Απελευθέρωση της Αθήνας – 12 Οκτώβρη 1944: Περπατώντας στα χνάρια της ιστορίας… Μέρος ΄Γ

Απελευθέρωση Αθήνας λαός ΚΚΕ ΕΑΜ ΕΛΑΣ
Ο λαός πανηγυρίζει την Απελευθέρωση Αθήνας από τον ΕΛΑΣ το 1944 με πλακάτ του ΕΑΜ και του ΚΚΕ

Επόμενη στάση στον περίπατό μας στην οδό Ιωάννη Παπαρηγοπούλου στον αριθμό 7, εκεί που τώρα βρίσκεται το μουσείο της πόλης των Αθηνών (9). Στο κτίριο αυτό στεγάζονταν η «Ένωσις Φίλων του Χίτλερ» γνωστή και ως Μπουντ. Τα μέλη της Έλληνες πράκτορες πρόθυμοι συνεργάτες των Γερμανών γνωστοί και ως τα «Ελληνικά Ες-Ες» αναλάμβαναν την ανάκριση Ελλήνων πατριωτών που κατηγορούνταν για την αντιστασιακή τους δράση. Στο κτίριο αυτό βασανίστηκαν και ανακρίθηκαν δεκάδες αντιστασιακοί, πριν σταλούν στη Γερμανία προς καταναγκαστική εργασία ή στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής προς εκτέλεση.

Το μουσείο της πόλης των Αθηνών όπως είναι σήμερα.

Η Μπουντ (που σημαίνει σύνδεσμος) εμφανίστηκε πριν από τον πόλεμο και ήταν υπηρεσία αντικατασκοπείας. Στελεχώθηκε κυρίως από Έλληνες που εργάστηκαν για Γερμανικές εταιρείες που δραστηριοποιούνταν στην Ελλάδα του Μεταξικού καθεστώτος. Αν και γνώριζαν ότι δρούσαν για λογαριασμό της ναζιστικής Γερμανίας οι ελληνικές αρχές δεν έκαναν το παραμικρό για να εμποδίσουν το «έργο» τους. Με το ξεκίνημα του ΕλληνοΙταλικού πολέμου έγιναν κάποιες συλλήψεις μελών της τα οποία αποφυλακίστηκαν με την είσοδο των ναζί στην Αθήνα.

Η Μπούντ διατηρούσε το δικό της δίκτυο κατασκόπων που δραστηριοποιούταν σε Αθήνα και Μέση Ανατολή. Τα μέλη της έδιναν αναφορά στον ίδιο τον Γερμανό φρούραρχο της Αθήνας. Έργο της ήταν να εντοπίζει Έλληνες αντιστασιακούς και στρατιωτικούς που επιχειρούσαν να διαφύγουν στην Μέση Ανατολή. Δεκάδες Έλληνες συνελήφθησαν κυρίως καθώς ταξίδευαν με κάποιο πλοιάριο με αποτέλεσμα να οδηγηθούν σε κάποια φυλακή ή προς εκτέλεση.

Επιπλέον μέσω της δράσης της στην Μέση Ανατολή έπρεπε να εντοπίζει όσους Έλληνες συνδέσμους προσπαθούσαν να έρθουν από την Μέση Ανατολή στην κατεχόμενη χώρα μεταφέροντας ασύρματους με στόχο την επικοινωνία της Ελληνικής αντίστασης με τους Βρετανούς και την Ελληνική κυβέρνηση που είχε καταφύγει στο Κάιρο.

Όταν το φθινόπωρο του 1943 η Ιταλία συνθηκολόγησε, η δράση της Μπουντ αναβαθμίστηκε με την δημιουργία ομάδων κρούσης που είχαν αντικομουνιστική και αντισημιτική δράση. Πλήθος από δολοφονίες μελών του ΕΑΜ, αρπαγή περιουσιών Εβραίων, συλλήψεις ατόμων και αποστολή τους σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας όπου οι περισσότεροι από αυτούς βρήκαν τον θάνατο.

Έχοντας μυστικούς πληροφοριοδότες σε πολλές συνοικίες (κυρίως περιπτεράδες, οδηγούς ταξί, θυρωρούς κλπ) μάζευαν τα στοιχεία που ήθελαν και έπειτα σε συνεργασία με την ειδική ασφάλεια και την Γκεστάπο έκαναν συλλήψεις. Οι πληροφορίες που αντλούσαν μετά από σκληρά βασανιστήρια που πολλές φορές οδηγούσαν στο θάνατο των συλληφθέντων τους επέτρεπαν να οργανώνουν ακόμα μεγαλύτερες επιχειρήσεις κατά μελών του ΕΑΜ και άλλων αντιστασιακών οργανώσεων όπως τα μπλόκα ολόκληρων συνοικιών. Μεταξύ των θυμάτων της Μπουντ ήταν και η 17χρονη Ηρώ Κωνσταντοπούλου.

