Οι συνθήκες στις οποίες διεξάγεται η Σύνοδος στην Αγκυρα φωτίζουν και το πλαίσιο μέσα στο οποίο οι αστικές τάξεις Ελλάδας και Τουρκίας επιδιώκουν να «διευθετήσουν» τα συγκρουόμενα συμφέροντά τους. Παρά τις διακηρύξεις περί «ήρεμων νερών» και «ανάγκης συνεννόησης», οι μεταξύ τους αντιθέσεις οξύνονται, υπό την επίδραση και των ΝΑΤΟικών σχεδιασμών στην περιοχή.
Η ανάγκη «θωράκισης» της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ απέναντι στη διείσδυση άλλων ιμπεριαλιστικών κέντρων, η επιχείρηση «στρατηγικής αυτονομίας» της ΕΕ υπό το φως των μεγάλων αντιθέσεων στο εσωτερικό του ευρωατλαντικού άξονα, η επαναχάραξη του ενεργειακού χάρτη με φόντο τους πολέμους σε Ουκρανία και Μ. Ανατολή, οι στόχοι της «βιομηχανικής επανάστασης» για τους εξοπλισμούς που θέτουν οι Ευρωατλαντικοί, αποτελούν το υπόβαθρο των παζαριών και των ανταγωνισμών. Βάζουν τον ελληνικό λαό και συνολικά τους λαούς της περιοχής πιο βαθιά στο «ναρκοπέδιο» των ανταγωνισμών και των επικίνδυνων διευθετήσεων, θέτουν τους όρους των επόμενων πολεμικών αντιπαραθέσεων στην περιοχή, απαιτούν επαγρύπνηση και λαϊκή δράση που να βάζει στο στόχαστρο τα συμφέροντα του κεφαλαίου και τις συμμαχίες του.
«Εταίρος στρατηγικής σημασίας» σε όλα τα ανοιχτά μέτωπα
Οι εξελίξεις αναβαθμίζουν πολλαπλά τον ρόλο της Τουρκίας για την υλοποίηση των ΝΑΤΟικών σχεδίων: Η νέα κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στη Μ. Ανατολή και στον Κόλπο μετά την επέμβαση ΗΠΑ – Ισραήλ στο Ιράν, οι οποίοι δεν μπόρεσαν να επιβάλλουν το σχέδιό τους στην περιοχή, η συνέχιση της εγκληματικής επέμβασης του Ισραήλ στον Λίβανο και η κατάσταση στη Συρία, ο «αγώνας δρόμου» των ΗΠΑ στη Λιβύη (με φόντο τον έλεγχο κρίσιμων υποδομών της χώρας από την Κίνα), συνολικά η επιχείρηση ΝΑΤΟικής «θωράκισης» της Ανατ. Μεσογείου, η συζήτηση για τα «σχήματα ασφαλείας» σε μια επόμενη μέρα στην Ουκρανία, ο ρόλος της τουρκικής αστικής τάξης σε όλα αυτά τα μέτωπα, αλλά και η ρευστότητα που γεννούν οι ευρωατλαντικές «τριβές» αναγορεύουν αντικειμενικά την Αγκυρα σε «εταίρο στρατηγικής σημασίας», όπως διαπίστωσε και η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας πριν φτάσει μεσοβδόμαδα στην τουρκική πρωτεύουσα.
Διόλου τυχαία, το ένα μετά το άλλο όλα τα ευρωατλαντικά επιτελεία «πλέκουν το εγκώμιο» της Τουρκίας, ξεχωρίζοντας πλευρές που συνδέονται άμεσα με τις προκλήσεις που σήμερα αναδύονται για το ΝΑΤΟ, «ως διαδικασία προσαρμογής στο μεταβαλλόμενο περιβάλλον ασφαλείας» (όπως είπε ο Τούρκος υπουργός Αμυνας, Γιασάρ Γκιουλέρ).
«Η Τουρκία είναι εξαιρετικά σημαντική για το ΝΑΤΟ, διαθέτει έναν από τους ισχυρότερους στρατούς στη Συμμαχία, εξαιρετικά καλά εξοπλισμένο και εκπαιδευμένο», είπε ο γγ της λυκοσυμμαχίας, Μαρκ Ρούτε, αναδεικνύοντας χαρακτηριστικά που μεγαλώνουν την αξία της στρατιωτικής ισχύος της Τουρκίας.
