Πως βλέπει η ΕΕ την Τουρκία – Άρθρο του Ζ. Μπορέλ (Μέρος Α’)

Η στρατηγική αξία της Τουρκίας (Μέρος Α’)

Ο Ύπατος Εκπρόσωπος της Ένωσης για Θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας, Ζ. Μπορέλ, τοποθετήθηκε σε άρθρο του, στην Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης (ΕΥΕΔ), για τις σχέσεις ΕΕ και Τουρκίας, σε μια προσπάθεια αποτίμησης της μέχρι τώρα κατάστασης. Χωρίς να παραλείπονται οι πολιτικές σκοπιμότητες και να υποτιμώνται οι προσωπικές εκτιμήσεις και απόψεις του Μπορέλ, το κείμενο έχει αξία. Αποτελεί με ένα τρόπο και «γραμμή» για την κατεύθυνση και την πορεία των ευρωτουρκικών σχέσεων. Και προφανώς σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και ο ρόλος της Ελλάδας στην Νοτιοανατολική Μεσόγειο.

Από αυτήν τη σκοπιά μπορεί να βοηθήσει, ειδικά τους στρατευμένους και το μόνιμο προσωπικό να εξάγουν συμπεράσματα για το χαρακτήρα της Ένωσης, τι κερδίζει η Ελλάδα με την εμπλοκή της σε αυτήν, με ποιους όρους «επιτυγχάνεται» η αποτρεπτική αμυντική στρατηγική της πατρίδας μας. Το άρθρο είναι αρκετά μεγάλο σε έκταση γι’ αυτό θα σταθούμε στα σημαντικότερα, κατά τη γνώμη μας, σημεία του.

«Από τη δημιουργία τους, οι Οθωμανικές και Ρωσικές Αυτοκρατορίες αποτελούν μέρος αυτής της εξίσωσης. Και σήμερα, είναι σαφές ότι η ΕΕ δεν μπορεί να επιτύχει σταθερότητα στην ήπειρο αν δεν βρει τη σωστή ισορροπία στις σχέσεις της με την Τουρκία και τη Ρωσική Ομοσπονδία.»

Με αυτήν τη διαπίστωση, στην εισαγωγή του άρθρου, ο Μπορέλ τοποθετεί τις ευρωτουρκικές σχέσεις στην πραγματική τους διάσταση. Η ευρωπαϊκή ήπειρος αποτελεί ένα μόλις μικρό τμήμα αυτού που ονομάζουμε ευρασιατικός χώρος. Η ΕΕ είναι πάντοτε αναγκασμένη να πραγματοποιεί τις κινήσεις της με προσοχή ανάμεσα σε δύο μεγάλες δυνάμεις, τις ΗΠΑ και τη Ρωσία. Η Ρωσία όμως, και λόγω γεωγραφικής εγγύτητας, αποτελεί την σημαντικότερη απειλή διαχρονικά. Αν συμπεριληφθεί και η Κίνα μπορεί να καταλάβει κανείς πόσο περισσότερο περιπλέκεται η υπάρχουσα κατάσταση. Η αξία της Τουρκίας σε αυτό το γεωπολιτικό σχήμα είναι αδιαμφισβήτητη. Το ανασχετικό σχέδιο ΗΠΑ και ΕΕ απέναντι στη Ρωσία, πολύ δύσκολα μπορεί να ειδωθεί με την Τουρκία έξω από το ευρωατλαντικό κάδρο. Ήδη από τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, οι ΗΠΑ, πρωταγωνίστησαν σε μια πολιτική περικύκλωσης της ΕΣΣΔ, περιλαμβάνοντας την Τουρκία σε ένα σχεδιασμό, με μεγάλο οικονομικό στρατιωτικό και πολιτικό κόστος, το οποίο θα εξασφάλιζε την πρόσδεσή της στο ΝΑΤΟϊκό άρμα. Η πορεία του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, με σκοπό τη θωράκιση του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού, διατήρησε και αναβάθμισε αυτόν το ρόλο για την Τουρκία.

«Ειδικότερα, η ενεργός και μονομερής εμπλοκή της Τουρκίας τόσο στη Συρία όσο και στη Λιβύη θεωρείται όλο και περισσότερο ότι δεν ευθυγραμμίζεται με τα συμφέροντα ασφαλείας της ίδιας της ΕΕ … αλλά και την εξωτερική δέσμευση της Τουρκίας. Το τελευταίο έχει αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία το 2020. Είτε τη Συρία και το Ιράκ, στη Λιβύη, όπου έχει αλλάξει τα δεδομένα … είτε στο Ναγκόρνο- Καραμπάχ. Η Τουρκία έχει γίνει μια περιφερειακή δύναμη που πρέπει να υπολογίζεται και έχει σημειώσει αναμφισβήτητες επιτυχίες. Δυστυχώς, σε αρκετές περιπτώσεις, η διεθνής ατζέντα της Τουρκίας δεν είναι καλά ευθυγραμμισμένη με την ΕΕ και οι μέθοδοί της δεν είναι εκείνες της ΕΕ».

