Στου αιώνα την παράγκα… (Μέρος 1ο)

Επιμέλεια: Γιάννης Αγγέλου, Σχη (ΜΧ) εα, MBA, Ms’c

Πριν ξεκινήσω να γράφω για το Δημήτρη Μητροπάνο, αισθάνθηκα ένα δέος. Πώς είναι δυνατόν ένα άνθρωπος που δεν ανήκει στον καλλιτεχνικό χώρο, που δεν ανήκει καν στο χώρο των κριτικών τέχνης, να αγγίξει αυτό το τεράστιο καλλιτεχνικό μέγεθος.

Όμως, σκέφτηκα, πως με το Μητροπάνο μεγαλώσαμε, ερωτευθήκαμε, κλάψαμε, μεθύσαμε, πέσαμε και σηκωθήκαμε. Τον θυμάμαι στις εκπομπές της τότε ΥΕΝΕΔ στις γιορτές των Χριστουγέννων, όταν τραγουδούσε τον «Άγιο Φεβρουάριο», το «Νικολή Νικολή». Μετά, καθώς μεγάλωνα, με συνόδευε παντού. Κάθε χρονιά και κάτι καινούργιο, με ανατροπές, με σεβασμό στο λαϊκό τραγούδι. Με πειραματισμούς που δικαίωναν όσους πίστεψαν πως μπορεί να τους υποστηρίξει. Γιατί ήξερε πότε έπρεπε να κάνει το κάθε επόμενο βήμα.

Τον εμπιστεύτηκαν όλοι οι μεγάλοι συνθέτες και αυτός ερμήνευσε με το μοναδικό του τρόπο τα τραγούδια τους. Όπως είχε πει μάλιστα κάποιος «Δεν λένε ποιου συνθέτη είναι αλλά αυτό το τραγούδι που λέει ο Μητροπάνος».

Συμπληρώθηκαν 8 χρόνια από τη μέρα που ο Δημήτρης Μητροπάνος, ο Μήτσος, για τους φίλους του, τράβηξε το μοναχικό του δρόμο. Έφυγε από κοντά μας για να βρεθεί κοντά σε άλλους μεγάλους του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού.

Κοντά στο Βαμβακάρη και τον Τσιτσάνη τον συμπατριώτη του, τον Παπαϊωάννου, το Χιώτη, το Στράτο Διονυσίου, το Μπιθικώτση, τον Καζαντζίδη.

Τώρα που πήγε κοντά του και ο Θάνος, κάτι άλλο θα σκαρώσουν. Ήταν ήδη και ο Άλκης Αλκαίος. Εκεί, στο Περιβόλι του Ουρανού, του Ουρανού τους. Ποιος δε θα ‘θελε να είναι από μια μεριά σε αυτή η συνάντηση…

Ο Δημήτρης Μητροπάνος υπήρξε ένας από τους ελάχιστους αυθεντικούς λαϊκούς τραγουδιστές, που όποιος άκουγε τη φωνή του μια φορά, δεν την ξεχνούσε. Η φωνή αυτή χάραζε την καρδιά του ακροατή του, μάγευε και ρίζωνε μέσα, βαθιά.

8 χρόνια χωρίς αυτόν τον αυθεντικό μάγκα. Τον άντρα που δε ήθελε φτιασίδια για να δείχνει λεβέντης. Ήταν από το καλούπι που τον έβγαλε.

Μετρημένος, σεμνός, αξιοπρεπής, ανεπιτήδευτος, δεν το «έπαιξε» κάποιος. Μιλούσε για ελάχιστα πράγματα και πάντα με σεβασμό απέναντι στους άλλους. Ακόμη και για τις λατρείες του. Λίγα λόγια, μεστά, αντρίκεια.

Βαμμένος κόκκινος σε όλα, ποδοσφαιρικά και κομματικά. Αφού μια από τις μεγάλες λατρείες του, ήταν ο Ολυμπιακός.

Η άλλη μεγάλη του λατρεία ήταν η καταγωγή του, που τίμησε μέχρι την τελευταία στιγμή. Είμαι από τη «Μικρή Μόσχα» έλεγε, από την Αγία Μονή, μια συνοικία έξω από τα Τρίκαλα, όπου ήμασταν όλοι ίδιοι, οι αριστεροί, οι αποκομμένοι από την κοινωνία.

Ας τα πάρουμε, όμως, από την αρχή.   

