Σταύρος Τάσσος: Σεισμός Σάμου – Το φυσικό φαινόμενο και η αντιμετώπισή του

EUROKINISSI

Άμεσα, και με δεδομένο ότι 300 κτίρια στη Σάμο έχουν κριθεί προσωρινά μη κατοικήσιμα, πρέπει να βρεθούν χώροι, με επίταξη ξενοδοχείων, για την προσωρινή στέγαση των ξεσπιτωμένων

Δύο είναι τα ερωτήματα που μπαίνουν κάθε φορά που γίνεται ένας σεισμός που προκαλεί θανάτους και καταστροφές, όπως ο σεισμός των 6,9 Ρίχτερ της 30-10-2020 στη Σάμο. Πρώτο, αν ο σεισμός αυτός μπορούσε να προβλεφτεί, και δεύτερο, αν οι συνέπειες του θα μπορούσαν να ελαχιστοποιηθούν, έως και να αποφευχθούν. Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι ένα κατηγορηματικό όχι, και η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα είναι ένα εξ ίσου κατηγορηματικό ναι.

Σε ότι αφορά το φυσικό φαινόμενο, ο σεισμός των 6,9 Ρίχτερ έγινε σε απόσταση 17 χλμ από τη Σάμο, και 60 χλμ από τη Σμύρνη, και σε μια ευρύτερη περιοχή που στον προηγούμενο αιώνα έγιναν 3 μεγάλοι σεισμοί. Συγκεκριμένα στις 11-8-1904 με μέγεθος 6,8, στις 31-3-1928 με 6,5, και στις 16-7-1955 με 6,9 Ρίχτερ. Και οι τρεις σεισμοί είχαν μια πλούσια μετασεισμική ακολουθία, και ο ισχυρότερος μετασεισμός που καταγράφηκε ήταν αυτός που έγινε στις 18-8-1904 με μέγεθος 5,9 Ρίχτερ. Στους άλλους δύο πολύ ισχυρούς σεισμούς οι μεγαλύτεροι μετασεισμοί ήταν της τάξης των 5 Ρίχτερ.

Στο σεισμό της 30-10-2020 μέχρι σήμερα (4-11-2020) έχουν καταγραφεί πάνω από 1600 μετασεισμοί, εκ των οποίων 44 πάνω από 4 Ρίχτερ, με ισχυρότερο αυτόν της 30-10-2020 με 5 Ρίχτερ. Παίρνοντας υπόψη την εξέλιξη του φαινομένου και την προϊστορία της περιοχής μπορεί να γίνουν οι εξής παρατηρήσεις. Ο σεισμός των 6,9 Ρίχτερ ήταν ο κύριος σεισμός. Ο σεισμός των 5 Ρίχτερ μπορεί να είναι ο μεγαλύτερος μετασεισμός, αλλά δεν αποκλείεται ένας μετασεισμός της τάξης των 6 Ρίχτερ, που μπορεί να προκαλέσει την κατάρρευση κτιρίων, που έχουν ήδη πάθει ζημιές, και να προκαλέσει ένα άλλο μικρό τσουνάμι. Η μετασεισμική ακολουθία θα διαρκέσει για αρκετούς μήνες, με μειούμενη συχνότητα μετασεισμών, αλλά σταθερό μέσο μέγεθος. Αυτό σημαίνει ότι αν το μέσο μέγεθος των σεισμών είναι 5 Ρίχτερ, δεν αποκλείεται ένας τέτοιος σεισμός να γίνει μετά από 2-3 μήνες.

Ο σεισμός των 6,9 Ρίχτερ, προκάλεσε τον άδικο χαμό των 2 παιδιών στη Σάμο, και πάνω από 110 ανθρώπων στη Σμύρνη. Στη Σάμο, πολλά σπίτια, κυρίως παλιά μονώροφα ή διώροφα, κατέρρευσαν ή έπαθαν μεγάλες ζημιές. Στη Σμύρνη, δεκάδες κτίρια, κυρίως πολυώροφες πολυκατοικίες, ανεξαρτήτου ηλικίας, υπέστησαν μερική ή ολοσχερή καταστροφή.

