφέραμε. Όμως ο σ. Σπύρος κατάφερε παρά τη φυσική του απουσία να είναι κοντά μας και να δίνει το παρών και σ΄ αυτό το φεστιβάλ, με αυτό το βιβλίο, «το πόνημά του», όπως έλεγε ο ίδιος, αστειευόμενος κατά την περίοδο προετοιμασίας της έκδοσης».
Συνέχισε λέγοντας μεταξύ άλλων ότι οι «Οι Απείθαρχοι» είναι μία όμορφη και απέριττη αφήγηση που καθηλώνει τον αναγνώστη. Η λιτή και κατανοητή γλώσσα, ο τρόπος της γραφής και κυρίως το ίδιο το περιεχόμενο κρατάει μέχρι το τέλος της ανάγνωσης αμείωτο το ενδιαφέρον, όχι από την αγωνία για την πλοκή μιας εξέλιξης που θα είχε ένα μυθιστόρημα, αλλά από το ενδιαφέρον που γεννά η πραγματική ζωή και οι πρωταγωνιστές της. Χωρίς να φιλοδοξεί να αποτελέσει ένα βιβλίο ιστορίας, άλλωστε η ιστορία του ΚΚΕ και του εργατικού κινήματος στην Ελλάδα δεν χωράει σε ένα βιβλίο, περιλαμβάνει ενδιαφέροντα και σημαντικά ιστορικά στοιχεία της περιόδου.
«Αποτελεί ένα οδοιπορικό στις δεκαετίες μετά το 1950 με τη ματιά ενός ανθρώπου που έζησε τα γεγονότα, πήρε θέση στις εξελίξεις διαλέγοντας το μετερίζι του αγώνα για την κοινωνική επανάσταση, που υπέστη τις δοκιμασίες που γεύτηκαν και οι αγωνιστές σύντροφοί του. Ενός ανθρώπου που κατάφερε τελικά να μείνει όρθιος, αλύγιστος όπως χιλιάδες αγωνιστές, χιλιάδες μέλη και στελέχη του ΚΚΕ, κάτω από τις πιο σκληρές συνθήκες της ταξικής πάλης, κάτω από τις πιο άγριες διώξεις, την ωμή βία και καταστολή του αστικού κράτους και των μηχανισμών του», επεσήμανε.
Όπως εξήγησε, στην έκδοση οι «Απείθαρχοι» συνυπάρχει το βιωματικό στοιχείο και οι προσωπικές μνήμες, με την γνώση και τη συλλογική πείρα, την ταξική θεώρηση των γεγονότων και της ανάλυσης κοινωνικών φαινομένων και καταστάσεων.
«Παρά το γεγονός ότι θα μπορούσε να καταγραφεί στην κατηγορία εκδόσεων που αναφέρουμε ως αναμνήσεις, στο κείμενο κυριαρχεί το ”εμείς”, το συλλογικό της οργανωμένης δράσης, της συμμετοχής στους αγώνες», ανέφερε.

Αναφερόμενος στις διώξεις των αγωνιστών – κομμουνιστών που περιγράφονται στο βιβλίο, σημείωσε πως «τα προσωπικά βιώματα είναι χαρακτηριστικά για αυτά που βίωναν οι αγωνιστές της περιόδου και οι οικογένειές τους. Πρόκειται ακριβώς για ακόμη ένα στοιχείο που αναδεικνύει την σεμνότητα των λαϊκών αγωνιστών σε αντίθεση με τους αστούς και τους οπορτουνιστές, στους οποίους κυριαρχούν οι προσωπικές φιλοδοξίες, η αμετροέπεια, η ιδιοτέλεια και ο καριερισμός, στοιχεία ξένα στους επαναστάτες. Αλλωστε δεν διαχωρίζεται η πορεία και η διαδρομή κανενός κομμουνιστή από το Κόμμα. Κι αυτό το επισημαίνουμε γιατί ανεξάρτητα από το γεγονός ότι κάθε άνθρωπος, κάθε κομμουνιστής είναι μια ξεχωριστή προσωπικότητα, δεν μπορούν να βρουν χώρο οποιαδήποτε παινέματα και καλοπιάσματα – ιδιαίτερα μετά θάνατον – που τον ξεχωρίζουν από το Κόμμα με στόχο να αμφισβητήσουν και να θάψουν το Κόμμα».