Θυμίζουμε ότι στα τέλη της άνοιξης μεταφέρθηκαν από τη Γερμανία κι άλλες συστοιχίες Patriot, στην τουρκική επαρχία Μαλάτια, για επέκταση της «ΝΑΤΟικής ομπρέλας» που την καλύπτει, μαζί με όλη τη ΝΑΤΟική πτέρυγα στην περιοχή. Πριν λίγες βδομάδες, ανακοινώθηκε ότι αναμένεται και το αντιαεροπορικό σύστημα SAMP-T (από την Ιταλία) στην επαρχία Ικόνιο. Μάλιστα, συζητιέται όχι απλά η εγκατάστασή του στην Τουρκία, αλλά και μια σταθερότερη συνεργασία Αγκυρας – Ρώμης με ανταλλαγή της σχετικής τεχνογνωσίας, ακόμα και τη συμπαραγωγή του.
Επιπλέον, ενδεικτική είναι και η δημιουργία πολυεθνικού Στρατηγείου Σώματος στρατού του ΝΑΤΟ στην Τουρκία, που θα λειτουργεί στο πλαίσιο του Σχεδίου της για τη νοτιοανατολική περιφέρειά της, το οποίο έχει καταρτιστεί πριν ακόμα την περσινή Σύνοδο στη Χάγη. Το τουρκικό υπουργείο Αμυνας ανακοίνωσε τον Μάη ότι έχει δώσει εντολή για τις σχετικές ετοιμασίες, προτάσσοντας μάλιστα την αξιοποίηση του 6ου Σώματος που εδρεύει στα Αδανα, όπου ανήκουν και ειδικά τμήματα που διακρίθηκαν στις «αντιτρομοκρατικές» επιχειρήσεις της Τουρκίας στη Συρία.
Τα σχέδια αυτά αποτυπώνουν και την προσπάθεια αναβάθμισης της τουρκικής αστικής τάξης στα ΝΑΤΟικά σχέδια, με το «Forbes» Τουρκίας να περιγράφει τη Σύνοδο στην Αγκυρα ως μια ευκαιρία για να εμφανίσει η Τουρκία «μια πιο ενεργητική στρατηγική» και να αποδειχθεί ικανή να συμμετέχει στη διαμόρφωση της «περιφερειακής ατζέντας».
Πρόκειται για σχεδιασμό που αντικειμενικά την φέρνει σε τροχιά νέων τριβών με τα αντίστοιχα σχέδια αναβάθμισης της ελληνικής αστικής τάξης, όπως αυτά περνάνε μέσα και από την προσπάθεια ισχυροποίησης του άξονα Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ και βέβαια την «υπερπροσπάθεια» που κάνει η κυβέρνηση με τα άλλα κόμματα για την αναβάθμιση της αστικής τάξης διά της εμπλοκής, στέλνοντας πλοία και αεροσκάφη σε Κύπρο, Ερυθρά, Μ. Ανατολή όπως και στην Ανατ. Ευρώπη, δηλώνοντας πρόθυμη για κάθε ευρωατλαντική βρωμοδουλειά έως τα Στενά του Ορμούζ.
Διόλου τυχαία, στο προαναφερόμενο άρθρο το «Forbes» επεσήμανε ότι «η Κύπρος και το Αιγαίο δεν αποτελούν πλέον απλώς διαφορές κυριαρχίας μεταξύ της Τουρκίας και της Ελλάδας, αλλά έχουν μετατραπεί σε ζητήματα που βρίσκονται στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής ασφάλειας και της γεωπολιτικής της Ανατολικής Μεσογείου…».
