“Τέτοια έγινα, γιατί τέτοια μ’ έκανε το κόμμα μου”

Ηλέκτρα Αποστόλου

– Από πού είσαι;
– Από την Ελλάδα!
– Πού κατοικείς;
– Στην Ελλάδα!
– Πώς σε λένε;
– Είμαι Ελληνίδα!
– Ποιοι είναι οι συνεργάτες σου;
– Όλοι οι Έλληνες!

Ηλέκτρα Αποστόλου. Επέλεξε το: «Δεν παραδίνομαι».

Ένα κορίτσι που δραπέτευσε από τα υλικά και πνευματικά δεσμά της εύπορης αστικής οικογένειάς της για να ταυτιστεί από τα νεανικά της χρόνια ιδεολογικά, πολιτικά και οργανωτικά με την πορεία του ΚΚΕ και τη φλογερή ακτινοβολία της Οκτωβριανής Επανάστασης.

Γεννήθηκε το 1912 στην Αθήνα. Η εύπορη οικογένειά της την έστειλε στη Γερμανική Σχολή που αποτελούσε, στον ελλαδικό χώρο, τον πνευματικό πυρήνα των συμφερόντων του γερμανικού κεφαλαίου. Εκεί όμως γνωρίζει έναν Γερμανό καθηγητή, οπαδό του Μαρξισμού. Μαθαίνει για την εκμετάλλευση των εργατών από τους κεφαλαιοκράτες και την αντίθεση κεφαλαίου – εργασίας. Αν και για το γυναικείο φύλο, στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα ήταν σχεδόν καθολικά αξιοκατάκριτη, ντροπή ως και ανηθικότητα η πολιτική δραστηριότητα της γυναίκας, εκείνη οργανώνεται στη ΟΚΝΕ. Οι συγκρούσεις με την οικογένειά της είναι συνεχείς.

Μόλις 16 ετών χρεώνεται από την Οργάνωση να δημιουργήσει Οργανώσεις στο εργοστάσιο υφαντουργίας «Ελληνική Εριουργία» του Μποδοσάκη. Με επιμονή και επαναστατική αισιοδοξία δημιουργεί σωματείο αλλά και πυρήνες Οργάνωσης.

Το 1930 γίνεται μέλος του Κόμματος και της καθοδήγησης των ΟΚΝΕ στην Αθήνα. Η Ηλέκτρα κάτω από την κομματική καθοδήγηση ωρίμασε γιατί η αποστολή της πριν από τον πόλεμο και στη διάρκειά του ήταν να δουλέψει στο καθοριστικό μέτωπο πάλης, στα εργοστάσια, στους κλάδους, στις εργατογειτονιές. Χωρίς αυτόν τον πρακτικό προσανατολισμό ίσως δεν θα έφθανε σ’ αυτό το επίπεδο ικανότητας και προσφοράς.

Τον Ιούνιο του 1936 είναι παρούσα στο 1ο Συνέδριο της Λενινιστικής Κομσομόλ της ΕΣΣΔ. Εκλέγεται μέλος της ΚΕ της ΟΚΝΕ. Συλλαμβάνεται και φυλακίζεται στις φυλακές Αβέρωφ. Εκεί στη συμβίωση στα κάτεργα κρίνεται όχι μόνο η αγωνιστικότητα, αλλά και η συλλογικότητα, η συντροφικότητα, η απλότητα, εκεί μετριέται πόσο το εγώ γίνεται εμείς.

Αποφυλακίζεται ένα χρόνο μετά και στην 10η Ολομέλεια της ΚΕ της ΟΚΝΕ εκλέγεται στο Γραφείο της ΚΕ και στέλνεται στη Θεσσαλονίκη. Τον Ιούνιο του 1939 ξανασυλλαμβάνεται ενώ βρίσκεται στον ένατο μήνα της εγκυμοσύνη της και γεννάει στο τμήμα μεταγωγών του Πειραιά. Εξορίζεται στην Ανάφη όπου προσπαθεί να αντιμετωπίσει την πείνα και τις κακουχίες και να μεγαλώσει την κόρη της. Την ίδια περίοδο, συλλαμβάνεται και ο άντρας της και τον οδηγούν στις φυλακές Κέρκυρας. Εκείνος δεν αντέχει, υπογράφει δήλωση μετανοίας.

Εκείνη επέλεξε το «Δεν παραδίνομαι» και του γράφει:

«Ανάφη 12-12-39

Γιάννη,

Δεν ξέρω αν το γράμμα μου αυτό θα σε στεναχωρήσει. Ύστερα όμως από ώριμη σκέψη αποφάσισα πως η υπόθεσή μας θα πρέπει να ξεκαθαριστεί πια εντελώς.

