Τραγική επικαιρότητα κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, από καταβολής Ελλάδας: μαρτύριο ο θέρος βάσανο ο τρύγος και ο πόλεμος –τα τελευταία χρόνια και με τις φωτιές, ante portas.
Με το λίβα να καίει ο εργάτης της γης του και δουλευτής του μόχθου του, παλεύει –Διγενής με το χάροντα, ίσως σήμερα περισσότερο από ποτέ για τον επιούσιο.
Κυρά των Αμπελιών, που σ’ είδαμε πίσω απ’ το δίχτυ του
πευκόδασου
να συγυρίζεις με το χάραμα τα σπίτια των αητών και των
τσοπάνων,
πάνου στη φούστα σου ο αυγερινός διάνευε τους πλατιούς
ίσκιους των κληματόφυλλων
δυο αγουροξυπνημένες μέλισσες κρεμόντανε στ’ αυτιά σου
σκουλαρίκια
και τα πορτοκαλάνθιασου έφεγγαν τη μαύρη, την καμένη
στράτα.
Από την «Κυρά των αμπελιών» του Γιάννη Ρίτσου (ποιητική σύνθεση που γράφτηκε το 1946-1947 στα πρώτα χρόνια του εμφύλιου και εκδόθηκε το 1954 ως μέρος της τριλογίας «Αγρύπνια», μαζί με τα «Τρία Χορικά» και τη «Ρωμιοσύνη»).
Ύμνος στην γη μας, που κουβαλάει την ιστορία του βασανισμένου ηρωικού λαού, στο ελληνικό τοπίο, ζυμωμένο με αγώνες και θυσίες για την κατάκτηση της ελευθερίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, «σεμνή υπογραφή στους δρόμους του μέλλοντος».
4ο Τάγμα Μακρονήσου…
12 κλωβοί.
10.000 εκτοπισμένοι.
Λιόγερμα.
(…)
Λίγα καψαλιασμένα σκοίνα στη μασκάλη του καλοκαιριού
λίγες ασφάκες
το θυμάρι
(…)
Εδώ κι οι γάτες είναι αλλιώτικες
άγριες κι υπομονετικές κι αμίλητες
δεν τρίβουνε το μάγουλό τους στον αγκώνα μας
στέκουν στα γόνατά μας και σπουδάζουν
σπουδάζουν το θάνατο
σπουδάζουν τη λύπη
σπουδάζουν την εκδίκηση και την απόφαση
οι αχάιδευτες
οι άγριες γάτες
οι σιωπηλές γάτες της Μακρόνησος.
(…)
Και τούτο το αυγουστιάτικο φεγγάρι που κρέμεται πάνου μας
είναι σαν τη μεγάλη λέξη που δεν ειπώθηκε
μαρμαρωμένη στο λαρύγγι της νύχτα.
Από τα «Μακρονησιώτικα» (που –σσ. διασώθηκαν μέσω Μάνου Κατράκη σε κρυμμένα μπουκάλια) ή αλλιώς «Πέτρινος Χρόνος» του Γιάννη Ρίτσου πρώτη έκδοση 1957.
Αντίτυπό της είχε διασωθεί στη βιβλιοθήκη του Πολυχρόνη Βάη (Αχιλλέα Πετρίτη) και σήμερα φυλάσσεται στο Αρχείο της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ (κυκλοφόρησε από τη Σύγχρονη Εποχή το 2015)

Τρύγος – τρύγος – τρύγος
Στιγμές-στιγμές, με τα μάγια μιας προσωπικής (και όχι μόνο) νοσταλγίας να εξαφανίζουν τα σημερινά χέρσα και εγκαταλειμμένα χτήματα, μαζί με τους θάμνους και τα αγριόχορτα που τα καλύπτουν, τις συστάδες των ηλιακών panels της σύγχρονης (ελέω ΕΕ) «προόδου», τα σχεδόν αδιάβατα πλέον από τη βλάστηση στενά μονοπάτια, μαζί την ερημιά και τη σιωπή που βασιλεύουν εκεί σαν σε όνειρο, ολοζώντανο, φωτεινό και φρέσκο προβάλλει το παλιό τοπίο με τα αρώματά του.