Κατανοητό μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο είναι και το τι τεράστιοι κίνδυνοι διαμορφώνονται για τον λαό από τη συμμαχία με το κράτος – δολοφόνο Ισραήλ, που επιβάλλουν τα συμφέροντα και οι στόχοι της αστικής τάξης, την ώρα που η αντιπαράθεση Τουρκίας – Ισραήλ για τις περιφερειακές «ισορροπίες» σε όλη την περιοχή κλιμακώνεται, με τις απειλές να εκτοξεύονται ένθεν κακείθεν. Αλλά και από τα σχέδια παραπέρα ΝΑΤΟποίησης της Κύπρου που «τρέχουν» με σπασμένα φρένα, με ΝΑΤΟικές υποδομές και οργανισμούς να ξεφυτρώνουν σαν τα μανιτάρια.
Το «στρατηγικό βάρος» που αλλάζει και οι αντιπαραθέσεις για τους εξοπλισμούς
Ξεχωριστή πλευρά των αντιπαραθέσεων αυτών αποτελεί και το πώς και με ποιους όρους μπορεί να συμβάλει στην «αναζωογόνηση» των βιομηχανικών πολεμικών δυνατοτήτων του ΝΑΤΟ, μεταξύ άλλων εξασφαλίζοντας για την αστική του τάξη και ένα «γενναίο» κομμάτι από την πίτα της πολεμικής οικονομίας και των εξοπλισμών.
«Η Τουρκία έχει και το πλεονέκτημα μιας τεράστιας αμυντικής βιομηχανίας» έλεγε στην προαναφερόμενη συνέντευξη ο Ρούτε, θίγοντας το ίδιο θέμα για το οποίο την περασμένη βδομάδα ο Αμερικανός Πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ, έλεγε ότι «ο κόσμος δεν αντιλαμβάνεται πόσο σημαντική είναι στρατιωτικά η Τουρκία».
Σημειωτέον, στο «Αμυντικό Φόρουμ» που προγραμματίζεται στην Αγκυρα κατά την πρώτη μέρα της Συνόδου Κορυφής (7 Ιούλη), θα υπογραφούν «νέα συμβόλαια αξίας δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων».
Κι ενώ ο Ρούτε περιέγραφε τη «συμβολή» των 3.000 τουρκικών πολεμικών βιομηχανιών που δραστηριοποιούνται συνολικά σε «ολόκληρη την επικράτεια της Συμμαχίας», το βαλκανικό Independent Balkan News Agency (IBNA) εντόπιζε μια «βαθύτερη αλλαγή στη στρατηγική σκέψη του ΝΑΤΟ», ειδικά μετά «από το ξέσπασμα του πολέμου στην Ουκρανία». Εκτιμώντας ότι «οι πρόσφατες συγκρούσεις έδειξαν ότι η αποτροπή εξαρτάται όχι μόνο από την τεχνολογική υπεροχή, αλλά και από την ικανότητα διατήρησης μεγάλης κλίμακας παραγωγής πυρομαχικών, πυραύλων, μη επανδρωμένων συστημάτων και ανταλλακτικών (…) Τις τελευταίες δύο δεκαετίες, η Αγκυρα έχει επενδύσει συστηματικά στην ανάπτυξη της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας της, επεκτείνοντας σημαντικά την παραγωγή μη επανδρωμένων εναέριων οχημάτων, τεθωρακισμένων οχημάτων, ναυτικών πλατφορμών, πυραυλικών τεχνολογιών και προηγμένων ηλεκτρονικών συστημάτων». Διευκρινίζοντας ότι δεν εξαλείφονται βασικές διαφωνίες «που συνεχίζουν να χωρίζουν την Τουρκία από αρκετές δυτικές πρωτεύουσες», τονιζόταν ότι αυτό που αλλάζει είναι ο τρόπος «με τον οποίο γίνεται αντιληπτή η στρατηγική αξία» της Τουρκίας, αφού «για το ΝΑΤΟ, η βιομηχανική βάση της έχει γίνει αναπόσπαστο στοιχείο της συνολικής αποτρεπτικής ικανότητας της Συμμαχίας».