Συνέχισε λέγοντας ότι στην έκδοση περιγράφονται, χωρίς περιττά λόγια και περίπλοκες διατυπώσεις, τα βάσανα λαού, η φτώχεια, τα κύματα μετανάστευσης και ο καθημερινός αγώνας για επιβίωση. «Σκιαγραφούνται πλευρές για το πως μεγάλωναν οι νέοι της εποχής στο σχολείο, τις παρέες, τα γλέντια, τις διασκεδάσεις, το ποδόσφαιρο, τους προβληματισμούς και τις αγωνίες τους για το μέλλον. Σ’ αυτές τις συνθήκες περιγράφονται και τα πιο ιδιαίτερα προβλήματα και καταστάσεις που αντιμετώπιζαν οι οικογένειες των αγωνιστών της Αντίστασης και του ΔΣΕ, ο αντικομμουνισμός, η τρομοκρατία, οι προσπάθειες των διαφόρων μηχανισμών για απομόνωση και αποκλεισμούς ακόμη και την αποξένωση από το φιλικό και οικογενειακό περιβάλλον. Καταγράφεται βέβαια πως εκφραζόταν παρά το φόβο, τους εκβιασμούς και την τρομοκρατία η αλληλεγγύη των συγχωριανών, των γειτόνων και άλλων στις οικογένειες που υπέφεραν από τις διώξεις και ήταν στο στόχαστρο των μηχανισμών».

Υπογραμμίστηκε πως το βιβλίο αναδεικνύει μέσα από την αφήγηση γεγονότων και καταστάσεων, τον ταξικό χαρακτήρα και τον ρόλο του αστικού κράτους που σε όλες τις εκδοχές διακυβέρνησης, αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ή δικτατορίας, έχει στόχο να χειραγωγήσει και να ενσωματώσει εργατικές-λαϊκές δυνάμεις προκειμένου να περιφρουρήσει και να διατηρήσει τη δικτατορία του κεφαλαίου. Μέσα από ζωντανά παραδείγματα παρουσιάζεται η εναλλαγή του «καρότου με το μαστίγιο» όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται. Δηλαδή των ιδεολογικών, προπαγανδιστικών μέσων και μηχανισμών με την αναγκαία όταν απαιτείται χρήση της βίας, της καταστολής και του χτυπήματος του εργατικού λαϊκού κινήματος.
«Την περίοδο βέβαια της ένοπλης δράσης του ΔΣΕ, που η αστική τάξη ”τα χρειάστηκε” αλλά και σε αυτές που ακολούθησαν μέχρι την πτώση της χούντας, οι αστικές δυνάμεις συσπειρώθηκαν στην άγρια καταστολή και την ωμή βία, που κυριάρχησαν απέναντι στο ΚΚΕ. Αυτή η κατάσταση διαφοροποιήθηκε μετά το 1974 χωρίς να σταματήσει η αναγκαία καταστολή απέναντι στο εργατικό κίνημα όταν κρινόταν. Σε συνθήκες αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, έγινε προσπάθεια να μπει στη δοσολογία του μίγματος των μέτρων αντιμετώπισης του κινήματος περισσότερο η προσπάθεια, με διάφορους τρόπους, να εξασφαλίζεται η συναίνεση ακόμα και η στήριξη των εργατικών λαϊκών στρωμάτων, ή να εκτονώνεται η δυσαρέσκεια και η λαϊκή οργή σε ανώδυνες για το σύστημα αντιδράσεις. Τέτοιες είναι οι εναλλαγές αστικών κομμάτων στη διακυβέρνηση ή απαξίωση των αγώνων, συχνά και μέσω των ίδιων των αγώνων, που όμως εγκλωβίζουν το κίνημα στη λογική των αντοχών της οικονομίας, και του εφικτού, που δεν φωτίζουν την πραγματική διέξοδο και προοπτική της εργατικής εξουσίας και το οδηγούν στην ενσωμάτωση και τις εργατικές λαϊκές μάζες στην απογοήτευση και τις λογικές ανάθεσης. Βέβαια και σ’ αυτές τις συνθήκες το θεσμικό και νομικό οπλοστάσιο, το σύνταγμα και οι νόμοι διασφαλίζουν την δυνατότητα του αστικού κράτους