Θερισμένα σταροχώραφα να χρυσίζουν στον ήλιο, άνθρωποι και ζώα να γεμίζουν δρόμους και μονοπάτια και να εμψυχώνουν με φωνές (κάποτε-κάποτε σαν μοιρολόγια) και κυρίως αμπέλια να απλώνονται σε πλατώματα ή σε «μπρίλιες», να σκαρφαλώνουν πλαγιές, να καλύπτουν οροπέδια και να ζωντανεύουν με το βαθύ πράσινο χρώμα των φύλλων τους το περιβάλλον, κατάφορτα από σταφύλια, με τις ρόγες τους στιλπνές να λαμπυρίζουν στον ήλιο.
Γράφοντας θυμήθηκα τον πατέρα: απ’ όπου άκουσα για πρώτη φορά και το «θέρος – τρύγος –πόλεμος, στους λίβες της Μεσσηνίας». Και που επαναλάμβανε πως για να τρυγήσεις πρέπει να «στήσεις» αμπέλι.
Να βρεις το «ξερικό» που να μη λασπώνει και να φυτέψεις τα κλήματα. Και μετά να τρέχεις από πίσω συνέχεια: κλάδεμα (χειμωνιάτικο και ανοιξιάτικο), «χαράκωμα» (σσ. επιφανειακό κόψιμο σε συγκεκριμένο σημείο για να μην ανεβαίνουν πολύ οι χυμοί) συνεχές κυνήγι περονόσπορου και τετράνυχων (με βορδιγάλιο πολτό θειάφισμα, ψεκασμό γαλαζόπετρας ή θειοχαλκίνης), σκάλισμα, ξεβοτάνισμα, «σακούλιασμα» (ντύσιμο με χαρτοσακούλες τσαμπιών, για καλύτερη ποιότητα και αποφυγή επιθέσεων από σφήκες και κίσσες).
Για να πάρεις όλα τα ελέη του …αμπελόφυλλα, αμπελοβλάσταρα, σταφύλια, σταφίδες, μούστο, πετιμέζι, κρασί, ξύδι, τσίπουρο, κονιάκ μέχρι και καθαρό οινόπνευμα, τα κλαδιά για το πασχαλινό αρνί και τη γουρνοπούλα, μέχρι και το λάδι που περιέχουν τα κουκούτσια του με τις αντικαρκινικές και αντιοξειδωτικές ικανότητες.
Με το που έμπαινε ο Σεπτέμβρης -αλλά και νωρίτερα ανάλογα με τον καιρό και την περιοχή, τις 10ετίες 1950-I960 και παλιότερα -με την καλλιέργεια των αμπελιών, του σιταριού και δευτερευόντως των οσπρίων, να αποτελεί τη βάση της αγροτικής οικονομίας του χωριού (με συμπληρωματική την κτηνοτροφία, οικόσιτη ή νομαδική) έβρισκε τους εργάτες της γης –συχνά στο πόδι των «νοικοκυραίων» μπροστά σε μια ακόμη σκληρή δοκιμασία για την επιβίωση τη φαμελιάς, αλλά και του ίδιου του χωριού.

Καθώς
ο τρύγος πλησίαζε, μπορούσε να δει κανείς ξύλινα κρασοβάρελα
50 – 100 οκάδων
μέχρι τεράστια 500, 700 ή και 1000άρια, να επισκευάζονται (τα
πολύ
ταλαιπωρημένα από «βαρελάδες») και να πλένονται, για να είναι
έτοιμα να δεχτούν
σε λίγες μέρες τον μούστο.
Καυτό νερό με καυστική ποτάσα και αρωματικά βότανα (σκίνο,
μυρτιά,
δενδρολίβανο), για να καθαριστούν τα τοιχώματά τους από τα
κατακάθια του παλιού
κρασιού και να αποκτήσουν ένα διακριτικό άρωμα και μετά τα
κυλούσαν (με την
πιτσιρικαρία να κάνει χάζι), ώστε να λαμπικάρουν όλα τα σημεία
στο εσωτερικό
τους.