Και αυτό βέβαια αποτελεί ένα ακόμα σημείο τριβής με την ελληνική αστική τάξη, η οποία διεκδικεί το δικό της κομμάτι από την πίτα των ευρωατλαντικών εξοπλιστικών, επιχειρεί να βάλει εμπόδια στη συμμετοχή της Τουρκίας στα ευρωενωσιακά προγράμματα όπως το «SAFE», την ίδια ώρα που λειτουργεί ως «πύλη εισόδου» ισραηλινών εταιρειών σε αυτά – σε συμπαραγωγή, ενώ βλέπει με ανησυχία τις διμερείς σχέσεις στρατιωτικής συνεργασίας της Τουρκίας με μια σειρά ισχυρά κράτη – μέλη της ΕΕ (π.χ. Γερμανία, Ισπανία κ.ά.) να αυξάνονται.
Πύλη «ενεργειακής κυριαρχίας» του ΝΑΤΟ
Παράλληλα, τη σημασία της Τουρκίας για τα σχέδια ΗΠΑ – ΝΑΤΟ – ΕΕ αναβαθμίζει και ο πρωταγωνιστικός ρόλος που αυτή διεκδικεί συνολικά στον ενεργειακό σχεδιασμό στην περιοχή – με τα ευρωατλαντικά σχέδια να αναδιατάσσονται και να επιταχύνονται μετά και τις εξελίξεις στη Μ. Ανατολή – και ειδικά σε ό,τι αφορά τον ανεφοδιασμό της ανατολικής πλευράς του ΝΑΤΟ: Τον Μάη η Αγκυρα ανακοίνωσε ότι υπέβαλε στο ΝΑΤΟ πρόταση για έργο αγωγού καυσίμων που ως αυτόνομο έργο θα συμβάλλει στον ανεφοδιασμό της ανατολικής πλευράς της Συμμαχίας (με χρήση των κονδυλίων των Κοινών Ταμείων του ΝΑΤΟ), διασχίζοντας Τουρκία – Βουλγαρία – Ρουμανία. Τότε η Αγκυρα υπογράμμιζε την αξία του έργου «υπό το πρίσμα των πρόσφατων εξελίξεων στο Στενό του Ορμούζ (…) για την ενίσχυση του εφοδιασμού καυσίμων και της διαλειτουργικότητας του ΝΑΤΟ».
Υποστήριζε δε ότι «το έργο μας είναι πέντε φορές πιο οικονομικά αποδοτικό από τις εναλλακτικές λύσεις του και, εάν εγκριθεί, θα τεθεί σε λειτουργία πολύ νωρίτερα». Σημειωτέον ότι την ίδια περίοδο, η τουρκική ηγεσία μαζί με την ηγεσία του ψευδοκράτους στην Κύπρο επανέρχονταν σε σχέδια για την ενεργειακή διασύνδεση Τουρκίας – κατεχόμενης Κύπρου, αφενός με καλώδιο, αφετέρου με αγωγό μεταφοράς φυσικού αερίου. Μάλιστα διαμήνυαν σε Λευκωσία και Βρυξέλλες να μην εμποδίσουν τα έργα, επειδή «η πιο σωστή διαδρομή Ενέργειας προς την Κύπρο περνά μέσω της Τουρκίας»…
Ας σημειωθεί, επίσης, πως τα τελευταία χρόνια η Τουρκία εξελίσσεται και σε έναν κρίσιμο κόμβο για την εξαγωγή αμερικανικού LNG. Τα τελευταία 7 – 8 χρόνια η Τουρκία έχει πενταπλασιάσει τις επενδύσεις της σε μονάδες επαναεριοποίησης LNG, ενώ εκτιμάται πλέον ότι διαθέτει τη 2η μεγαλύτερη ικανότητα επαναεριοποίησης LNG σε ολόκληρη την Ευρώπη (51,3 δισ. κυβικά μέτρα το 2024, πίσω μόνο από την Ισπανία με 67,1 δισ. κ.μ.). Πριν κάποιους μήνες, μηνιαία έκθεση του αμερικανικού υπουργείου Ενέργειας την κατέτασσε στην πρώτη θέση των χωρών – προορισμών για εξαγωγές αμερικανικού LNG (υποδεχόμενη το 17% – 18% του συνόλου τους).
