Συννεφιάζει κι ένα παιδί μετράει τ’ άστρα κάτω από τα κάστρα της ελπίδας

μενέλαος λουντέμης

Το ρολόι του Κόσμου χτυπάει μεσάνυχτα. Τα πλοία δεν άραξαν. Περιμένουν στο γλυκοχάραμα το ουράνιο τόξο. Το τραγούδι των διψασμένων για ζωή  διώχνει τις βουρκωμένες μέρες κι αυτοί που φέρανε την καταχνιά μας οδήγησαν στην  αγέλαστη άνοιξη. Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα  στο όνειρο της ελπίδας και οι κερασιές θ’ ανθίσουν και φέτος, στην οδό Αβύσσου αριθμός 0.

Δε θα μπορούσα να ξεκινήσω διαφορετικά αυτό το αφιέρωμα παρά μόνο συνταιριάζοντας κάποιους από τους τίτλους βιβλίων που ανήκουν στον Μενέλαο  Λουντέμη. Ο άνθρωπος, ο δημιουργός, ο φιλόσοφος, ο πολιτικός, ο δεσμώτης, ο πρόσφυγας. Η διαδρομή του, ένα  ταξίδι πάνω από την άβυσσο, γίνεται ο καμβάς όπου πάνω του αποτυπώθηκαν οι εικόνες μεγαλείου, αλλά και τραγωδίας, ενός ολόκληρου λαού.

«Ο αέρας φύσαγε σα γύφτος. Έλεγες πως βάλθηκε να ανάψει κάπου μια θεόρατη φωτιά για να ζεστάνει τον κόσμο. Γιατί κρύωνε ο καημένος ο κόσμος. Κρύωνε σαν αμαρτωλός. Κρύωναν και τα σπίτια αυτής της πόλης(…)».

Ο Λουντέμης έγραφε όπως ανάσαινε, όπως αγωνιζόταν, όπως ονειρευόταν. Δε σταματούσε, ποτέ. Το έργο του αποτελεί ραψωδία αναστάσιμη των ανθρώπων που αγωνίζονται για να αλλάξει ο κόσμος. Ανήκει στους λογοτέχνες που στράφηκαν στο σοσιαλιστικό ρεαλισμό.  Όπως ο ίδιος υποστήριζε, δεν τον ενδιέφερε η Τέχνη για την τέχνη, αλλά η κατάδειξη της εκμεταλλευτικής κοινωνικής και της ανάγκης να καταργηθεί η ταξική ανισότητα. Γεμάτο αυτοβιογραφικές αναφορές και όνειρα, το πλούσιο συγγραφικό του έργο των 45 βιβλίων καλύπτει όλα σχεδόν τα είδη του γραπτού λόγου.

Πολυγραφότατος, από τους πιο πολυδιαβασμένους Έλληνες συγγραφείς, ο επονομαζόμενος και Μαξίμ Γκόργκι της Ελλάδας, o Μενέλαος Λουντέμης, γεννήθηκε τo 1912, στην Αγία Κυριακή της Μικράς Ασίας και «έφυγε» από τη ζωή σαν σήμερα 22 Γενάρη το 1977, αφήνοντας πίσω του 45 βιβλία,  ανεκτίμητο πλούτο.

Η οικογένειά του, που ήταν εύπορη, αλλά έχασε τα πάντα στον Μεγάλο Ξεριζωμό, εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα, αρχικά στην Αίγινα, ύστερα στην Έδεσσα και τελικά στο χωριό Εξαπλάτανος της Πέλλας όπου έζησε από το 1923 μέχρι το 1932 που έφυγε για την Κοζάνη. Έτσι, αναγκάστηκε από τα νεανικά του χρόνια να εργαστεί σκληρά ως λαντζέρης, λούστρος, ψάλτης, επιστάτης στα έργα του Γαλλικού Ποταμού. Η στράτευσή του και η πολιτική δράση μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ τού στοίχισε την αποβολή του απ’ όλα τα γυμνάσια της χώρας.