Και μαζί, ετοιμάζονταν πατητήρια και κάδες, σακιά και μεγάλα
κοφίνια που θα
κουβαλούσαν στον ώμο ανθρώπινα υποζύγια (άντρες και γυναίκες)
σε μια
τελετουργική πομπή, επαναλαμβανόμενη κάθε χρόνο, με πάνδημη
συμμετοχή, που η
αρχή της χάνεται στα βάθη του χρόνου, όταν -σύμφωνα με τη
μυθολογία, ο Διόνυσος
χάρισε στους ανθρώπους το αμπέλι και το κρασί.
Από το πρωί μέχρι που σουρούπωνε σκυμμένες ανθρώπινες φιγούρες με τσακισμένη μέση να κόβουν, χωρίς σταματημό τσαμπιά, ρίχνοντας κλεφτές ματιές στον ορίζοντα (φόβος και τρόμος οι βροχές και το χαλάζι) και –που και που στους κρυφούς έρωτες, με διάλειμμα dt για μια καταψιά νερό και το μεσημέρι για «φαγητό» (ψωμοτύρι, παστή σαρδέλα –χοιρινό στο λάδι οι «πλούσιοι» και καμιά ελιά αν είχε μείνει από την περασμένη χρονιά).
Και
μετά η επίπονη μεταφορά μέχρι το σημείο που μπορούσαν να
προσεγγίσουν τα ζά
(συνήθως μουλάρια), που μέσα από δημοσιές, μονοπάτια, βουνήσια
κατεβατά φτάνανε
–καλές 10 το βράδυ, στο συνεταιρισμό ή τον έμπορα, ζυγίζονταν
σε πλάστιγγες και
«καντάρια» και κατάληγαν στις «πλατφόρμες» (σσ. δεξαμενές
αποθήκευσης συνήθως
τσιμεντένιες), αφού πρώτα μετριόταν ο «μπωμέ», δηλαδή τα
σάκχαρα του μελλοντικού
μούστου σε μια μακρόστενη τσίγκινη κανάτα.
Πολύβουο ανθρωπομελίσσι, με ζώα φορτωμένα να περιμένουν στη
σειρά, υπό την
ανάμεικτη ευωδία της ζύμωσης, παρουσία καβαλίνας.
Μετά
τα μεσάνυχτα στο φως
της λάμπας ή των
λυχναριών, η αποτίμηση και ο σχεδιασμός (που ξεπέρναγε και τα
5χρονα πλάνα της ΕΣΣΔ):
από την κατανομή καθηκόντων της επόμενης μέρας μέχρι και
οικονομικός προϋπολογισμός,
μέσα από αυτοσχέδιους πολύπλοκους (και κατά το δοκούν)
αλγόριθμους, απολογισμός,
κατανομή των εσόδων σε παπούτσια και ρούχα, σπουδές των
παιδιών, προίκα των
κοριτσιών, εξόφληση χρεών και ανελαστικές δαπάνες. Κι αν
υπήρχε καμιά κόρη λίγο
σουρτούκω, αλλοίμονο και τρισαλλοίμονό της (προς αποφυγή και
αστάθμητων παραγόντων)
Σιγά-σιγά εμφανίστηκαν τα πρώτα φορτηγά (στρατιωτικές
«καναδέζες» συνήθως) και
πολύ αργότερα τρακτέρ που διευκόλυναν τη μεταφορά, αλλά όλη η
υπόλοιπη δουλειά
εξακολουθεί απαράλλαχτη μεροδούλι-μεροφάι.