να επικαλεστεί καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, κινδύνων για τη σταθερότητα του πολιτεύματος, τη νομιμότητα, λόγους εθνικού συμφέροντος κλπ.», υπογράμμισε και κάλεσε να αναλογιστούμε σήμερα σε συνθήκες κλιμάκωσης του ιμπεριαλιστικού πολέμου και βαθιάς εμπλοκής της χώρας μας για τα συμφέροντα της αστικής τάξης, πως προετοιμάζεται το έδαφος και προπαγανδίζονται ως εθνικό συμφέρον οι ανάγκες και οι διεκδικήσεις της αστικής τάξης στην περιοχή και τα καλέσματα για εθνική ομοψυχία και ενότητα, αλλά και πως θα επιχειρηθεί στο ενδεχόμενο παραπέρα γενίκευσης και πρόκλησης επεισοδίων στην περιοχή να αντιμετωπιστεί ως αντεθνική δράση η ανάδειξη του ιμπεριαλιστικού χαρακτήρα του πολέμου και της αναγκαίας στάσης απέναντί του από το εργατικό κίνημα.
Η έκδοση όπως εξήγησε «φωτίζει την ενιαία στρατηγική και στάση από το σύνολο του αστικού πολιτικού συστήματος απέναντι στον εχθρό λαό και την πολιτική πρωτοπορία του, το ΚΚΕ, (…) αναδεικνύει τον ρόλο των διεθνών συμμάχων της αστικής τάξης, ΗΠΑ, Μεγάλη Βρετανία, και των μηχανισμών των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών, όπως το ΝΑΤΟ (…) δεν παραλείπει να ανοίξει μέτωπο στον οπορτουνισμό το διαβρωτικό του ρόλο και τη στάση συμβιβασμού απέναντι στην αστική τάξη και τις επιλογές της. (…) Αναφέρεται στην εσωκομματική διαπάλη της περιόδου, στο λάθος της διάλυσης των Κομματικών οργανώσεων με απόφαση της 8ης Ολομέλειας του 1958 που στην πράξη αμφισβητούσε την οργανωτική αυτοτέλεια του ΚΚ με τη διάχυσή του στο συμμαχικό σχήμα της ΕΔΑ. Στην αντίθεση της οπορτουνιστικής αναθεωρητικής ομάδας στην προσπάθεια ανασυγκρότησής τους και το πώς στάθηκαν απέναντι στην 12η ολομέλεια της ΚΕ το 1968 που ακολούθησε η διάσπαση του Κόμματος, και η συγκρότηση του λεγόμενου “ΚΚΕ εσωτερικού”. Περιγράφει τις δυσκολίες που προέκυψαν στην επαναστατική δράση, τις επεξεργασίες και την καθοδήγηση του εργατικού κινήματος και την προετοιμασία των δυνάμεων του Κόμματος μπροστά σε σημαντικές καμπές της ταξικής πάλης, όπως η Δικτατορία το 1967, από την απουσία Κομματικών οργανώσεων».
Επεσήμανε οτι «στην έκδοση θα διαπιστώσει ο αναγνώστης το μεγαλείο των επαναστατών, των μελών και στελεχών του ΚΚΕ, που αντιστάθηκαν με απαράμιλλο θάρρος και ηρωισμό στον ταξικό εχθρό της εργατικής τάξης, ο οποίος χρησιμοποίησε, μάταια, κάθε μέσο σωματικής και ψυχολογικής βίας για να τους λυγίσει, για να αποσπάσει μία δήλωση μετάνοιας και αποκήρυξης του Κόμματος, χωρίς τελικά στις περισσότερες περιπτώσεις να τα καταφέρει(…) Η στάση αυτή δεν μπορεί να εξηγηθεί μεταφυσικά. Είναι αποτέλεσμα της βαθιάς πίστης στην υπόθεση της εργατικής τάξης και της αποστολής του Κόμματος, είναι αποτέλεσμα της καθημερινής αγωνιστικής δράσης και διαπαιδαγώγησης στο καμίνι της ταξικής πάλης. Είναι ταυτόχρονα αποτέλεσμα της συντροφικότητας, της αλληλεγγύης που αναπτύσσεται μέσα στη δράση και τη σύγκρουση με τον αντίπαλο, μακριά από ατομισμούς, εγωισμούς και τη ρουτίνα της καθημερινότητας».