Και εδώ εκδηλώνονται τα ανταγωνιστικά σχέδια των δύο αστικών τάξεων, ενταγμένα όπως αυτά είναι στις συνολικότερες συμμαχίες και ανταγωνισμούς, με την κυβέρνηση και τα άλλα αστικά κόμματα στην Ελλάδα να «παίζουν τα ρέστα τους» για τη μετατροπή της χώρας σε ευρωατλαντικό ενεργειακό – εμπορικό κόμβο, «αιχμή του δόρατος» της ενεργειακής κυριαρχίας των ΗΠΑ προς την Ανατ. Ευρώπη μέχρι την Ουκρανία, με σχέδια όπως ο «Κάθετος Διάδρομος», όπως και με τη συμμετοχή στα σχέδια μετατροπής της Ανατ. Μεσογείου σε «εναλλακτικό ενεργειακό κόμβο» προς την ΕΕ, υπό ευρωατλαντικό έλεγχο.
«Εποικοδομητική διάθεση» βλέπει η ΕΕ, «φιλικές διευθετήσεις» ζητούν οι ΗΠΑ
Τα σχέδια αυτά, από τα οποία προσδοκούν μεγάλα κέρδη εφοπλιστές, κατασκευαστικοί, ενεργειακοί και άλλοι όμιλοι, αντικειμενικά οξύνουν τους ανταγωνισμούς και τις τριβές, αλλά και την άλλη τους όψη, τις επικίνδυνες «διευθετήσεις» με τα κυριαρχικά δικαιώματα Ελλάδας και Κύπρου να μπαίνουν στο σχετικό παζάρι.
Αλλωστε, μπορεί π.χ. οι Βρυξέλλες να διατηρούν διαφωνίες, ακόμα και «ανησυχίες» για διάφορες επιλογές της Αγκυρας, ωστόσο Ελληνοτουρκικά και Κυπριακό αντιμετωπίζονται ως μοχλός διαπραγμάτευσης και ανταλλαγμάτων με την Τουρκία.
Ενδεικτικό είναι πως μόλις στην τελευταία έκθεση της Κομισιόν, που το Ευρωκοινοβούλιο (ΕΚ) ενέκρινε πριν μερικές μέρες (με τις ψήφους και των ευρωβουλευτών ΝΔ – ΠΑΣΟΚ), για την πρόοδο των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Τουρκία, οι προκλητικές της αξιώσεις στο Αιγαίο εμφανίζονται ως μια «ανεπίλυτη διένεξη». Μάλιστα, δίνονται συγχαρητήρια για τον «συνεχιζόμενο διάλογο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας», με τη γνώμη ότι το casus belli εναντίον της Ελλάδας …δεν ταιριάζει «μεταξύ συμμάχων και καλών γειτόνων».
Για τη δε «Γαλάζια Πατρίδα» που η Αγκυρα ετοιμάζεται να κατοχυρώσει και με νόμο, το ΕΚ εξέφραζε τη «λύπη» του, αποδίδοντας όμως ταυτόχρονα στην Τουρκία …«εποικοδομητική δέσμευση» στο Κυπριακό… Χαρακτηριστική ήταν η απάντηση της Κάγια Κάλας σε ερώτημα για το πώς επηρεάζει τις ευρωτουρκικές σχέσεις το γεγονός ότι «η Τουρκία απειλεί δύο κράτη – μέλη»: «Αν κοιτάξουμε το γεωπολιτικό πλαίσιο, δεν συμφωνούμε με την Τουρκία σε όλα τα ζητήματα, αλλά πρέπει να συνεργαστούμε μαζί τους (…) είναι ένας σημαντικός παράγοντας στην περιοχή, αν δούμε τη Σομαλία, το Σουδάν, τη Μέση Ανατολή», είπε.
Μάλιστα, αποπειράθηκε να παρουσιάσει τις σημερινές διαστάσεις της συνεργασίας με την Αγκυρα ως …στήριξη σε Αθήνα και Λευκωσία, αφού «γνωρίζουμε ότι έχουμε κράτη – μέλη που έχουν πολύ κρίσιμα ζητήματα με την Τουρκία», αλλά υπάρχουν και «κράτη – μέλη που πιέζουν για στενότερη συνεργασία με την Τουρκία και στην άμυνα»! Επιμένοντας λοιπόν ότι «προσπαθούμε πραγματικά να βρούμε την ισορροπία», κατέληξε πως «είναι σημαντικό να συνεργαστούμε πραγματικά με την Τουρκία», θυμίζοντας μάλιστα όλο νόημα κι ενώ φουντώνουν ήδη παρεμβάσεις πολλών κρατών – μελών για την ανάγκη η Τουρκία να ενταχθεί στις σχετικές επενδύσεις, ότι ακόμα τουλάχιστον «δεν συμμετέχει στο SAFE».