Από τα σταφύλια τα καλύτερα τα χρησιμοποιούσαν, για το δικό τους κρασί, βασικό διατροφικό προϊόν μαζί με το ψωμί και το λάδι –βλ. και «θέλω ένα ποτήρι κρασί για να στυλωθώ» μια από τις ελάχιστες απολαύσεις της φτωχολογιάς. Για την παραγωγή του σε κάθε αυλή στήνονταν πατητήρια και μέσα από ένα πραγματικό πανηγύρι (πατιρντί κανονικά) μπορούσε κανείς να δει τον μούστο να ρέει σε μεγάλες κάδες 200-300 οκάδων, με ένα λαμπρό ρουμπινί χρώμα, αν προερχόταν από μαύρο, το βαρτζαμί, ή με κεχριμπαρένιο, αν προερχόταν από το λευκό. Από τις κάδες γεμίζονταν τα βαρέλια στα κατώγια, όπου, σε ιδανική θερμοκρασία, γινόταν η ζύμωση, ενώ από το βράσιμο του μούστου παρασκεύαζαν το ολόγλυκο πετιμέζι (που πάνω στο χυλό γινόταν dessert της εποχής) ή τις μοναδικές μουστόπιτες με καρύδια, τη μουσταλευριά κά
Πέραν όμως, αυτών, από την αρχαιότητα ήδη ήταν γνωστές οι θεραπευτικές ιδιότητες του κρασιού. Ο πατέρας της ιατρικής Ιπποκράτης συνιστά την εξωτερική χρησιμοποίησή του ως απολυμαντικού σε τραύματα και έλκη, καθώς και σε χειρουργικές επεμβάσεις και ακόμα για πλύσεις των αυτιών, σε περιπτώσεις μολύνσεων, ενώ θεωρεί απαραίτητη τη χορήγησή του σε ασθενείς με γενική αδιαθεσία, αναιμία, πόνους ματιών, ρινορραγία κ.λπ.: το κρασί και το μέλι είναι τα άριστα για τους ανθρώπους, αν λαμβάνονται με μέτρο, από υγιείς και ασθενείς.
Το λέει
ο πετροκότσυφας στο
δροσερό τ’ αυλάκι,
το λεν στα πλάγια οι πέρδικες, στην ποταμιά τ’ αηδόνια,
το λεν στ’ αμπέλια οι λυγερές, το λεν με χίλια γέλια,
το λέει κι η Γκόλφω η όμορφη, το λέει με το τραγούδι
–
Αμπέλι μου, πλατύφυλλο και
καλοκλαδεμένο,
δέσε σταφύλια κόκκινα, να μπω να σε τρυγήσω,
να κάμω αθάνατο κρασί, μοσκοβολιά γιομάτο.
Μες στα κατώγια τα βαθιά σαν μόσχο να το κρύψω,
να το φυλάξω ολάκαιρες χρονιές, ακέριους μήνες,
ως που να ρθή μιαν άνοιξη, να ρθή ένα καλοκαίρι,
να γείρη από τη μακρινή την ξενιτιά ο καλός μου.
Να
κατεβώ μες στην αυλή, να πιάκω
τ’ αλογό του,
να τον φιλήσω αγκαλιαστά στα μάτια και στο στόμα,
να τον κεράσω, αμπέλι μου, τ’ αθάνατο κρασί σου,
της ξενιτιάς τα βάσανα να παν, να τα ξεχάση.
(από το «Το τραγούδι του τρυγητού» του Κώστα
Κρυστάλλη)

Μούστος
Μια
από τις πιο παλιές περιγραφές του πατήματος των σταφυλιών ανήκει
στον Joseph
Pitton de Tournefort (1656-1708, Πίτον
Ντε
Τουρνεφόρ) και αναφέρεται στον τρύγο της Σαντορίνης – και
καθόλου δε διαφέρει
από τις διαδικασίες που ακόμα και σήμερα ακολουθούνται.
Τα υπαίθρια πατητήρια χωρίς κτίσμα ή έστω στέγαστρο,
εξακολουθούν να υπάρχουν
και να προκαλούν έκπληξη. Ο Σεπτέμβρης συνεχίζει να μαζεύει μέσα
στα αμπέλια τη
λαϊκή οικογένεια, να είναι ο μήνας της μέθης και της χαράς. Κι
ας άλλαξαν οι
εποχές, κι ας απομακρύνθηκαν οι ανθρώποι μεταξύ τους.
Το “Θέρος, τρύγος,
πόλεμος“,
επιμένει πεισματικάναδείχνει πόσο
απαραίτητη είναι η ανθρώπινη
αλληλεγγύη. Τα γεμάτα κοφίνια, το κοφτερό μαχαίρι στα χέρια
ηλικιωμένων,
μεσήλικων και νεαρών, οι “φορτωμένες” αγροτικές καρότσες και ο
ιδρώτας στο μέτωπο του αγρότη που σκουπίζεται με την ανάποδη της
παλάμης του,
θα είναι πάντα εικόνες χαράς, εικόνες ζωής.
