Συνεχίζονται οι διεργασίες στα κόμματα της αμαρτωλής σοσιαλδημοκρατίας, με τις διάφορες πολιτικές δυνάμεις της να προσπαθούν να αναπροσαρμοστούν, να «ξεπλυθούν» από τα αντιλαϊκά τους πεπραγμένα και να παρουσιάσουν ένα δήθεν «φιλολαϊκό» πρόσωπο, στην προσπάθειά τους να εγκλωβίσουν τη συνεχώς διογκούμενη λαϊκή οργή και δυσαρέσκεια σε ανώδυνα για το σύστημα κανάλια.
Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Νίκος Ανδρουλάκης μίλησε σήμερα στην κοινή συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας και του Πολιτικού Συμβουλίου, με ιδιαίτερη αναφορά στην επικείμενη Συνταγματική Αναθεώρηση που ετοιμάζει η κυβέρνηση της ΝΔ.
Συσκοτίζοντας στην πραγματικότητα τον πυρήνα των παρεμβάσεων που ετοιμάζει η κυβέρνηση, οι οποίες αποτελούν αντιδραστικές τομές για την παραπέρα θωράκιση της αστικής εξουσίας – στόχος που υπηρετεί και η σοσιαλδημοκρατία – ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ κατηγόρησε τον Κ. Μητσοτάκη ότι επιχειρεί να χρησιμοποιήσει τη συνταγματική αναθεώρηση ως μέσο πολιτικού αντιπερισπασμού απέναντι στις υποθέσεις των υποκλοπών, των Τεμπών και του ΟΠΕΚΕΠΕ.
«Ενας πρωθυπουργός που καταστρατηγεί το Σύνταγμα και κακοποιεί τους θεσμούς, δεν έχει καμία αξιοπιστία», ανέφερε, αποτυπώνοντας χαρακτηριστικά την κοινή «αγωνία» όλων των αστικών πολιτικών δυνάμεων για την «αξιοπιστία» των θεσμών του καπιταλιστικού κράτους, ως κρίσιμο στοιχείο για την προώθηση της αντιλαϊκής πολιτικής υπέρ του κεφαλαίου.
Κι ενώ βέβαια ο Ν. Ανδρουλάκης καταγγέλλει την κυβέρνηση για την επιχείρηση συγκάλυψης των σκανδάλων για τα οποία ευθύνεται, το ΠΑΣΟΚ, μαζί με την ΝΔ και τον ΣΥΡΙΖΑ είχαν απορρίψει την πρόταση του ΚΚΕ στην προηγούμενη Συνταγματική Αναθεώρηση για κατάργηση του άρθρου 86, του νόμου περί ευθύνης υπουργών, διατηρώντας με αυτό τον τρόπο τη δυνατότητα κάθε κυβέρνησης να απαλλάσσει τους υπουργούς της από κάθε ποινική και πολιτική ευθύνη για την εμπλοκή τους σε σκάνδαλα.
Με σημαία τη διαβόητη «διαφάνεια» που και το ΠΑΣΟΚ ως κυβέρνηση, την χρησιμοποίησε κατά το δοκούν κι ενώ τα σκάνδαλα είναι σύμφυτο φαινόμενο με το καπιταλιστικό σύστημα, ο Ν. Ανδρουλάκης κατηγόρησε το Μέγαρο Μαξίμου για «κυνισμό», «αδιαφάνεια» και «πολιτικές ασπίδες προστασίας» προς τα κυβερνητικά στελέχη.
Όσον αφορά την υπόθεση των υποκλοπών, κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι αντιμετώπισε ως «ανούσιο θέμα» τις παράνομες παρακολουθήσεις πολιτών, δημοσιογράφων και πολιτικών αντιπάλων, αποσιωπώντας πάντως, ότι το κύριο στην υπόθεση των παρακολουθήσεων εξακολουθεί να είναι το αντιδραστικό θεσμικό πλαίσιο που έχουν συνδιαμορφώσει διαχρονικά όλες οι κυβερνήσεις, υιοθετώντας το δόγμα της ΕΕ ότι «ουδείς εξαιρείται των παρακολουθήσεων». Όπως είπε, «ένας πρωθυπουργός που εκβιάζεται δημόσια από έναν απόστρατο ισραηλινό αξιωματικό και δεν τολμά να πει κουβέντα, δεν έχει κανένα απολύτως ηθικό έρεισμα», αφήνοντας όμως στο απυρόβλητο τη νομοθεσία της ΕΕ που επιτρέπει την παραγωγή κι εμπορία των συστημάτων παρακολούθησης από ιδιωτικές εταιρείες αλλά και τη χρήση τους από μυστικές υπηρεσίες.
