Ως το «πιο εμβληματικό επιστέγασμα της στρατηγικής συνεργασίας των δύο χωρών» χαρακτήρισε τη φρεγάτα «Κίμων», που έχει βάλει πλώρη για μεγαλύτερη εμπλοκή της Ελλάδας στα ευρωατλαντικά σχέδια, ο υπουργός Άμυνας, Ν. Δένδιας, υποδεχόμενος πάνω σε αυτήν τη Γαλλίδα ομόλογό του, Κ. Βοτρέν.
Πέρα από τις συζητήσεις για τα πανάκριβα εξοπλιστικά προγράμματα που θα φορτωθούν για άλλη μια φορά στις πλάτες του λαού, οι συζητήσεις αφορούσαν την ανανέωση της διμερούς Συμφωνίας «Στρατηγικής Εταιρικής Σχέσης για την Άμυνα και την Ασφάλεια», με τον Ν. Δένδια να προαναγγέλλει την επίσπευση των σχετικών διαδικασιών.
Θυμίζουμε ότι η Συμφωνία υπεγράφη το 2021 και προέβλεπε ακόμα και ανάπτυξη ελληνικών τμημάτων στην Αφρική, στη Ζώνη του Σαχέλ, σε υποστήριξη των γαλλικών που επιχειρούσαν στην περιοχή, καθώς αναφερόταν η «συμμετοχή σε κοινές αναπτύξεις δυνάμεων ή αναπτύξεις σε θέατρα επιχειρήσεων προς υποστήριξη κοινών συμφερόντων, όπως, για παράδειγμα, τις υπό γαλλική διοίκηση επιχειρήσεις στο Σαχέλ», η «αμοιβαία υποστήριξη αναφορικά με τη συμμετοχή σε πολυεθνικές αμυντικές δομές όπως, για παράδειγμα, η Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Επέμβασης», αλλά και σε «οποιεσδήποτε άλλες δραστηριότητες οι οποίες συμφωνούνται από κοινού από τα μέρη στη βάση του κοινού τους συμφέροντος».
Ο υπουργός Άμυνας Δένδιας δήλωσε ότι οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις «διαθέτουν σημαντικό γαλλικό οπλοστάσιο», συμπληρώνοντας πως «συμμετέχουμε σε κοινές και ΝΑΤΟικές ασκήσεις και διεθνείς αποστολές». Ανέφερε, επίσης, ότι με τη Γαλλίδα ομόλογό του συζήτησαν για την εμβάθυνση της συνεργασίας στον τομέα της καινοτομίας και της αμυντικής τεχνολογίας.
Φυσικά, η συνάντηση είχε και «ψητό» για τις πολεμικές βιομηχανίες, καθώς οι γαλλικοί επιχειρηματικοί όμιλοι θέλουν να κλείσουν συμφωνίες για πωλήσεις άλλων 3 φρεγατών (χώρια τις πρώτες 4), υποβρυχίων και επιπλέον μαχητικών «Rafale», ενισχύοντας παράλληλα το οπλοστάσιο της ελληνικής αστικής τάξης, ώστε να βάλει ακόμα πιο ενεργά πλάτη σε επικίνδυνους σχεδιασμούς όπου Γης.
Η Κ. Βοτρέν δήλωσε ότι «γράφεται μια νέα σελίδα» στη ναυτική συνεργασία Ελλάδας και Γαλλίας, ενώ χαρακτήρισε εξαιρετικό το επίπεδο διαλειτουργικότητας μεταξύ των δυνάμεων του Πολεμικού Ναυτικού των δύο χωρών.



