Ακόμα πιο βαθιά στα ιμπεριαλιστικά σφαγεία, για τα οποία προετοιμάζονται οι αστικές τάξεις σε Ελλάδα και ΕΕ επενδύοντας δισ. ευρώ σε στρατιωτικούς εξοπλισμούς και προγράμματα, οδηγεί τον λαό η «σταθερότητα» της στρατηγικής τους, τα συμφέροντα και οι ανταγωνισμοί των ομίλων.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο πρωθυπουργός, συνοδευόμενος από τον υπουργό Αμυνας, επισκέφθηκε χθες το πρωί τη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων όπου διεξάγεται, σε συνεργασία με το αμερικάνικο MIT, το εκπαιδευτικό πρόγραμμα «MIT-TRITON Summer School: Marine Robotics & Autonomous Systems Training Program», το οποίο αφορά αυτόνομα θαλάσσια συστήματα.
Επισήμως, “η δράση υλοποιείται από το Ελληνικό Κέντρο Αμυντικής Καινοτομίας (ΕΛΚΑΚ), στο πλαίσιο της αποστολής του για τη μεταφορά διεθνούς τεχνογνωσίας, την αναβάθμιση δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού των Ενόπλων Δυνάμεων και την ενίσχυση της αμυντικής καινοτομίας σε κρίσιμες τεχνολογίες, σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο MIT και την υλικοτεχνική υποστήριξη της ΣΝΔ, η οποία αναδεικνύεται ως κόμβος τεχνολογικής εκπαίδευσης, διακλαδικής συνεργασίας και μεταφοράς διεθνούς τεχνογνωσίας στο πεδίο της ναυτικής ισχύος”.
Συμμετέχουν στελέχη από τον Στρατό Ξηράς, το Πολεμικό Ναυτικό, την Πολεμική Αεροπορία, το Λιμενικό Σώμα, τη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων, το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και από ιδιωτικούς φορείς του οικοσυστήματος θαλάσσιας τεχνολογίας.
Μητσοτάκης και Δένδιας ενημερώθηκαν για τις δύο ενότητες της διδακτέας ύλης, οι οποίες αφορούν αφενός τον ηλεκτρολογικό και μηχανολογικό σχεδιασμό ρομποτικών συστημάτων και αφετέρου την αυτονομία, τους αισθητήρες και την επικοινωνία σε θαλάσσιο περιβάλλον, ενώ τονίστηκε ότι «τέτοιες εκπαιδεύσεις συμβάλλουν στη συγκρότηση ενός πυρήνα ενστόλων που είναι εξειδικευμένοι στις νέες, εξελισσόμενες τεχνολογίες αλλά και εξοικειωμένοι με την πρακτική εφαρμογή τους».
Ο πρωθυπουργός δήλωνε κατόπιν ότι «αυτό το οποίο βλέπουμε σήμερα, δεν είναι απλά μία εικόνα από το μέλλον, είναι μία εικόνα από το παρόν ενός θεάτρου επιχειρήσεων το οποίο πια αλλάζει δραματικά», καθώς «αλλάζουν τα πάντα στον τρόπο με τον οποίον διεξάγονται σήμερα οι πολεμικές επιχειρήσεις». Στο ίδιο μοτίβο, ο υπουργός Αμυνας μίλησε για «νέα επιχειρησιακή πραγματικότητα».
Μια «νέα πραγματικότητα» όπου το κεφάλαιο βλέπει μπόλικο «ψητό», με τους λαούς να πληρώνουν σε αίμα και χρήμα την κλιμάκωση των ανταγωνισμών του για τον έλεγχο ζωνών, αγορών, πλουτοπαραγωγικών πηγών και διαύλων.
Σε αυτό το μοτίβο άλλωστε, μετά τα εγκαίνια την Τρίτη μιας ακόμα μονάδας πολεμικής βιομηχανίας του ομίλου «METLEN» στον Βόλο (με τον επικεφαλής της, Μυτιληναίο, να εγκωμιάζει την πρόταση της κυβέρνησης για 25% μερίδιο των ελληνικών βιομηχανιών στα εξοπλιστικά προγράμματα, ενώ ο ίδιος λίγο καιρό πριν δήλωνε πως «αυτήν τη στιγμή μιλούν τα όπλα και όχι ο Μπαχ και ο Μπετόβεν», περιγράφοντας κυνικά τη νέα πολεμική φάση στην οποία βρίσκεται ο καπιταλισμός), σειρά είχε η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ να γνωστοποιήσει «σύμπραξή» της με την «Rheinmetall».
Οπως διαχέεται, στόχος της «συνεργασίας» είναι «η υποστήριξη των ελληνικών Ενοπλων Δυνάμεων με δυνατότητες αιχμής», ενώ «επιδιώκεται ακόμη η συστηματική ανάπτυξη ανθεκτικών βιομηχανικών δυνατοτήτων εντός των εγκαταστάσεων του Ελληνικού Στρατού με την ενεργό συμμετοχή ελληνικών μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων». Γράφεται ακόμα ότι «η εταιρεία διατηρεί επαφές με τα Γενικά Επιτελεία για ζητήματα υποστήριξης υφιστάμενων οπλικών συστημάτων, όπως τα τεθωρακισμένα Marder, αλλά και για νέες προμήθειες και προγράμματα». Θυμίζουμε, τα Marder υποτίθεται παραχωρήθηκαν δωρεάν από τους Γερμανούς για να στείλουμε άλλα οχήματα στους Ουκρανούς (τα ρωσικά BMP1 που είχε στο οπλοστάσιό τους ο Στρατός Ξηράς). Τι έγινε κατόπιν; Ανοιξε για το γερμανικό μονοπώλιο κερδοφόρα μπίζνα στην Ελλάδα πάνω στην ανάγκη υποστήριξης οχημάτων που οι ίδιοι είχαν πριν καταχωνιασμένα σε αποθήκες στη Γερμανία.
Διόλου τυχαία, στο παρασκήνιο της συμφωνίας γίνεται μνεία στο ευρωενωσιακό πρόγραμμα ReArm Europe, όπως αναφορά γίνεται και στην απόφαση της κυβέρνησης για συμμετοχή της εγχώριας βιομηχανίας στα νέα εξοπλιστικά προγράμματα, σε ποσοστό έως 25% (όπου θα βάλουν χέρι και οι Γερμανοί συνεταίροι), αφού «η συμφωνία αντανακλά μια ευρύτερη τάση που καταγράφεται σε ολόκληρη την Ευρώπη, όπου οι μεγάλες αμυντικές βιομηχανίες αναζητούν τοπικούς εταίρους, προκειμένου να αναπτύξουν παραγωγικές δυνατότητες εντός των χωρών που υλοποιούν εξοπλιστικά προγράμματα», όπως έγραφε χθες χαρακτηριστικά η «Καθημερινή».