Κι όσο υπάρχει κρασί στα τραπέζια των σπιτιών, της ταβέρνας, του
καφενείου, η
ζωή θα γλυκαίνει, θα μεθάει, θα ανακουφίζεται. Και θα συνεχίζει
την πορεία της
έως τον τρύγο του άλλου χρόνου… Η όπως πολύ πιο συνοπτικά είπε
ο Βίκτορ
Ουγκό: «Ο Θεός δεν
πρόσφερε παρά
μόνο το νερό, αλλά ο άνθρωπος έφτιαξε το κρασί»!

Γράφει
ο Pitton de Tournefort «Όλοι έχουν στο αμπέλι τους πατητήρι στο
μέγεθος που του
χρειάζεται. Τετράγωνο, καλοφτιαγμένο και επιχρισμένο με κονίαμα,
αλλά
ορθάνοιχτο. Πατάνε μέσα σ’ αυτό τα σταφύλια, αφού τα έχουν
αφήσει προηγουμένως
να στεγνώσουν δύο έως τρεις μέρες. Όσο ο μούστος τρέχει από ένα
άνοιγμα
επικοινωνίας στη δεξαμενή που είναι κάτω από το πατητήρι,
γεμίζουν με αυτόν
τους ασκούς και τον μεταφέρουν στην πόλη. Τον αδειάζουν σε
ξύλινα βαρέλια ή σε
μεγάλους πήλινους πίθους χωμένους μέσα στο χώμα έως το άνοιγμα.
Εκεί μέσα
βράζει με την ησυχία του…».
Και όσο κι αν έχουν αλλάξει τα πράγματα σήμερα -με την εισβολή
της τεχνολογίας,
των πολυεθνικών ομίλων και τις ντιρεκτίβες ξεχερσώματος της ΕΕ,
σε πολλές
περιοχές της Ελλάδας οι εικόνες εξακολουθούν να αποτελούν σημεία
γραφής. Το
τραγούδι, η ζωντάνια, το κέφι και τα πειράγματα παραμένουν
ζωντανά, κατά τη διάρκεια
του τρύγου, σε αρκετά χωριά και νησιά της πατρίδας μας. Όσο για
το πάτημα των
σταφυλιών, όσοι το έχουν ζήσει από κοντά καταλαβαίνουν τη μαγεία
του.

Σταφίδα: ένας διατροφικός θησαυρός – υπερτροφή
Τρία
είναι τα βασικά είδη: η κοινή σταφίδα (raisins – παράγεται σε
χώρες όπως οι
ΗΠΑ, η Τουρκία, η Χιλή, η Αυστραλία, η Κίνα κα.), η σουλτανίνα
(sultanas,
ξανθιά σταφίδα – παράγεται σε χώρες όπως η Ελλάδα, η Τουρκία,
το Ιράν, το
Ουζμπεκιστάν, η Αυστραλία, η Κίνα κ.ά.) και η κορινθιακή
(μαύρη) η καλλιέργεια
της οποίας εντοπίζεται σε περιοχές της Βόρειας και της Δυτικής
Πελοποννήσου,
καθώς και στη Ζάκυνθο.
Η κορινθιακή σταφίδα καλλιεργείται στον ελλαδικό χώρο από τους
ομηρικούς
χρόνους ενώ γραπτές αναφορές για το εμπόριό της υπάρχουν από
τον 12ο
αιώνα. Αρχαίοι Έλληνες
συγγραφείς όπως ο
Ηρόδοτος, Πλάτωνας, Αριστοτέλης κά. αναφέρονται συχνά σ’
αυτές, που ήταν
γνωστές ως «ασταφίδες», «σταφυλίδες» ή «σταφίδες» και
χρησιμοποιούνταν ως μέσο
ανταλλαγής για την αγορά σκλάβων και προσφέρονταν ως
επιβράβευση και ως θεραπεία
σε διάφορες ασθένειες.