Απαντώντας στο γράμμα σου από την Κέρκυρα, με το οποίο ανήγγειλες πως έκανες δήλωση, σου είπα πως δεν μπορώ βέβαια να είμαι πια γυναίκα σου, συνέχισα όμως την αλληλογραφία μου μαζί σου γιατί φανταζόμουν πως είχα απέναντί μου έναν άνθρωπο πολύ δυστυχισμένο, έναν άνθρωπο που θα στενοχωριόταν γιατί δεν πέθανε, έναν άνθρωπο που θα παρακαλούσε να μην τον βγάλουν από τη φυλακή γιατί θα σκεφτόταν πώς θα αντικρίσει τον κόσμο.

Τα γράμματά σου όμως μου δείξαν σιγά σιγά το αντίθετο (είχες κουράγιο να ‘ρθεις εδώ, καμάρωνες γιατί είσαι εφτάψυχος). Στην αρχή προσπαθούσα να σε δικαιολογήσω, το τελευταίο σου όμως γράμμα, της 18/11, μου ‘δειξε καθαρά πως μπόρεσες πολύ γρήγορα να τα συμβιβάσεις με τη συνείδησή σου ώστε να βιάζεσαι να βγεις στον κόσμο να βρεις δουλειά κ.λπ. Εκτός από αυτό, από ορισμένους ανθρώπους που βγήκαν τελευταία από την Κέρκυρα έμαθα ορισμένες λεπτομέρειες που με κάνουν να σε θεωρώ ακόμα πιο αδικαιολόγητο.

Όλα αυτά μ’ έκαναν να ξανασκεφτώ το ζήτημά μας και να καταλάβω κάτι που είχα την αδυναμία να μην το καταλάβω από την αρχή. Δηλαδή, πως οι δρόμοι μας χωρίστηκαν εντελώς. Η αγάπη η δική μας, η μεγάλη μας φιλία, στηρίζονταν προπαντός πάνω στο γεγονός ότι τραβούσαμε τον ίδιο δρόμο στη ζωή. Σήμερα εσύ άλλαξες το δρόμο σου, ενώ εγώ περισσότερο από κάθε άλλη φορά είμαι αποφασισμένη να συνεχίσω τον παλιό. Επομένως, πώς μπορούμε να συνεχίσουμε να έχουμε έστω και απλές φιλικές σχέσεις; Το γράμμα αυτό είναι το τελευταίο που σου γράφω. Μην προσπαθήσεις άδικα να με κάνεις να αλλάξω απόφαση.

Την απόφασή μου την πήρα ύστερα από βαθιά και ώριμη σκέψη. Ο άντρας μου, ο δικός μου Γιάννης, εκείνος που αγαπούσα, πέθανε, αυτός ο άλλος που υπάρχει σήμερα είναι ένας ξένος που ούτε τον καταλαβαίνω ούτε τον γνωρίζω. Αν συνεχίσω να έχω έστω και μια αλληλογραφία μαζί του, το μόνο αποτέλεσμα θα είναι να χαλάσω την όμορφη εικόνα του παλιού, δικού μου Γιάννη. Χωρίς φυσικά να ξεχνώ και το σπουδαιότερο, που είναι αυτό που εξήγησα πιο πάνω.

Το γράμμα μου αυτό μπορεί βέβαια να σε πειράξει. Αν προσπαθήσεις όμως να σκεφτείς έστω και μια στιγμή μόνο όπως σκεπτόσουνα πέρσι θα καταλάβεις πως η απόφασή μου είναι σωστή και πως έκαμα άσχημα να μην την πάρω νωρίτερα.

Η μόνη δυσκολία στη μέση είναι η μικρή. Αν όμως σκεφτείς σωστά, μου φαίνεται πως θα δεις πως το καλλίτερο που έχεις να κάνεις, το καθήκον σου απέναντι στην ίδια τη μικρή είναι να προσπαθήσεις προς το παρόν τουλάχιστον να την ξεχάσεις. Ξέρω πως αυτό που σου γράφω είναι σκληρό, είναι όμως το σωστό. Πάντως, αυτό είναι δικό σου ζήτημα για το οποίο δεν μπορώ να αποφασίσω εγώ, γι’ αυτό αν επιμένεις να εξακολουθήσεις να μαθαίνεις νέα της μικρής, συνεννοήσου με καμιά θεία σου και στείλε μου τη διεύθυνσή της και εγώ θα γράφω εκεί τακτικά, μια φορά στους δύο μήνες τα νέα της μικρής. Τώρα είναι πολύ καλά στην υγεία της και μεγαλώνει κανονικότατα.

Δεν έχω τίποτα άλλο να σου γράψω, μόνο δυο λόγια ακόμη: Προσπάθησε να ζήσεις τίμια.

Έχε γεια,

Ηλέκτρα»

Το 1942 κι ενώ είναι άρρωστη δραπετεύει και αφήνει την κορούλα της να μεγαλώσει σε φιλική οικογένεια κι αναλαμβάνει την καθοδήγηση της καινούριας Πανελλαδικής Οργάνωσης «Ελεύθερη Νέα».

Συλλαμβάνεται τον Ιούλιο του 1944 από την Ασφάλεια. Την υποβάλλουν σε φρικτά βασανιστήρια. «Η ταυτότης της θανούσης εξακριβώθη υπό της σημάνσεως, ένθα ήτο σεσημασμένη κομμουνίστρια υπ’ αριθμόν 59953. Το πτώμα ανήκε εις την Αποστόλου Ηλέκτρα του Νικολάου. Ιατροδικαστής Πέτρος Τζαφέρης». Το πιο σπουδαίο όμως και θαυμαστό έρχεται μερικές ώρες μετά τη σύλληψή της, όταν οι βασανιστές της την αφήνουν μισοπεθαμένη στο δωμάτιο του βασανιστηρίου, χωρίς φρουρό να την φυλάει, αφού την έχουν ξεγραμμένη: Η Ηλέκτρα δρασκέλισε το παράθυρο και πήδησε στο διπλανό σπίτι. Αποδείχτηκε για μια ακόμα φορά άτυχη, καθώς η Ελληνίδα ιδιοκτήτρια του σπιτιού ήταν συνεργάτης της Γκεστάπο, ειδοποίησε και έτσι συλλαμβάνεται. Δεν είναι συνηθισμένος ηρωισμός, δεν πρόκειται απλά για μια στάση ανυποχώρητη. Είναι κάτι παραπάνω, είναι η επιλογή «δεν παραδίνομαι».

Στο τελευταίο τεύχος της ΚΟΜΕΠ πριν την απελευθέρωση, η Αύρα Παρτσαλίδου γράφει για την Ηλέκτρα: «Το παραμορφωμένο, καμένο σώμα της Ηλέκτρας υψώνεται σαν φοβερό σύμβολο της ανεξάντλητης δύναμης του λαού και του Κόμματός του -του ΚΚΕ- της απέραντης αφοσίωσης των μελών του στην υπόθεση του ελληνικού λαού. Είναι το σύμβολο χιλιάδων Ελλήνων, που πέθαναν κάτω από τα βόλια των φασιστών κατακτητών και των ντόπιων υπηρετών τους. Είναι το σύμβολο της ελληνικής λευτεριάς που ζυγώνει… Μέσα απ’ το καμένο κορμί της Ηλέκτρας, μέσ’ απ’ τη στάχτη της, ξαναγεννιούνται χιλιάδες καινούριοι αγωνιστές. Μέσ’ απ’ τα ματωμένα κορμιά της ατέλειωτης στρατιάς των ηρώων μας, γεννιέται η λεύτερη, λαοκρατούμενη Ελλάδα».

Σ’ ένα άλλο άρθρο της, γραμμένο στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου, η Αύρα Παρτσαλίδου σημειώνει για την Ηλέκτρα: «Με την ηρωική της ζωή και το μαρτυρικό της θάνατο, έγινε το σύμβολο της μαχόμενης γυναίκας του τόπου μας… Τώρα η Ηλέκτρα είναι μια μεγάλη ηρωίδα. Τ’ όνομά της έχει φτάσει μακριά, πέρα απ’ τα σύνορα της πατρίδας μας. Τη διεκδικούν οι αγωνιζόμενες γυναίκες όλου του κόσμου σαν ηρωίδα του παγκόσμιου γυναικείου κινήματος. Αν μπορούσαν οι νεκροί να μιλήσουν, η Ηλέκτρα θα μας έλεγε σεμνά και με την απλότητα που τη χαρακτήριζε:

“Τέτοια έγινα, γιατί τέτοια μ’ έκανε το κόμμα μου”.

Ηλέκτρα, χύθηκε πολύ μελάνι, όλα αυτά τα χρόνια για την αφοσίωση και τον ηρωισμό σου. Δε χρειάζεται κάτι άλλο να γράψω, μόνο δυο λόγια ακόμη: Να προσπαθήσουμε κι εμείς να ζήσουμε τίμια. Όπως ήθελες. Όπως ήξερες!

Ρούλα Καραγιάννη

Ετικέτες: ,

Δείτε ακόμα...