Το ύψος και η ποιότητα των κατασκευών που έπαθαν ζημιές στη Σάμο και στη Σμύρνη είναι ενδεικτικά των φυσικών χαρακτηριστικών του σεισμού και της τρωτότητας των κατασκευών. Το βασικό φυσικό χαρακτηριστικό που καθορίζει την καταστρεπτικότητα ενός σεισμού είναι η απόσταση του επικέντρου του από κατοικημένη περιοχή, αφού αυτή καθορίζει την ένταση της εδαφικής κίνησης ως ποσοστό της επιτάχυνσης της βαρύτητας (g), που προκαλεί τις ζημιές στα κτίρια. Ανεξάρτητα από το μέγεθος του σεισμού, η επιτάχυνση στο επίκεντρο του σεισμού είναι μεταξύ 0,5 – 0,7g, και η δεσπόζουσα περίοδος 0,2 – 0,4 sec, που αντιστοιχεί σε ιδιοπερίοδο χαμηλών σε ύψος κτιρίων, μέχρι 4-5 ορόφων, που συντονίζονται. Έχουμε γρήγορη απόσβεση της επιτάχυνσης όσο απομακρυνόμαστε από το επίκεντρο, π.χ., για ένα σεισμό 7 ρίχτερ στα 10 χλμ από το επίκεντρο η μέγιστη εδαφική επιτάχυνση είναι περίπου το μισό (50%) της επικεντρικής, στα 50 χλμ δεν ξεπερνά το 20%, ενώ στα 150 χλμ είναι μικρότερη από το 2% της επικεντρικής. Η απόσβεση αυτή συνοδεύεται με αύξηση της δεσπόζουσας περιόδου, που στα 150 χλμ φθάνει τα 0,55 sec, που αντιστοιχεί στην ιδιοπερίοδο ενός 10ορόφου κτιρίου.

Βέβαια, στην πραγματικότητα το επίκεντρο δεν είναι ένα σημείο, αλλά μια περιοχή που είναι τόσο ευρύτερη όσον μικρότερο είναι το βάθος του σεισμού. Επομένως αυτές οι αποστάσεις θα πρέπει να υπολογιστούν από την περιφέρεια του κύκλου, που καθορίζει την επικεντρική περιοχή του σεισμού. Ένα στοιχείο που μπορεί να αλλοιώσει αυτή την εικόνα είναι η κατευθυντικότητα στη διάδοση της ενέργειας, και ένα άλλο, τα χαρακτηριστικά του εδάφους θεμελίωσης των κτισμάτων. Όμως αυτό που έχει και λογικά επιβεβαιωθεί ως γενική αρχή είναι, ότι όσο πιο μακριά είναι το επίκεντρο ενός σεισμού από κατοικημένη περιοχή, τόσο πιο μικρές είναι οι συνέπειες του.

Το γεγονός αυτό δείχνει ότι είναι λαθεμένη η σύνδεση που γίνεται από ορισμένους μεταξύ του μεγέθους ενός σεισμού και της καταστρεπτικότητας του, που αν είναι μικρή αποδίδεται αποκλειστικά στην ποιότητα των κατασκευών, και όχι κυρίως στην απόσταση του επικέντρου του από κατοικημένη περιοχή. Οι 140 νεκροί, και τα σχεδόν 5000 κτίρια που κατέρρευσαν ή κρίθηκαν κατεδαφιστέα στο σεισμό της Αθήνας των 5,9 Ρίχτερ, που ήταν 32 φορές ασθενέστερος από το σεισμό των 6,9 Ρίχτερ της Σάμου, ακριβώς επειδή το επίκεντρό του ήταν μέσα στον οικιστικό ιστό της πόλης, είχε αυτές τις τραγικές συνέπειες. Αντίστοιχα, αν το επίκεντρο του σεισμού της 30-11-2020 ήταν πάνω στη Σάμο, ή πάνω στη Σμύρνη οι καταστροφές θα ήταν πολύ περισσότερες.

Τα φυσικά χαρακτηριστικά του σεισμού εξηγούν γιατί τα μονώροφα και διώροφα κτίρια στη Σάμο, και τα πολυώροφα κτίρια στη Σμύρνη έπαθαν ζημιές. Στο ερώτημα γιατί αυτά και όχι άλλα απαντά η τρωτότητα των κτιρίων, δηλαδή το πόσο ευάλωτα ήταν τα συγκεκριμένα κτίρια που κατέρρευσαν ή έπαθαν σοβαρές ζημιές. Κάτι που εξαρτάται από τον άνθρωπο, και όχι από τη φύση. Στη Σάμο τα μονώροφα και διώροφα κτίρια που κατέρρευσαν ήταν παλιά, κτισμένα χωρίς αντισεισμικές προδιαγραφές, και επομένως πολύ πιο ευάλωτα από σύγχρονα κτίρια, αντίστοιχου ύψους. Στη Σμύρνη τα πολυώροφα κτίρια που κατέρρευσαν ήταν σύγχρονα, αλλά κακής ποιότητας.