Η σταφίδα ανήκει στα «διαθρεπτικά» τρόφιμα, τρόφιμα δηλαδή που παρέχουν επαρκείς ποσότητες μικροθρεπτικών συστατικών (βιταμινών, μετάλλων, πολυφαινολών, κτλ.) αναλογικά με τις θερμίδες που αποδίδουν με πολλά οφέλη όπως:
- Αντιοξειδωτικές και αντιγηραντικές της ιδιότητες που ενισχύουν το ανοσοποιητικό μας σύστημα.
- Φυτικές ίνες που καταπολεμούν την δυσκοιλιότητα, μειώνουν την χοληστερόλη και τον κίνδυνο καρκίνου του ορθού.
- Καταπολεμά την αναιμία λόγω της υψηλής περιεκτικότητάς της σε σίδηρο.
- Μειώνει τις κατακρατήσεις και την αρτηριακή πίεση λόγω του καλίου που περιέχει.
- Μέσω των βιταμινών Α και Β, η κατανάλωσή της βοηθά στην όραση, την ανάπτυξη, την αναπαραγωγή, τον μεταβολισμό, την παραγωγή ερυθρών αιμοσφαιρίων και συμβάλλει στη βελτίωση της μνήμης, της συγκέντρωσης και της διάθεσης.
- Περιέχοντας σελήνιο και κατεχίνη προστατεύει από καρδιαγγειακές παθήσεις, καρκίνο του παχέoς εντέρου και ρυθμίζει τη λειτουργία του θυρεοειδή αδένα.
- Χάρη στο ελαϊκό οξύ, καταστέλλεται η ανάπτυξη μικροβίων στο στόμα και προλαμβάνεται η ανάπτυξη τερηδόνας
Σύμφωνα με καθηγητή του Τμήματος Επιστήμης Διαιτολογίας-Διατροφής στο Χαροκόπειο: τα πρότυπα της Μεσογειακής διατροφής υποδεικνύουν κατανάλωση 4-5 φρούτων την ημέρα και με την κατανάλωση ενός ισοδύναμου σταφίδας (40γρ.) καλύπτεται το 1/3 των ημερήσιων αναγκών σε φρούτα.

Η ελληνική σταφίδα στο στόχαστρο (SOS “berries”)
Ενώ σταφίδα από
ΗΠΑ, Ιράν,
Τουρκία κλπ εισάγουν οι πολυεθνικές τροφίμων (TASTY FOOD, ARION FOOD&
ΣΙΑ) στις αποθήκες των ελληνικών συνεταιριστικών οργανώσεων,
παραμένουν αδιάθετοι
χιλιάδες τόνοι.
Τέτοια και πολύ χειρότερα θα γίνονται, όσο οι κεφαλαιοκράτες και
η
μεγιστοποίηση των επιχειρηματικών κερδών τους αποτελούν τον
αδιαμφισβήτητο,
βασικό μοχλό της οικονομικής ανάπτυξης και την υπ’ αριθμόν μία
«αξία» της
κοινωνίας.
Οσο όλα, από τις λαϊκές ανάγκες και τα δικαιώματα, μέχρι τους
νόμους, πρέπει να
υποτάσσονται και να θυσιάζονται στο βωμό της ανταγωνιστικότητας
και της
κερδοφορίας των πολυεθνικών και των μεγάλων επιχειρήσεων.
Οι αγρότες πρέπει να βγάλουν τα συμπεράσματά τους για την αντιαγροτική πολιτική της ΕΕ, των εμποροβιομηχάνων και των πολιτικών εκφραστών τους στη χώρα μας. Να γυρίσουμε την πλάτη σε αυτούς που τους κοροϊδεύουν.
Να παλέψουν για μια άλλη πολιτική, που θα στηρίζει τον μικρομεσαίο και τη φαμελιά του.
Για να αλλάξουν χέρια τα «κλειδιά» της οικονομίας
Δείτε και Ο καύσωνας έδωσε χαριστική βολή, έκαψε σταφύλια, σταφίδες…
Περισσότερα για τη σταφίδα –με οικονομικά και ιστορικά στοιχεία στο επόμενο (2ο μέρος)
Επιμέλεια Γιάννης Παπαγιάννης