Τα έργα του «Συννεφιάζει», «Οι κερασιές θα ανθίσουν και φέτος»  με κορυφαίο το  «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα», διαβάστηκαν πολύ από τη νεολαία τις περασμένες δεκαετίες και συνεχίζουν να διαβάζονται. Έχει όμως προσφέρει και πλήθος άλλα λογοτεχνικά «διαμάντια» λιγότερο γνωστά, αλλά εξίσου σημαντικά, που το καθένα διατηρεί την λάμψη του στο πέρασμα του χρόνου.

Στα Ελληνικά Γράμματα εμφανίσθηκε πολύ νωρίς, το 1927, με δημοσιεύσεις ποιημάτων του σε εφημερίδες της Έδεσσας. Το 1930 ποιήματα και διηγήματά του δημοσιεύτηκαν στο λογοτεχνικό περιοδικό «Νέα Εστία», ενώ το 1934 υπογράφει για πρώτη φορά ως Μενέλαος Λουντέμης στο διήγημά του «Μια νύχτα με πολλά φώτα κάτω από μια πόλη με πολλά αστέρια». Φθάνοντας μετά από οδύσσεια μετακινήσεων στην Αθήνα, συνδέθηκε στενά με τους Κώστα Βάρναλη, Άγγελο Σικελιανό και Μιλτιάδη Μαλακάση, ενώ ο καθηγητής της Φιλοσοφικής Νίκος Βέης τον βοήθησε να παρακολουθήσει μαθήματα ως ακροατής. Το 1938 ήταν ήδη αναγνωρισμένος συγγραφέας.

Στην Κατοχή οργανώθηκε στο ΕΑΜ και διετέλεσε γραμματέας της οργάνωσης διανοουμένων. Το 1947, ο Λουντέμης συλλαμβάνεται και εξορίζεται στη Μακρόνησο.  Εκεί που, εκείνο το βράδυ σώπαιναν οι λύκοι γιατί ούρλιαζαν άνθρωποι.

 «Η φρίκη της Μακρόνησος δε χωράει σε βιβλία. Διαβάζεται µόνο µες στα µάτια των τρελών της. Μόνο που τ’ αυτιά του Λαυρίου πρόφτασαν στην αρχή ν’ αρπάξουν κάτι ξεφτίδια από τις φωνές.»

Το 1956 τον μετέφεραν στην Αθήνα από τον τόπο εξορίας του για να δικαστεί, επειδή, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, στο βιβλίο του «Βουρκωμένες μέρες» υπάρχουν «…προπαρασκευαστικές πράξεις εσχάτης προδοσίας…».

Επιφανείς πνευματικές προσωπικότητες έσπευσαν να τον υπερασπιστούν (Αγις Θέρος, Γιώργος Θεοτοκάς, Κώστας Βάρναλης, Στράτης Δούκας, Ασημάκης Πανσέληνος, Κώστας Κοτζιάς).

Αφού διαβάστηκε το κατηγορητήριο, ερωτώμενος από τον πρόεδρο περί της ενοχής του απαντά:

«Ναι, είμαι ένοχος. Όχι όμως γι’ αυτά που έγραψα, αλλά γι’ αυτά που δεν έγραψα και ακριβώς γιατί δεν τα έγραψα. Κατηγορούμαι ότι έγραψα για τους απλούς ανθρώπους, για τους ανθρώπους του μόχθου, για τους φτωχούς. Μα για ποιους έπρεπε να γράψω; Εγώ αυτούς γνώρισα, αυτούς αγάπησα, μαζί τους μοιράστηκα και τις χαρές και τις πίκρες μου. Δίπλα τους γεύτηκα κι εγώ την πίκρα της εκμετάλλευσης και της κοινωνικής αδικίας και ήταν οι μόνοι που μου συμπαραστάθηκαν. Γι’ αυτό και αισθάνομαι φταίχτης που δεν έγραψα όσα έπρεπε να γράψω γι’ αυτούς».