Εδώ μπαίνει η παρέμβαση του ανθρώπου. Αν τα παλιά αυτά κτίρια στη Σάμο είχαν «καθαριστεί» δεν θα θρηνούσαμε το θάνατο των 2 παιδιών, και αν οι πολυκατοικίες στη Σμύρνη είχαν κτιστεί με αντισεισμικές προδιαγραφές δεν θα είχαμε την εκατόμβη των θυμάτων.

Όμως ας μη βιαστούμε να πούμε ότι η ποιότητα των σύγχρονων κτιρίων στην Ελλάδα είναι καλύτερη, απ’ ότι στην Τουρκία, και ότι αυτό αρκεί. Γιατί, πρώτον, σε πολλές περιπτώσεις, κυρίως επαγγελματικών χώρων, έχουν γίνει πολλές αυθαίρετες παρεμβάσεις, με τραγικά παραδείγματα τη Ρικομέξ και τη Φαράν, που στο σεισμό του 1999, κάτω από τα ερείπια τους θάφτηκαν 39 και 8 άνθρωποι, αντίστοιχα. Και, δεύτερο το 80% των περίπου 4.000.000 κτιρίων της χώρας, εκ των οποίων 400.000 περίπου επαγγελματικοί χώροι, έχουν κτιστεί πριν το 1985, δηλαδή πριν τεθεί σε εφαρμογή ο σύγχρονος αντισεισμικός κανονισμός, και επομένως χρήζουν ελέγχων και ενισχύσεων.

Η κατάσταση είναι ιδιαίτερα κρίσιμη στα σχολεία, που και στην περίπτωση του σεισμού της Σάμου αποδειχθήκαν τα πιο ευάλωτα απ’ όλα τα δημόσια κτίρια. Συγκεκριμένα, 11 (5 σε Βαθύ και Άνω Βαθύ και 6 στη Χώρα, στο Πυθαγόρειο και στο Καρλόβασι) από τα 44 σχολεία στη Σάμο έχουν κριθεί ακατάλληλα. Πανελλαδικά, από τις περίπου 14.500 σχολικές μονάδες, οι 8.320 ή το 57,4%, χαρακτηρίζονται «γερασμένες», αφού έχουν χτιστεί πριν το 1985 χωρίς ή με ελάχιστες αντισεισμικές προδιαγραφές. Από τις υπόλοιπες 6.180 που έχουν χτιστεί μετά το 1985, μόλις οι 3.050 έχουν χτιστεί με πιο αυστηρές αντισεισμικές προδιαγραφές, μετά το 1995.

Επίσης, υπάρχουν εκτιμήσεις ότι το 50% των νοσοκομειακών κτιρίων, δηλαδή κάπου 300 ανεξάρτητα από στατικής πλευράς κτίρια, χρειάζονται λεπτομερέστερο έλεγχο ή και παρέμβαση.

Άμεσα, και με δεδομένο ότι 300 κτίρια στη Σάμο έχουν κριθεί προσωρινά μη κατοικήσιμα, πρέπει να βρεθούν χώροι, με επίταξη ξενοδοχείων, για την προσωρινή στέγαση των ξεσπιτωμένων.

Επίσης, πρέπει άμεσα να παρθούν μέτρα για την πλήρη αποκατάσταση των ζημιών σε σπίτια και επαγγελματικούς χώρους, να αποζημιωθούν πλήρως οι πληγέντες, να γκρεμιστούν τα ερειπωμένα κτίσματα, στη Σάμο, αλλά και σ’ όλη τη χώρα.

Έλεγχος και δρομολόγηση απαραίτητων παρεμβάσεων σε δημόσια κτίρια (σχολεία, νοσοκομεία, κλπ), που εκκρεμεί από το 1999, στους χώρους δουλειάς και διασκέδασης στη Σάμο, αλλά και πανελλαδικά.

Σεισμοί σαν και αυτόν στη Σάμο, έρχονται να αποκαλύψουν, με τραγικό τρόπο, τις τεράστιες ελλείψεις, στο επίπεδο της πρόληψης και της αποκατάστασης, που στη λογική του κόστους-οφέλους υποβαθμίζουν την αντισεισμική πολιτική, και παίζουν στα ζάρια τις ζωές των ανθρώπων. Η σημερινή πρόοδος της επιστήμης και της αντισεισμικής τεχνολογίας μπορεί να ελαχιστοποιήσει, έως και να μηδενίσει, το σεισμικό κίνδυνο, και αυτό είναι δικαίωμα και απαίτηση κάθε ανθρώπου.

(Ο Σταύρος Τάσσος είναι Σεισμολόγος)

Αναδημοσίευση από το www.ieidiseis.gr

Δείτε ακόμα...