Οπως είπε, ξεχωρίζει στο βιβλίο η προβολή της ανάγκης οι κομμουνιστές να έχουν μια ξεχωριστή σχέση με το διάβασμα και το βιβλίο, την εφημερίδα μας, το Ριζοσπάστη παραθέτοντας εκτενή αποσπάσματα από τους «Απείθαρχους» και τόνισε πως πρόκειται για μια έκδοση που αξίζει να διαβαστεί γιατί, εκτός των άλλων, μπορεί να συμβάλλει στις σημερινές συνθήκες στην αγωνιστική στάση ζωής και στην διατήρηση της πυξίδας για κάθε αγωνιστή – κομμουνιστή.
«Ιδιαίτερα σήμερα που ο καπιταλισμός βρίσκεται μπροστά σε νέα αδιέξοδα, σε μια περίοδο που οι αντιθέσεις και οι ανταγωνισμοί οξύνονται και η διέξοδος επιχειρείται να δοθεί με τη δύναμη των όπλων. Σ’ αυτές τις συνθήκες η μάχη για την κυριαρχία σε πλουτοπαραγωγικές πηγές και εμπορεύματα, δρόμους μεταφοράς τους και αγορές, είναι μάχη των μονοπωλίων, μάχη των αστικών τάξεων, των μετόχων των επιχειρηματικών ομίλων, μάχη για την κερδοφορία και την ανταγωνιστικότητά στο φόντο της μάχης για την πρωτοκαθεδρία στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα. Γνωρίζουμε καλά ότι από την εξέλιξή αυτής της μάχης κανένας λαός δεν θα βγει κερδισμένος, είτε βρεθεί στην πλευρά του νικητή είτε του ηττημένου. Για το λόγο αυτό πρέπει να συνειδητοποιείται ότι ο εχθρός δεν είναι ο λαός τους αντίπαλου στρατοπέδου. Ο πραγματικός εχθρός κάθε λαού βρίσκεται μέσα στην ίδια του τη χώρα και είναι η αστική τάξη που τον εκμεταλλεύεται και σε συνθήκες ειρήνης και σε συνθήκες πολέμου, που δεν διστάζει να διαπράξει οποιοδήποτε έγκλημα προκειμένου να διασφαλίσει την κερδοφορία της» υπογράμμισε.
«Κι εδώ η ιστορική πείρα και γνώση που η μελέτη της μας δίνει είναι πολύτιμη. Οι σοσιαλιστικές επαναστάσεις και η σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ο αιώνα απέδειξαν ότι τη διέξοδο από τον πόλεμο μπορεί να τη δώσει ο λαός ανατρέποντας τους καπιταλιστές και παίρνοντας στα χέρια του την εξουσία. Στην σημερινή συγκυρία, αναβλύζει από παντού η αναγκαιότητα του σοσιαλισμού. Ενός τρόπου οργάνωσης της οικονομίας, της παραγωγής και συνολικά της κοινωνίας, που στη θέση του καπιταλιστικού κέρδους θέτει την ικανοποίηση των υλικών και πολιτιστικών αναγκών όλης της κοινωνίας που συνεχώς διευρύνονται.
Ομως όπως αναφέρει το σύνθημά μας, και αποτελεί μήνυμα και παρακαταθήκη ολόκληρης της ιστορίας των ανθρώπινων κοινωνιών “η ιστορία γράφεται με και ανυπακοή” Γι’ αυτό η εργατική τάξη με την οργάνωση και την πάλη της μπορεί και πρέπει να επιβάλλει τα δικά της συμφέροντα και τη δική της εξουσία ανατρέποντας τους εκμεταλλευτές και την εξουσία τους.
Γι’ αυτό σύντροφοι και φίλοι πρέπει να είμαστε όλοι “ΑΠΕΙΘΑΡΧΟΙ”!», κατέληξε.