Όταν φτάνει να περιγράψει το δράμα του παιδιού και της γυναίκας του ο πρόεδρος παρατηρεί: «Αν πράγματι νιώθεις στοργή για το παιδί και τη γυναίκα σου, θα ‘πρεπε να ‘χεις κάνει δήλωση αποκήρυξης του ΚΚΕ».

Και ο Λουντέμης απαντά: «Χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια για να γίνουν τα τέσσερα πόδια δύο. Δεν θα τα κάμω πάλι τέσσερα εγώ».

Μετά τη δίκη του 1956 για τις «Βουρκωμένες μέρες», φεύγει στο Βουκουρέστι και το 1967 χάνει την ελληνική ιθαγένεια από τη δικτατορία του Παπαδόπουλου.

«Σαν φυλακίσεις τον άνθρωπο που παλεύει για τη Λευτεριά, στη φυλακή μπαίνει μόνο ο άνθρωπος… η Λευτεριά μένει απ’ έξω. Αυτό δεν το κατάλαβε ποτέ κανένας τύραννος. Και δε θα το καταλάβει ποτέ ως το τέλος της τυραννίας, κανένας.»

Στη Ρουμανία συνεχίζει το συγγραφικό του έργο, έως και λίγο μετά τη μεταπολίτευση. Το 1976 επανακτά την ελληνική του ιθαγένεια και επιστρέφει στην Ελλάδα. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, ο Λουντέμης γίνεται δεκτός με πανηγυρισμούς. Όπως θυμόταν η κόρη του, Μυρτώ: «Όταν επέστρεψε, λοιπόν, ήταν ένας θρίαμβος. Και δικαιώθηκε ο Λουντέμης για όσα τράβηξε. Γιατί η αγάπη του κόσμου ήταν δυσβάσταχτη. Εκείνος είχε την καρδιά του, στο αεροδρόμιο τον πνίγανε οι άνθρωποι, να πέφτουν πάνω του, φοιτητές, φίλοι, ένα θέαμα πραγματικά αξιοζήλευτο για κάποιον που θέλει να είναι διάσημος. Να είναι μεγάλος. Για έναν μεγάλο ήταν μια επιστροφή θρίαμβος, όπως ακριβώς θα το ήθελε και όπως ακριβώς του άξιζε».

Ένα χρόνο αργότερα, στις 22 Ιανουαρίου 1977, πεθαίνει από καρδιακή προσβολή και η σορός του εκτίθεται σε λαϊκό προσκύνημα. «Αθάνατος»  φωνάζει στη κηδεία ο Ρίτσος και το πλήθος επαναλαμβάνει: Α Θ Α Ν Α Τ Ο Σ!

Εμείς,   ακολουθώντας  τον Γιώργη και τον Παναγή  θα ξέρουμε πως «όταν ο θάνατος γίνεται εύκολος η ζωή γίνεται δύσκολη» και, ακολουθώντας τον Μέλιο του θα μετράμε πάντα τα άστρα όπως εκείνος μετράει τα όνειρά του, με αγωνία, προσδοκίες και αγάπη για τη ζωή. Θα φτάσουμε μαζί του στη «μεγάλη πολιτεία», εκεί που βρίσκεται το «σχολείο», η πραγματοποίηση του μεγάλου ονείρου.  

ΕΔΩ η στοργή του λαού στεγάζει τους ποιητές του.
Εδώ είναι το σπίτι του Μενέλαου.
Όχι οδός Αβύσσου, αριθμός Μηδέν.
Οδός Ανθρώπου, αριθμός Ένα.
(Γιάννης Ρίτσος)

Με πληροφορίες από:
Τα πλοία άραξαν στην όχθη της καρδιάς μας – Η ζωή και το έργο του Μενέλαου Λουντέμη, Δημήτρης Δαμασκηνός, Εκδόσεις Ραδάμανθυς, Χανιά, (2017).
– Ο δικός μας Μενέλαος Λουντέμης, Αθήνα, Φώτη Σιούμπουρα, (2005).

Σύνταξη – Επιμέλεια: Ρούλα Καραγιάννη      

Ετικέτες:

Δείτε ακόμα...