Εξίσου καθαρά μίλησε κι η αρμόδια για τη Διεύρυνση Επίτροπος, Μάρτα Κος: «Εχουμε πολλά να κερδίσουμε από μια στενότερη συνεργασία με την Τουρκία (…) Σε μια εποχή αυξανόμενης γεωπολιτικής αστάθειας, η στενή συνεργασία μεταξύ της ΕΕ και της Τουρκίας μπορεί να προσφέρει μεγαλύτερη προβλεψιμότητα και να συμβάλει στην περιφερειακή σταθερότητα».
Χαρακτηριστικά και όσα τόνισε ο Αμερικανός υπουργός Ενέργειας, Κρις Ράιτ, ανήμερα της υπογραφής της ιδρυτικής διακήρυξης του East Med Energy Center (EMEC – Ενεργειακό Κέντρο East Med), όταν ρωτήθηκε για τα εμπόδια που θέτει η Τουρκία στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ: «Οι ΗΠΑ επιθυμούν απολύτως να δουν την ανάπτυξη περισσότερων ενεργειακών υποδομών σε όλο τον κόσμο, και ιδίως μεταξύ φίλων και συμμάχων μας», υπογράμμισε, τονίζοντας ότι η Ουάσιγκτον επιθυμεί «μια φιλική διευθέτηση» για τις σχετικές διαφορές.
Σε αυτό το φόντο, αναθερμαίνονται και οι επαφές για το Κυπριακό. Την Τετάρτη, η προσωπική απεσταλμένη του γγ του ΟΗΕ, Μαρία Ανχελα Ολγκίν, υποστήριξε σε δημόσιο, γραπτό της μήνυμα, ότι «ένας ανανεωμένος διάλογος θα μπορούσε να κινητοποιήσει τις δύο πλευρές». Η ίδια φέρεται σύμφωνα με δημοσιεύματα να επεξεργάζεται και «νέες» προτάσεις για τη διχοτόμηση, με τη δημιουργία μιας «πολύ χαλαρής ομοσπονδίας», εντός ΕΕ, με «δύο συνιστώντα κράτη» με «πολιτική ισότητα» και περιορισμένες αρμοδιότητες της κεντρικής κυβέρνησης. Οπως τόνισε εξάλλου πρόσφατα, «για να προχωρήσει η διαδικασία προς μια συμφωνία, θα πρέπει να υπάρχει όφελος και για τους δύο». Μεταξύ άλλων, σενάρια που διαρρέουν κυπριακά ΜΜΕ αφορούν το πώς «θα μπορούσε από τη μια να ικανοποιηθεί το τουρκοκυπριακό αίτημα για απευθείας πτήσεις, εμπόριο και επαφές κι ως αντιστάθμισμα να μπει στο τραπέζι ένα νέο πλαίσιο εγγυήσεων, εντός του ΝΑΤΟ, με κατάργηση των υφιστάμενων που θεωρούνται αναχρονιστικές»…
Από τη μεριά της, η Λευκωσία έκρινε σκόπιμο, σχολιάζοντας τις αντιδράσεις της Αγκυρας στη νέα «αμυντική συνεργασία» Κύπρου – Γαλλίας, να εκφράσει την προσδοκία «όλοι οι γείτονές μας, και πολύ περισσότερο η Τουρκία, να αντιληφθούν αυτή τη χρησιμότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας (σ.σ. για στήριξη της “σταθερότητας” στην περιοχή) και, με επιλυμένο το Κυπριακό, να μπορέσει η Τουρκία να κατανοήσει τις απεριόριστες δυνατότητες αυτής της περιοχής».
Πηγή: Ριζοσπάστης