Γεννήθηκε 2 Απρίλη του 1948 στην Αγία Μονή, μία συνοικία έξω από τα Τρίκαλα. Ο πατέρας του είχε χαθεί στον Εμφύλιο Πόλεμο και μέχρι την ηλικία των 16 ετών, πίστευαν πως είναι νεκρός. Μεγάλωσε με τη μητέρα του και τη μεγαλύτερη του αδερφή.

Η οικογένεια τα βγάζει πέρα δύσκολα. Η μητέρα του φτιάχνει φλοκάτες τις οποίες πουλάει στα πανηγύρια και στο τοπικό παζάρι, για να μεγαλώσει τα δυο παιδιά της.

Σε μικρή ηλικία ξεκινάει και ο ίδιος να δουλεύει, γιατί ήθελε να βοηθήσει την οικογένειά του. Ξεκινά  ως σερβιτόρος στην ταβέρνα του θείου του και στη συνέχεια στις κορδέλες κοπής ξύλων. Αν και ήταν καλός μαθητής, γνωρίζει ότι λόγω των πολιτικών πεποιθήσεων της οικογένειάς του, δε θα μπορέσει να σπουδάσει.

«Κάπου στα 12-13 με καλούν για πρώτη φορά και εμένα στην ασφάλεια, μου εξηγούν τι ήταν ο πατέρας μου –ακόμα γράφομαι «ορφανός»– ο θείος μου, η οικογένειά μου και μου συστήνουν να μάθω καμιά τέχνη, γιατί με τέτοιο ιστορικό δεν έχω κανέναν λόγο να πάω στο σχολείο, αφού δεν θα με αφήσουν να σπουδάσω. Από ‘κει είναι που μπλέκομαι κι εγώ στο γρανάζι το πολιτικό κι αρχίζω να το ψάχνω. Και ξέρεις, δε χρειάζεται να κάνεις και πολλά. Όταν έχεις τη στάμπα ό,τι και να γίνει σ’ εσένα έρχονται…», λέει ο ίδιος στη βιογραφία του.

Οργανώνεται στην Νεολαία Λαμπράκη, καθώς με όλα αυτά, είχε πολιτικοποιηθεί νωρίς.

Το 1964 τελειώνει την Γ’ Γυμνασίου και αποφασίζει να κατέβει στην Αθήνα και να ζήσει μαζί με έναν θείο του, για να συνεχίσει εκεί το σχολείο. Τον συνοδεύουν τα χαρτιά του που στέλνονται στην αστυνομία για τις πολιτικές πεποιθήσεις του ίδιου και της οικογένειάς του. Ο ίδιος παραμένει αριστερός μέχρι το τέλος της ζωής του και φανατικός ψηφοφόρος του Κ.Κ.Ε., κόκκινος σε όλα του!

Η καριέρα του στη μουσική

Και κάπου εδώ, αρχίζει να χτίζεται ο μύθος Δημήτρης Μητροπάνος.

Το 1964 τραγούδησε σε μια συγκέντρωση που έκανε η εταιρεία που εργαζόταν ο θείος του. Σε αυτή την εκδήλωση ήταν και ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης. Τον άκουσε, του άρεσε και τον πήγε στη δισκογραφική εταιρεία «Κολούμπια».

Εκεί γνωρίζεται με τον Γιώργο Ζαμπέτα, με τον οποίο αρχίζει να δουλεύει στα «Ξημερώματα». Στο πρόσωπο του Γιώργου Ζαμπέτα βρήκε τον πατέρα που δε γνώρισε, τον καλό φίλο, το συνεργάτη και το δάσκαλο. Χαρακτηριστικά είχε δηλώσει ο Μητροπάνος: «Ο Ζαμπέτας είναι ο μόνος άνθρωπος στο τραγούδι ο οποίος με βοήθησε χωρίς να περιμένει κάτι. Με όλους τους υπόλοιπους συνεργάτες μου κάτι πήρα και κάτι έδωσα».

Το 1966 είναι η χρονιά του. Ο Μίκης Θεοδωράκης πραγματοποιούσε συναυλίες στην Ελλάδα και την Κύπρο και τον πήρε κοντά του, λόγω ασθένειας ενός συνεργάτη του. Τραγούδησε αποσπάσματα από τη «Ρωμιοσύνη» και το «Άξιον Εστί». Τον ακούμε σε μια πιο πρόσφατη ερμηνεία του

Ξεκινάει να δουλεύει σε κάποια μαγαζιά της Πλάκας. Η Πλάκα πάντα του ασκούσε μια ιδιαίτερη γοητεία. Έχουν αρχίσει να τον αναγνωρίζουν από τις συναυλίες που είχε πραγματοποιήσει με το Μίκη.

