Ο Ζ. Μπορέλ επικεφαλής της ευρωενωσιακής διπλωματίας ολοκληρώνει σήμερα μαζί με την επίτροπο Ενέργειας της ΕΕ, Κάντρι Σίμσον τις συζητήσεις που είχαν χτες στη συνεδρίαση του Συμβουλίου Ενέργειας ΗΠΑ – ΕΕ. Την κυβέρνηση Μπάιντεν εκπροσώπησαν ο ΥΠΕΞ, Αντ. Μπλίνκεν, και η υπουργός Ενέργειας, Τζένιφερ Γκράνχολμ.
Η 9η Σύνοδος του Συμβουλίου ήταν η πρώτη μετά από 4 χρόνια, με τον Ζ. Μπορέλ να επισημαίνει ότι «δεν θα μπορούσε να είναι πιο επίκαιρη», αποτελώντας «μια καλή ευκαιρία για να αντιμετωπίσουμε τις τρέχουσες συνθήκες των απειλών που θέτει η Ρωσία στα ανατολικά σύνορα της Ευρώπης».Ο Μπορέλ ανέφερε ότι «τα ενεργειακά ζητήματα είναι κεντρικά σε αυτήν την κρίση, επειδή η Ρωσία δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει τις σημαντικές ενεργειακές της προμήθειες στην Ευρώπη ως μοχλό για γεωπολιτικό κέρδος».
Στην τοποθέτησή του χτες επισήμανε από την Ουάσιγκτον πως οι τιμές του φυσικού αερίου στην ΕΕ είναι 6 έως 10 φορές υψηλότερες από ό,τι πριν από έναν χρόνο, γεγονός που έχει «σημαντικό αντίκτυπο στους καταναλωτές και στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας», ο Μπορέλ τόνισε ότι «αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η άμεση προτεραιότητά μας είναι να διαφοροποιήσουμε τις πηγές Ενέργειας, ιδίως τις ροές φυσικού αερίου, ώστε να αποφευχθεί η διακοπή του εφοδιασμού από τον κύριο προμηθευτή μας, που είναι η Ρωσία». Ενώ αρθρογραφώντας στο προσωπικό του blog πριν μεταβεί στις ΗΠΑ, είχε τονίσει ότι «πάνω από το 40% των εισαγωγών φυσικού αερίου της ΕΕ προέρχεται από τη Ρωσία».
Το θέμα της αναζήτησης τρόπων «διαφοροποίησης των πηγών Ενέργειας» της Ευρώπης, μπροστά στο ενδεχόμενο παραπέρα κλιμάκωσης της αντιπαράθεσης με τη Ρωσία, βρίσκεται εξάλλου το τελευταίο διάστημα στο επίκεντρο σειράς παρεμβάσεων των ΗΠΑ, όπως έγινε π.χ. και στη συνάντηση του Αμερικανού Προέδρου με τον εμίρη του Κατάρ την περασμένη βδομάδα. Σε μια προσπάθεια την ενίσχυση των αμερικανικών μονοπωλίων στη διεθνή αγορά.
Σε αυτό το πλαίσιο ο ο Αμερικανός ΥΠΕΞ, Αντ. Μπλίνκεν ανέφερε οτι «Είμαστε σε συζητήσεις με χώρες και μεγάλους παραγωγούς σε όλο τον κόσμο για την αύξηση της παραγωγής φυσικού αερίου», για τη «στήριξη του ενεργειακού εφοδιασμού σε όλη την Ευρώπη». Ενώ χαρακτήρισε το Συμβούλιο Ενέργειας ΗΠΑ – ΕΕ βασικό μηχανισμό για την «ενδυνάμωση της αμοιβαίας ενισχυόμενης στρατηγικής εταιρικής σχέσης» των δύο πλευρών, που «αντιμετωπίζει ακόμα ευρύτερα τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε όλοι, από τον τερματισμό της πανδημίας μέχρι την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και την ενεργοποίηση για τις απειλές κατά της δημοκρατίας».
Παράλληλα, μιλώντας συνολικότερα για την «αυξανόμενα φιλόδοξη εταιρική σχέση» ΗΠΑ – ΕΕ, έσπευσε να αναφερθεί και στην «έναρξη ενός νέου διαλόγου για την ασφάλεια και την άμυνα που θα διεξαχθεί λίγο αργότερα φέτος».
Η επίτροπος Ενέργειας της ΕΕ χαρακτήρισε τα σχέδια των δύο πλευρών για τις «πράσινες» μπίζνες» «το μεγαλύτερο πλάνο για την ειρήνη που υπήρξε ποτέ για να οικοδομήσουμε την ενεργειακή μας ανεξαρτησία», με την «καθαρή Ενέργεια». Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Μπορέλ στο άρθρο του ανέφερε ότι «η ενεργειακή μετάβαση θα συνεχίσει να αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες, μετατοπίζοντας την ισχύ από όσους ελέγχουν τα ορυκτά καύσιμα σε όσους αναπτύσσουν τεχνολογίες καθαρής Ενέργειας».
Η ενεργειακή τροφοδοσία της ΕΕ είτε γίνεται απο τις ΗΠΑ ή απο τη Ρωσία, για το λαό το αποτέλεσμα είναι ίδιο : ένα σπουδαίο αγαθό και πολύπλευρα χρήσιμο στο πλαίσιο της καπιταλιστικής οικονομίας, γίνεται ένα πανάκριβο εμπόρευμα που στερείται σε μεγάλη έκταση. Αλλά, και στοιχείο αντιπαραθέσεων των πολυεθνικών ομίλων για τον έλεγχο της αγοράς που επιφέρουν κρίσεις, πολεμικές συγκρούσεις μεταξύ των αντιπάλων, τις οποίες, πάλι πληρώνουν οι λαοί.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ



