Σε πρώτο πλάνο τα επενδυτικά «μπασίματα» της Κίνας με την Περιφερειακή Ολοκληρωμένη Οικονομική Εταιρική Σχέση (RCEP)

Τέθηκε σε ισχύ η Περιφερειακή Ολοκληρωμένη Οικονομική Εταιρική Σχέση (RCEP), που είναι η μεγαλύτερη ζώνη «ελεύθερου» εμπορίου και αποτελεί πρωτοβουλία του Πεκίνου.

«Μια μεγάλη νίκη για την πολυμέρεια και το ελεύθερο εμπόριο» χαρακτήρισε ο εκπρόσωπος του κινεζικού ΥΠΕΞ Γ. Γουενμπίν την Περιφερειακή Ολοκληρωμένη Οικονομική Εταιρική Σχέση (Regional Comprehensive Economic Partnership – RCEP), που μπήκε σε ισχύ από την 1η Γενάρη.

Η RCEP θεωρείται η μεγαλύτερη ζώνη «ελεύθερων συναλλαγών» διεθνώς, καθώς αντιπροσωπεύει περίπου το 30% του παγκόσμιου εμπορίου, το 30% του παγκόσμιου ΑΕΠ και το 30% του παγκόσμιου πληθυσμού.

Στην RCEP συμμετέχουν συνολικά 15 μέλη, μετά από διαπραγματεύσεις που κατέληξαν σε μια πρώτη συμφωνία τον Νοέμβρη του 2020, με πρωτοβουλία της Κίνας. Σε αυτή συμμετέχουν πέρα από την Κίνα όλα τα μέλη της ASEAN (Ενωση Κρατών Νοτιοανατολικής Ασίας), δηλαδή Μπρουνέι, Βιετνάμ, Λάος, Καμπότζη, Ταϊλάνδη, Μιανμάρ, Μαλαισία, Σιγκαπούρη, Ινδονησία και Φιλιππίνες, αλλά και Ιαπωνία, Νέα Ζηλανδία, Αυστραλία και Νότια Κορέα, δηλαδή ορισμένοι από τους στενότερους συμμάχους των ΗΠΑ στην περιοχή, στους οποίους η Ουάσιγκτον επενδύει πολλαπλά για την προώθηση των σχεδίων της.

Αρχικά στις διαπραγματεύσεις συμμετείχε και η Ινδία αλλά τελικά αποσύρθηκε, κυρίως επειδή ήταν ανήσυχη για τις επιπτώσεις από τη μεγάλη αύξηση των κινεζικών εισαγωγών.

Την 1η Γενάρη η RCEP τέθηκε σε ισχύ για τα 10 από τα 15 μέλη της, ενώ μέχρι τα τέλη Φλεβάρη αναμένεται να τεθεί σε ισχύ και για τα άλλα 5.

Μακροπρόθεσμα, στο πλαίσιο της RCEP πρόκειται να καταργηθούν διαδοχικά οι δασμοί για περισσότερο από το 90% των εμπορευμάτων που διακινούνται στην περιοχή της. Γίνεται λόγος για «ενιαίο πιστοποιητικό προέλευσης» με το οποίο οι εξαγωγείς των μελών θα μπορούν να συναλλάσσονται, καθιστώντας πιο εύκολο τον σχεδιασμό των αλυσίδων εφοδιασμού, δηλαδή μειώνοντας δασμούς και ελέγχους για τη διακίνηση προϊόντων και υπηρεσιών. Πρόσφατη μελέτη του αμερικανικού πανεπιστημίου Hopkins εκτιμούσε ότι η RCEP θα αυξήσει το παγκόσμιο εμπόριο κατά περισσότερα από 500 δισ. δολάρια ετησίως έως το 2030 και το παγκόσμιο ΑΕΠ κατά 263 δισ. δολάρια.

Σε αυτήν τη βάση, ο εκπρόσωπος του κινεζικού ΥΠΕΞ έσπευσε να μιλήσει για «τεράστια δυνατότητα για την ανάπτυξη του εμπορίου στην περιοχή» και «ένα μεγάλο βήμα προς την απελευθέρωση και διευκόλυνση των επενδύσεων», προσθέτοντας ότι «για να πετύχουμε παγκόσμια οικονομική ανάκαμψη και ευημερία, πρέπει να βασιστούμε στην πολυμέρεια, στο μεγαλύτερο άνοιγμα και στην από κοινού χρήση της καινοτομίας». Ισχυρίστηκε δε ότι «το να βάζει κάποιος πρώτα τον εαυτό του, να αναζητεί τη μονοπώληση της αγοράς με δικά του πλεονεκτήματα και κλείνοντας την πόρτα σε άλλους, θα αποβεί απλά αντιπαραγωγικό». Υπογράμμισε ότι η χώρα του είναι αφοσιωμένη στο «ανοιχτό περιφερειακό σύστημα» («open regionalism»).

Είναι σαφές ότι το Πεκίνο επενδύει στην RCEP για να διαφυλάξει και να διευρύνει διαύλους συνεργασίας και κερδοφόρων μπίζνες με δυνάμεις της περιοχής με τις οποίες οι ΗΠΑ συνεργάζονται σταθερά ή τις οποίες «πλαγιοκοπούν» επίμονα, αξιοποιώντας και διεξόδους που η RCEP προσφέρει στα μονοπώλια των χωρών αυτών.

Θυμίζουμε ότι εκτός από την RCEP, στην ίδια περιφέρεια επιχειρείται να «στηθεί» και η CPTPP (που επί κυβέρνησης Ομπάμα είχε ξεκινήσει ως πρωτοβουλία των ΗΠΑ – τότε ως TPP – αλλά η κυβέρνηση Τραμπ αποχώρησε) με τη συμμετοχή Ιαπωνίας, Καναδά, Αυστραλίας, Μεξικού κ.ά. Αίτηση ένταξης στη CPTPP κατέθεσε τον Σεπτέμβρη και η Κίνα.

Δείτε ακόμα...