Με τον Ζαμπέτα ξεκινάει η δισκογραφική του καριέρα. Η «Κολούμπια» υπογράφει μαζί του ετήσιο συμβόλαιο. Ηχογράφησε δυο μόνο τραγούδια, τα οποία δεν κυκλοφόρησαν. Το ένα μάλιστα ήταν η «Χαμένη πασχαλιά», που λογοκρίθηκε από τη χούντα.

Το 1967 κυκλοφορεί ο πρώτος δίσκος (45άρι), που περιέχει το τραγούδι «Θεσσαλονίκη», σε μουσική του Γιώργου Ζαμπέτα και στίχους του Ηλία Ηλιόπουλου. Η Θεσσαλονίκη, όπως έλεγε ο ίδιος, ήταν η αγαπημένη του πόλη.

Το 1972 είναι χρονιά σταθμός για την επαγγελματική του πορεία. Συναντά τον Δήμο Μούτση και τον Μάνο Ελευθερίου και βγαίνει ο «Άγιος Φεβρουάριος», με ερμηνευτές τον ίδιο και την Πετρή Σαλπέα.

Η σούστα πήγαινε μπροστά

 κι ο μάγκας τοίχο-τοίχο

 Δεν έτυχε στα χρόνια αυτά

 τίποτα να πετύχω

Το 1973 ακολουθεί ο «Ο Δρόμος για τα Κύθηρα» του Γιώργου Κατσαρού σε στίχους του Ηλία Λυμπερόπουλου.

Από τη συναυλία του Δημήτρη Μητροπάνου, στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού το Σεπτέμβρη του 2009,  «Τα Κύθηρα ποτέ δε θα τα βρούμε»

Το 1974 κυκλοφορεί ο δεύτερος προσωπικός του δίσκος «Κυρά Ζωή». Το ομώνυμο  τραγούδι, σε μουσική Σπύρου Παπαβασιλείου και στίχους Τάσου Οικονόμου.

Το 1976 ηχογραφεί τον τρίτο προσωπικό δίσκο «Λαϊκά ’76» με τραγούδια των Τάκη Μουσαφίρη και Σπύρου Παπαβασιλείου-Τάκη Οικονόμου. Ένα από τα τραγούδια αυτού του δίσκου είναι το «Σε μιά στίβα καλαμιές» σε στίχους και μουσική του Τάκη Μουσαφίρη.

Και δεν είχαν ούτε πόνο

ούτε και λαβωματιές

Να ‘μενα στον άλλο κόσμο

 να μην ξύπναγα ποτές

Η συνεργασία μαζί τους συνεχίζεται στους δίσκους «Ερωτικά Λαϊκά» το 1977

«Παράπονο» το 1979, εδώ το ομώνυμο τραγούδι

και «Λαϊκά του Σήμερα» το 1980, με το τραγούδι«Που πας κορίτσι μου»

Το 1984 ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποιεί Λευτέρη Παπαδόπουλο και ερμηνεύει ο Δημήτρης Μητροπάνος στο δίσκο «Τα Πικροσάββατα». Στο τραγούδι «Το χατήρι» δεύτερη φωνή είναι η Χάρις Αλεξίου.

Τα δάχτυλα να σφίγγουν το ποτήρι

παινέματα και λόγια λιγοστά.

Χριστέ μου, κάνε απόψε ένα χατίρι

κι οι τελευταίοι νά ’ρθουν πιο μπροστά.

Από τον ίδιο δίσκο, άλλο ένα τραγούδι. Είναι το «Κουτούκι» («Άγγελος δραπέτης»).

Άγγελος δραπέτης από τον ουρανό,

μπήκε στο κουτούκι Φωκαίας κι Αχαρνών,

άφησε τα φτερά του στα πέτρινα σκαλιά,

κι άπλωσε στο τραπέζι τα ωραία του μαλλιά!!!!!

Οι απίστευτες δυνατότητες και το εύρος της φωνής του αναγνωρίζεται μετά από τη συμμετοχή του στο δίσκο του Λάκη Παπαδόπουλου, πιο γνωστού ως Λάκη με τα ψηλά ρεβέρ. Με το τραγούδι «Για να σ’ εκδικηθώ» από το δίσκο «Έλα Γοριλάκι» το 1988, ο κόσμος ανακαλύπτει την έννοια του λαϊκού έντεχνου τραγουδιού.

