Τάσος Λειβαδίτης – Ο Ποιητής του Ανθρώπου, του Έρωτα και του Αγώνα

Γράφω για εκείνους που δεν ξέρουν να διαβάσουν

για τους εργάτες που γυρίζουνε το βράδυ με τα μάτια κόκκινα από τον άμμο.

Γράφω να διαβάζουν αυτοί που μαζεύουνε τα χαρτιά απ’ τους δρόμους.

Αυτός είναι ο Τάσος Λειβαδίτης, που σαν σήμερα πριν από 32 χρόνια, την 30 του Οκτώβρη του 1988, έκλεισε για πάντα τα μάτια του.

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην καρδιά της πόλης, στο Μεταξουργείο. Ζυμώθηκε δίπλα στους ανθρώπους του μόχθου, δέθηκε με τη μοίρα τους. Η ποίησή του διαχρονική, ακολουθεί την ιστορία του εργατικού και του λαϊκού μας κινήματος.

Από πολύ νέος, μαθητής του Γυμνασίου της οδού Αγησιλάου, δηλώνει μα και είναι ποιητής. Το σκοτάδι της κατοχής τον βρίσκει φοιτητή στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Αθήνας, που δε τελείωσε. Ανήκε σε μια αδούλωτη γενιά, μια γενιά που έγραψε την ιστορία της στους τοίχους της Αθήνας, που στέναζε κάτω από την ναζιστική κατοχή. Εκείνης της γενιάς που πάλεψε από τις γραμμές του ΕΑΜ, δίνοντας σάρκα και οστά στην εθνική αντίσταση.

Ο Τάσος Λειβαδίτης ήταν παιδί αυτού του περήφανου λαού, που πεινασμένος, ξυπόλητος, ρακένδυτος, μα πάντα ορθός, με την πάλη του κάθε στιγμή, κάθε ώρα, κάθε μέρα, προσπάθησε να ορίσει το πεπρωμένο του.

Κάποτε θ’ αποδίδουμε δικαιοσύνη

μ’ ένα άστρο ή μ’ ένα γιασεμί,

σαν ένα τραγούδι που καθώς βρέχει,

παίρνει το μέρος των φτωχών.

Ήταν ο «Ποιητής του Έρωτα και της Επανάστασης». Στα Δεκεμβριανά συμμετείχε με μια ομάδα της ΕΠΟΝ, που διοργάνωνε εράνους και διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις, χωρίς να πάρει μέρος ως μάχιμος. Συνελήφθη και εξορίστηκε. Αφέθηκε ελεύθερος μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας.

Tο 1946 παντρεύεται τη Mαρία Στούπα, με την οποία απέκτησαν μία κόρη. Θα γράψει για αυτήν το «Ερωτικό» το οποίο είναι από τα λίγα ποιήματα που υπάρχουν ηχογραφημένα σε απαγγελία του ίδιου του ποιητή. Το ακούμε, τον ακούμε…

Ναι αγαπημένη μου.
Πολύ πριν να σε συναντήσω, εγώ σε περίμενα.
Πάντοτε σε περίμενα.
Σαν ήμουνα παιδί και μ’ έβλεπε λυπημένο η μητέρα μου, έσκυβε και με ρωτούσε: τι έχεις αγόρι μου;
Δε μίλαγα.
Μονάχα κοίταζα πίσω απ’ τον ώμο της έναν κόσμο άδειο από σένα, και καθώς πηγαινόφερνα το παιδικό κοντύλι ήταν για να μάθω να σου γράφω τραγούδια. Όταν ακούμπαγα στο τζάμι της βροχής ήταν που αργούσες ακόμα.
Όταν τη νύχτα κοίταζα τ’ αστέρια ήταν γιατί μου λείπανε τα μάτια σου.
Κι όταν χτύπαγε η πόρτα μου κι άνοιγα δεν ήτανε κανείς. Κάπου όμως μες στον κόσμο ήταν η καρδιά σου που χτυπούσε.
Έτσι έζησα, πάντοτε.

Κι όταν βρεθήκαμε για πρώτη φορά, θυμάσαι;
Μου άπλωσες τα χέρια τόσο τρυφερά σα να με γνώριζες από χρόνια. Μα και βέβαια με γνώριζες.
Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου, είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου, αγαπημένη μου…
Αλήθεια εκείνη η άνοιξη, εκείνο το πρωινό, εκείνη η απλή κάμαρα της ευτυχίας, αυτό το σώμα σου που κράταγα πρώτη φορά γυμνό, αυτά τα δάκρυα που δε μπόρεσα στο τέλος να κρατήσω, πόσο σου πήγαιναν.
Κι ύστερα ξαφνικά εκείνο το βράδυ… έβρεχε.
Ανέβηκα τέσσερα-τέσσερα τα σκαλιά, κανείς στην κάμαρα. Έτρεμε στ’ ανοιχτό παράθυρο η κουρτίνα.
“Φεύγω, μη ζητήσεις να με βρεις”, έγραφε.
Η χτένα της ξεχασμένη πάνω στο τραπέζι ανάμεσα στις χυμένες πούδρες, σαν ένα μικρό παιδικό φέρετρο μέσα στη σκόνη.