Η επόμενη στάση μας αφορά έναν ιδιαίτερο χώρο ιστορικής μνήμης ο οποίος έχει διασωθεί και λειτουργεί σαν μουσείο με δωρεάν είσοδο. Βρίσκεται στην οδό Κοραή στον αριθμό 4. Εκεί βρίσκονταν τα περίφημα κρατητήρια της Γκεστάπο (Kommandatur) και μετά την απελευθέρωση μέχρι το Δεκέμβρη του ‘44 στεγάζονταν τα γραφεία του ΕΑΜ. (10)

Με τον όρο Kommandatur αναφερόμαστε στα γερμανικά φρουραρχεία που είχαν εγκατασταθεί σε όλες τις κατεχόμενες από τους ναζί χώρες κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στην Αθήνα λοιπόν η Κομαντατούρα όπως την αποκαλούσαν οι Έλληνες στεγαζόταν στα υπόγεια του κτιρίου της Κοραή. Λειτουργούσαν σαν κρατητήρια και οι συλληφθέντες έμεναν εκεί μέχρι την μεταφορά τους σε γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, στις φυλακές Αβέρωφ, στην Καισαριανή, στο Χαϊδάρι και αλλού.

Στα κρατητήρια της Κομαντατούρ οι κρατούμενοι υπέφεραν τρομερά βασανιστήρια. Για να καταλάβουμε τι ακριβώς συνέβαινε αρκεί να διαβάσουμε τις επιγραφές που σώθηκαν στους τοίχους. Τα μικροαντικείμενα, τις προσωπικές σημειώσεις, κάποιες σελίδες από ημερολόγια που βρέθηκαν παρατημένα στην βιασύνη των ναζί να εγκαταλείψουν την Αθήνα. Τα περισσότερα που γνωρίζουμε είναι από μαρτυρίες ανθρώπων που κρατήθηκαν εκεί.

Οι ναζί συνήθιζαν να βάφουν τους τοίχους και στα δύο υπόγεια σε συχνά διαστήματα εξαφανίζοντας τις χαραγμένες σημειώσεις των κρατουμένων. Όταν έχασαν τον πόλεμο έφυγαν εσπευσμένα με αποτέλεσμα στο δεύτερο υπόγειο να μείνουν οι επιγραφές που αφορούν κάποια περίοδο του 1944 πριν την απελευθέρωση. Έχουν μετρηθεί διακόσια τριάντα εννέα ονόματα καταγεγραμμένα στους τοίχους, ως επί το πλείστον, του έτους 1944. Ο αριθμός αυτός είναι πολύ μικρότερος του πραγματικού αριθμού κρατουμένων, ο οποίος παραμένει άγνωστος. Πολλοί από τους κρατούμενους έχουν χαράξει και τα βασανιστήρια που είχαν υποστεί.

Μετά την απελευθέρωση της Αθήνας, το κτήριο πέρασε στα χέρια του ΕΑΜ στα τέλη του Οκτώβρη, για να ακολουθήσει μετά τα Δεκεμβριανά η στέγαση εκεί αγγλικών στρατευμάτων, ενώ μετά επιτάχθηκε εκ νέου από την ελληνική κυβέρνηση.

Παρ’ όλο που βρίσκεται σε κεντρικό και πολυσύχναστο σημείο γενικά δεν είναι γνωστό στο ευρύ κοινό και η ευθύνη βαραίνει πολλούς. Αξίζει οπωσδήποτε μια επίσκεψη με τα παιδιά σας. Λίγοι χώροι έχουν παραμείνει που μπορούν να σε μεταφέρουν στην ατμόσφαιρα της εποχής τους. Σίγουρα τα κρατητήρια της Κομαντατούρ είναι ένας από αυτούς.

Επόμενη στάση του περιπάτου μας στην οδό Σανταρόζα 3, όπου είχαν την έδρα τους οι SD (Sicherheitsdienst) – δηλαδή οι Υπηρεσίας Ασφαλείας των γερμανικών Ες-Ες και η ομάδα αντικατασκοπίας Dienststelle 3000 με επικεφαλής τον Δρ. Otto Begus, μέλος του Αυστριακού Ναζιστικού Κόμματος και Κομισάριο της Αστυνομίας στη Βιέννη από το 1935 (11).

Σκοπός της οργάνωσης 3000 ήταν να δημιουργήσει δίκτυο κατασκοπίας στη νότια Ελλάδα, να βρίσκει τρόπους ασφαλούς μεταφοράς των πρακτόρων των Ναζί στη Μέση Ανατολή και να προετοιμάσει τα απαραίτητα σχέδια για εκτεταμένα σαμποτάζ ώστε να δυσκολέψει την απόβαση στην Ελλάδα των συμμαχικών δυνάμεων σε περίπτωση αποχώρησης των Γερμανών.