Για να γιατρέψω τις ατέλειωτες πληγές

αφού δεν βγήκες από μέσα μου ποτέ

Για να γιατρέψω τις ατέλειωτες πληγές

αφού δεν βγήκες από μέσα μου ποτέ

Το 1989 άλλος ένας δίσκος με τον Τάκη Μουσαφίρη «Εμείς οι δυο». Το τραγούδι «Χιονάνθρωπος».

Γιατί εσύ δεν ήσουν άνθρωπος

γιατί εσύ ήσουν χιονάνθρωπος

που λίγο-λίγο τέλειωνες,

εγώ σε ζέσταινα κι εσύ μου έλιωνες.

Στο έντεχνο λαϊκό τραγούδι εμφανίζεται πάλι το 1991 με το Νίκο Πορτοκάλογλου στο δίσκο «Σήκω ψυχή μου, Σήκω χόρεψε» στο τραγούδι «Κλείνω κι έρχομαι». Ο Δημήτρης Μητροπάνος συνεχίζει την πορεία του προς το έντεχνο τραγούδι χωρίς να χάσει στιγμή την αυθεντικότητα του αληθινού λαϊκού καλλιτέχνη. Άνοιξε έναν δρόμο, που άλλος δε θα τολμούσε.

Πέντε νύχτες που είπα

πως θα σ’ αρνηθώ

και σε ψάχνω

σε ψάχνω, σε ψάχνω.

Είναι η σειρά του Κύπριου συνθέτη Μάριου Τόκα να εμπιστευτεί τη φωνή του Δημήτρη Μητροπάνου.

1992 και ο δίσκος «Η Εθνική μας Μοναξιά». Ένας δίσκος που πραγματικά δεν ξέρεις ποιο τραγούδι να μη βάλεις! Μάριος Τόκας και Δημήτρης Μητροπάνος. Επιλέγω τρία, ίσως τα πιο χαρακτηριστικά.

«Θάλασσες» σε στίχους Σαράντη Αλιβιζάτου.

Ένα ποτήρι θάνατο θα πιώ,

απόψε να μεθύσω

Τα καλοκαίρια πες μου πώς μπορώ

μονάχος μου να ζήσω

Ένα ποτήρι θάνατο θα πιώ

απόψε να μεθύσω

σε μονοπάτι αδιάβατο θα βγω

θα βγω να σε ζητήσω

«Σ αναζητώ στη Σαλονίκη» σε στίχους του Φίλιππου Γράψα.

Σ’ αναζητώ

Σ’ αναζητώ στη Σαλονίκη ξημερώματα

λείπει το βλέμμα σου

απ’ της αυγής τα χρώματα

σ’ αναζητώ

σ’ αναζητώ μ’ ένα βιολί κι ένα φεγγάρι

λείπει το όνειρο

εσύ και το δοξάρι

Και η «Εθνική μας μοναξιά» και αυτό σε στίχους Φίλιππου Γράψα.

Γιατί εδώ

εδώ ειν’ ο έρωτας που ξέρουμε

εδώ κι οι πίκρες που μας θέλουν και τις θέλουμε

εδώ κι εμείς για να `χει πάντα συντροφιά

η εθνική μας μοναξιά

εδώ κι εμείς για να `χει πάντα συντροφιά

η εθνική μας μοναξιά

1994 και ο δίσκος «Παρέα μ’έναν Ήλιο». Τόκας και Μητροπάνος συνεχίζουν την ίδια πετυχημένη συνταγή και δυο τραγούδια από αυτό τον δίσκο.

«Το ζεϊμπέκικο του αρχάγγελου» σε στίχους του Φίλιππου Γράψα.

Μοναχική και σπάνια

γυρνάς μεσ’ στα Βαλκάνια

ανέμους να θερίσεις

σαν Παναγιά σ’ έναν τεκέ

ψάχνεις του κόσμου το λεκέ

για να τον καθαρίσεις

Και «Τον Αύγουστο που μου χρωστάς» σε στίχους του Φίλιππου Γράψα.

Τ’ αυγουστιάτικο φεγγάρι δεν το βρήκαμε

πιο νωρίς ήρθ’ ο Σεπτέμβρης και χαθήκαμε

πώς χωρίσαμε με τόση ευκολία

φθινόπωρο θα πει μελαγχολία

Το δεύτερο μέρος του αφιερώματος θα δημοσιευτεί αύριο.

Επιμέλεια:

Γιάννης Αγγέλου
Σχης (ΜΧ) εα
MBA, Ms’c

Ετικέτες:

Δείτε ακόμα...