Πού είσαι λοιπόν; πες μου, πού είσαι; σ’ αναζητάω σαν τον τυφλό που ψάχνει να βρει το πόμολο της πόρτας σ’ ένα σπίτι που ‘πιασε φωτιά. Τις νύχτες σηκώνομαι αλαφιασμένος, ντύνομαι και σε περιμένω.
Δε θα χτυπούσες καν την πόρτα. Θα πέταγες με βιάση το παλτό σου στην καρέκλα. Η κάμαρα όλη θα λιποθυμούσε όπως θα ‘λυνες ξαφνικά εκείνα τ’ ασύγκριτα τυραννικά μαλλιά σου.
Η παλιά ντουλάπα θα ‘τρεχε και σαν μια ταπεινή υπηρέτρια θα σου ‘βγαζε τα παπούτσια. Θα γελούσαν οι καθρέφτες, θα ξυπνούσαν οι γείτονες… Όλα έχουν μείνει όπως τα ‘φησες θα σου ‘λεγα. Κι η χτένα σου, να τη εκεί.
Η μαύρη μεγάλη χτένα σου, σαν ένας έρημος κατασκότεινος δρόμος που τον περνάω κάθε νύχτα.

Άσε με τώρα να κοιτάζω τα παράθυρά σου ξέροντας πως μέσα ένας άλλος σε παίρνει. Ένας άλλος βυθίζεται μες στη μεγάλη σου άνοιξη. Εγώ και ποδοπατημένη από χιλιάδες άντρες σ’ αγαπώ.
Άσε με εδώ στη γωνιά, δεν πειράζει ας χιονίζει. Αυτό το μικρό τετράγωνο φως που ρίχνει το παράθυρο σου πάνω στο χιόνι, εμένα είναι ο κόσμος μου.
Δε θα σου πω τίποτα μόλις βγεις. Θα περπατάω δίπλα σου αμίλητος, κι αν αυτό σε πειράζει μπορώ να ‘ρχομαι πίσω σου σα σκυλί.
Κι όταν πεθάνω, το χώμα που θα με σκεπάσει δε θα ‘ναι για μένα το σκληρό χώμα των νεκρών, μα η απαλή τρυφερή γη, που κάποτε πλαγιάσαμε γυμνοί πάνω της. Ποδοπάτησέ με να ‘χω τουλάχιστον την ευτυχία να μ’ αγγίζεις.
Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας.

«ΣΤΓ 902»

«ΣΤΓ 902». Αυτά τα αρχικά και αυτός ο αριθμός ήταν το επίσημο διαβατήριο για την κόλαση της Μακρονήσου. Εξορίστηκε εκεί το 1947. Ακολούθησαν η Λήμνος και ο Αϊ – Στράτης, μέχρι το 1952.

Παντού, όπου και αν βρέθηκε, έκανε την ψυχή του στίχο και την χάρισε σε κάθε άνθρωπο, ακόμη και στο βασανιστή του.

Γέρασε η μάνα σου σφουγγαρίζοντας τις σκάλες των υπουργείων
το βράδυ σταματάει στη γωνιά
κι αγοράζει λίγα κάρβουνα απ’ το καρότσι του πατέρα μου
κοιτάζονται μια στιγμή και χαμογελάνε
την ώρα που εσύ γεμίζεις τ’ όπλο σου
κι’ ετοιμάζεσαι να με σκοτώσεις.
Κι όταν σου πουν να με πυροβολήσεις
χτύπα με αλλού
μη σημαδέψεις την καρδιά μου.
Κάπου βαθιά της ζει το παιδικό σου πρόσωπο.
Δε θα ‘θελα να το λαβώσεις.

(«Μη σημαδέψεις την καρδιά μου. Τρία Ποιήματα»).

30 του Οκτώβρη του 1988 έσβησε το τελευταίο του τσιγάρο στη γωνία Μεγάλου Αλεξάνδρου και Μυλλέρου, στο Μεταξουργείο. Ήταν Κυριακή. Πήρε το δρόμο μέσα στο σκοτάδι, σηκώνοντας πότε πότε το κεφάλι για να δει κάποιο άστρο, σιγοτραγουδώντας το «Σαββατόβραδο»…

Κι όπως χάθηκε στο βάθος, κάπου στην Κωνσταντινουπόλεως, φάνηκε η Δραπετσώνα…

Στους δρόμους που σεργιάνιζε παιδί, αποχαιρετούσε τον κόσμο, αφήνοντας παρακαταθήκη…

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δε θα πάψεις ούτε στιγμή ν’ αγωνίζεσαι για την ειρήνη και για το δίκιο.
Θα βγεις στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα ματώσουν απ’ τις φωνές
το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες μα ούτε βήμα πίσω.
Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων
κάθε χειρονομία σου σαν να γκρεμίζεις την αδικία.
Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή.
Έτσι λίγο να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια
αφήνεις χιλιάδες παιδιά να κομματιάζονται την ώρα που παίζουν ανύποπτα στις πολιτείες
μια στιγμή αν κοιτάξεις το ηλιοβασίλεμα
αύριο οι άνθρωποι θα χάνονται στην νύχτα του πολέμου
έτσι και σταματήσεις μια στιγμή να ονειρευτείς
εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα θα γίνουν στάχτη κάτω απ’ τις οβίδες.
Δεν έχεις καιρό
δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί ν’ αφήσεις τη μάνα σου, την αγαπημένη ή το παιδί σου.
Δε θα διστάσεις.
Θ’ απαρνηθείς την λάμπα σου και το ψωμί σου
θ’ απαρνηθείς τη βραδινή ξεκούραση στο σπιτικό κατώφλι
για τον τραχύ δρόμο που πάει στο αύριο.


Στις μεγάλες προκλήσεις στεκόμαστε όρθιοι και λέμε ναι, εμείς θέλουμε να λεγόμαστε άνθρωποι…

Γιάννης Αγγέλου

Πληροφορίες από ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, dioti.gr

Δείτε ακόμα...