Το πρόβλημα που αναγνωρίζει ο Μπορέλ σε σχέση με την Τουρκία, αφορά τις στρατηγικές αποκλίσεις της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής από αυτές της ΕΕ και των ΗΠΑ. Αυτές οι αποκλίσεις, την τελευταία πενταετία κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου στον ευρωατλαντικό κόσμο, για τον οποίο η Τουρκία αποτελεί σημαντικό μέρος. Ο γεωγραφικός χώρος που περιλαμβάνει την Τουρκία, αφορά τη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ και για την ΕΕ τα νοτιοανατολικά σύνορά της. Στην υπάρχουσα δομή του διεθνούς Συστήματος, απόκλιση από την ΕΕ και τις ΗΠΑ οδηγεί αντικειμενικά σε προσέγγιση στη Ρωσική και Κινεζική στρατηγική. Το πρόβλημα της ΕΕ δεν αφορά στην υφιστάμενη αστάθεια που έχει προκαλέσει και η τουρκική πολιτική στην περιοχή. Έτσι κι αλλιώς και η ΕΕ έχει συμβάλει σε αυτήν την αστάθεια, μέσω των πιο «λαμπρών» της εκπροσώπων, τη Γαλλία, την Ιταλία, τη Γερμανία κ.ά. Το πρόβλημα εντοπίζεται στο γεγονός ότι αυτή η αστάθεια, με τους όρους που υφίσταται και από την Τουρκική επιθετική-επεκτατική πολιτική, ευνοεί τη διέξοδο του ρωσικού ιμπεριαλισμού και την κινεζική παρουσία στη Μ. Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο και όχι μόνο.

«…μια ισχυρή σχέση συνεργασίας με την Τουρκία θα αποτελούσε σημαντική συμβολή στην ευρωπαϊκή σταθερότητα. Ομοίως θα είναι δύσκολο για την Τουρκία να βρει καλύτερο εταίρο από την ΕΕ … Η ευημερία και η ασφάλεια της Τουρκίας, ως σύμμαχος του ΝΑΤΟ, απαιτούν ισχυρή σχέση με την ΕΕ. Δεν υπάρχουν βιώσιμες εναλλακτικές λύσεις σε αυτό».

Για την ευρωενωσιακή πολιτική, η Τουρκία παραμένει αποφασιστικός παράγοντας στην περιοχή. Και δεν φαίνεται ακόμα να έχει βρεθεί εναλλακτική λύση για του ευρωπαίους καπιταλιστές. Αυτό είναι πλέον κτήμα της τουρκικής αστικής τάξης και των πολιτικών της εκπροσώπων και το χρησιμοποιεί προς όφελός της επιτυχημένα, μέχρι στιγμής. Ως αναθεωρητική δύναμη-δηλαδή δύναμη που επιδιώκει ανακατανομή της ισχύος, η Τουρκία πιέζει σοβαρά την ΕΕ, ώστε να διεκδικήσει το ρόλο και τη θέση, με πολύ ισχυρότερους όρους, του περιφερειακού παίκτη, τον οποίο η Ένωση δεν θα μπορεί να έχει απέναντί της. Η ουσία της σημερινής «κινητικότητας», στρατιωτικής και διπλωματικής στην περιοχή, βρίσκεται στην οξυμένη σύγκρουση που διεξάγεται αυτή τη στιγμή μεταξύ των ισχυρότερων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων (ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα, ΕΕ) παγκόσμια και ειδικότερα στην περιοχή μας. Αυτή η σύγκρουση τροφοδοτεί και την τουρκική επιθετικότητα και επεκτατισμό. Σε αυτό το πλαίσιο τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα, η ειρήνη και η ασφάλεια για τους λαούς βρίσκονται σε άμεσο κίνδυνο.

Το επόμενο μέρος αφορά στο ρόλο της Ελλάδας στις ευρωτουρκικές σχέσεις, τον κίνδυνο που υποθάλπεται για τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα, όπως αποτυπώνεται στην τοποθέτηση του Ύπατου Εκπροσώπου της Ένωσης.

Συνεχίζεται…

Πανούσης Αλέξης
Απόφοιτος του μεταπτυχιακού Γεωπολιτικής Ανάλυσης,
Γεωστρατηγικής Σύνθεσης και Σπουδών Άμυνας και Διεθνούς Ασφάλειας

Δείτε ακόμα...