Η συγκεκριμένη οργάνωση αποτελούταν από δύο σκέλη: την ομάδα αντικατασκοπίας και σαμποτάζ και την «αντιστασιακή ομάδα» όπως τις έλεγαν. Στα σαμποτάζ που είχαν σχεδιαστεί περιλαμβάνονταν η ανατίναξη του φράγματος του Μαραθώνα, των εγκαταστάσεων ηλεκτρικού ρεύματος σε Αθήνα και Πειραιά, του εργοστασίου γκαζιού, καταστροφές λιμανιών, των ναυπηγείων Σκαραμαγκά κ.α. Τα περισσότερα από τα σαμποτάζ αυτά τελικά δεν πραγματοποιήθηκαν έπειτα από συντονισμένες ενέργειες και μάχες του ΕΛΑΣ με τους σαμποτέρ, ενώ κάποια δεν πραγματοποιήθηκαν μετά από απόφαση του Γερμανού στρατιωτικού διοικητή.

Η «αντιστασιακή ομάδα» δημιουργήθηκε τον Μάιο του 1943 και σχεδίαζε την ανάπτυξή της στην ορεινή Ελλάδα όπου θα πολεμούσε τους σύμμαχους όταν αυτοί θα αποβιβάζονταν για να βοηθήσουν την αποχώρηση των ναζιστικών στρατευμάτων. Αρχηγός της ήταν ο Έλληνας στρατιωτικός Γ. Παντέλογλου. Τα σχέδια της συγκεκριμένης ομάδας όμως τα ακύρωσε στην πράξη η ΟΠΛΑ με την εκτέλεση του Παντέλογλου στην οδό Μάρνης στις 26 Σεπτεμβρίου 1944.

Το κτίριο της οδού Σανταρόζα όπου ήταν η έδρα των γερμανικών οργανώσεων και τα γραφεία των Ελλήνων πρακτόρων τους

Τελευταία στάση του περιπάτου μας στην οδό Πανεπιστημίου στον αριθμό 64. Εδώ λειτουργούσε στην κατοχή η διαβόητη «ρουλέτα» του Μαυροκέφαλου (12). Ένα τεράστιο καζίνο που διέθετε 12 ρουλέτες και τρία τραπέζια σεμέν ντε φερ, απασχολούσε περίπου 100 άτομα προσωπικό. Σύμφωνα με μαρτυρίες τα κέρδη κάθε βραδιάς ξεπερνούσαν το ποσό των 100 χρυσών λιρών, ένα τεράστιο ποσό ειδικά για την εποχή. Εκεί σύχναζαν “επιχειρηματίες και έμποροι” που είχαν θησαυρίσει από την μαύρη αγορά (γνωστοί και ως μαυραγορίτες) και έψαχναν τρόπους να «επενδύσουν» τα παράνομα κέρδη τους, αλλά και Γερμανοί που έψαχναν να βρουν συνεργάτες και πληροφοριοδότες. Το κτίριο δεν σώζεται, στην θέση του ένα πολυόροφο κτίριο της δεκαετίας του 1950.

Την περίοδο της Κατοχής στην Αθήνα λειτούργησαν 21 τέτοιες ρουλέτες έχουμε αναφερθεί σε προηγούμενη κείμενο και στη Femina. Την μεγαλύτερη άνθιση την είχαν στα τέλη του 1943, όταν ο πληθωρισμός, τα έσοδα από τα οχυρωματικά έργα των κατακτητών και την μαύρη αγορά, είχαν δημιουργήσει τεράστιο πλούτο στα χέρια εργολάβων και μαυραγοριτών. Οι κατακτητές χρησιμοποιούσαν τις ρουλέτες για να χρηματοδοτούν τις υπηρεσίες τους, καθώς πουλούσαν πανάκριβα τις άδειες στους Έλληνες «επιχειρηματίες» και είχαν ποσοστά στα κέρδη.

Εδώ θα ολοκληρωθεί το ταξίδι μας σε ιστορικούς χώρους της κατεχόμενης Αθήνας. Μια βόλτα μαζί με τα παιδιά μας ξεκινώντας από το σταθμό του Συντάγματος και καταλήγοντας στο σταθμό της Ομόνοιας δηλαδή σε αυτό που ονομάζουμε κέντρο της Αθήνας. Δεν εξαντλήθηκαν τα σημεία ενδιαφέροντος (ίσα ίσα), απλά αυτό δεν αποτελούσε το σκοπό όταν ξεκίνησα να ετοιμάζω αυτά τα κείμενα. Στα τρία αυτά κείμενα έγινε μια προσπάθεια να δοθούν στον αναγνώστη χρηστικές κατά κύριο λόγο πληροφορίες και ερείσματα ώστε να ασχοληθεί εκτενέστερα ο ίδιος με την πραγματική ιστορία αυτού του τόπου που τις περισσότερες φορές απέχει από όσα μας μαθαίνουν στα σχολικά βιβλία της ιστορίας.

Τέλος.

Επιμέλεια Μ. Κ.


Δείτε ακόμα...