Στη λογική συμβολής στην θωράκιση της αστικής εξουσίας κινήθηκαν και οι προτάσεις που παρουσίασε ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ για τη συνταγματική αναθεώρηση, όπως πχ. η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας με αυξημένες κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες, «ώστε να διαθέτει τη μεγαλύτερη δυνατή νομιμοποίηση και αποδοχή» – στην πραγματικότητα ως ένας πόλος για την «σταθερότητα» του αστικού πολιτικού συστήματος και την έκφραση της «συναίνεσης» πάνω στα στρατηγικά ζητούμενα του κεφαλαίου.
Πρότεινε αντίστοιχα τη συνταγματική κατοχύρωση της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας, «με αρμοδιότητα τον έλεγχο των οικονομικών των κομμάτων, των εκλογικών δαπανών και των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης των πολιτικών προσώπων» – με φόντο την εντεινόμενη επιχείρηση πιο ασφυκτικού ελέγχου της λειτουργίας των κομμάτων από το αστικό κράτος.
Ως «φιλολαϊκές» παρουσιάστηκαν μεταξύ άλλων οι αναφορές του Ν. Ανδρουλάκη για «συνταγματική κατοχύρωση» του «δημόσιου χαρακτήρα του νερού», του «ΕΣΥ ως θεμελιώδους δημόσιου θεσμού» κ.ά., χωρίς βέβαια να αναιρείται ο πυρήνας της εμπορευματοποίησης – που «τρέχει» και με ταμπέλα «δημοσίου» – και η στρατηγική της «απελευθέρωσης» κομβικών κλάδων για τα κέρδη του κεφαλαίου.
Δήλωσε εξάλλου υπέρ της αναθεώρησης του άρθρου 16, με το πρόσχημα της «ρητής κατοχύρωσης του μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα των μη κρατικών πανεπιστημίων»…
Στο επίκεντρο της «κυβερνώσας αριστεράς» το κλείσιμο των ρωγμών αμφισβήτησης του σάπιου συστήματος
Στο άλλο μέτωπο της «αμαρτωλής» σοσιαλδημοκρατίας, τη Δευτέρα ο Αλ. Τσίπρας μιλώντας σε εκδήλωση στο Χαλάνδρι για την «κυβερνώσα αριστερά», έκανε λόγο για «βαθιά κοινωνική ανάγκη» του κεφαλαίου «να αποκατασταθούν οι στοιχειώδεις σχέσεις του πολίτη με την πολιτική, με τους θεσμούς, να αποκατασταθεί η σχέση του πολίτη με τη Δικαιοσύνη», να κλείσουν δηλαδή οι ρωγμές αμφισβήτησης προς το σάπιο σύστημα των πολέμων και της εκμετάλλευσης. Αυτό το «όραμα» που έρχεται να υπηρετήσει το κόμμα του (το οποίο θα ανακοινωθεί ενδεχομένως τον Ιούνιο) το έντυσε με «σάλτσες» περί δήθεν φορολόγησης των 20 μεγάλων ομίλων, αφού πρώτα και ως πρωθυπουργός και από τη θέση της αντιπολίτευσης συνυπέγραψε τις κάθε είδους φοροαπαλλαγές και προνόμια που απολαμβάνουν, όπως και τους αντεργατικούς νόμους που έχουν στα χέρια τους.
Επίσης, δημοσιεύθηκαν τα ονόματα των «25» που αναμένεται να στελεχώσουν την «πρώτη γραμμή» του αναχώματος Τσίπρα. Πρόσωπα που προκλητικά παρουσιάζονται ως «άφθαρτα» και «νέα», με την ίδια την πραγματικότητα ωστόσο να διαψεύδει το αφήγημα αυτό, αφού ανάμεσά τους φιγουράρουν από πρώην στελέχη του ΠΑΣΟΚ, όπως η Άννα Παπαδοπούλου, πρώην αναπληρώτρια τομεάρχης Δικαιοσύνης του ΠΑΣΟΚ, ο Αντώνης Σαουλίδης, επίσης προερχόμενος από τους κόλπους του ΠΑΣΟΚ, ο Νίκος Νυφούδης, πρώην βουλευτής Β’ Θεσσαλονίκης με το Ποτάμι, στελέχη προερχόμενα από τους ΑΝΕΛ, όπως ο Κ. Μπουλμέτης, με ευρωατλαντικά «διαπιστευτήρια», όπως ο Χ. Τζήμητρας (σε «ευαγή ιδρύματα» όπως το Atlantic Council), και άλλοι που αποτέλεσαν στελέχη των κυβερνήσεων ΣΥΡΙΖΑ, όπως η Ευγενία Φωτονιάτα, η οποία την περίοδο 2015 – 2019 διετέλεσε ειδική γραμματέας Διαχείρισης Τομεακών Επιχειρησιακών Προγραμμάτων του ΕΣΠΑ στο υπουργείο Οικονομίας.



