«ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 9 – 11 Μάη του 1936 (Οι αγώνες του λαού)» του Θέμου Κορνάρου

Το εξαιρετικά σημαντικό βιβλίο του Θέμου Κορνάρου «Θεσσαλονίκη 9 – 11 Μάη του 1936 (Οι αγώνες του λαού)» κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» ( Έτος έκδοσης: 03-2017 | ISBN: 978-960-451-244-7 |14×20.5 εκ. 80 σελ.).

Στις σελίδες του ο κομμουνιστής συγγραφέας καταγράφει μια σειρά γεγονότων ιδιαίτερης σημασίας για την ιστορία του εργατικού κινήματος, και γενικότερα, κατά τον 20ο αιώνα.

Ο ματωμένος Μάης του 1936 στη Θεσσαλονίκη αποτελεί τον τελευταίο μεγάλο απεργιακό σταθμό του ελληνικού προλεταριάτου πριν τη δικτατορία του Μεταξά. Στις 29 του Απρίλη ξεκινούν πρώτοι απεργία οι καπνεργάτες της πόλης και ακολουθούν και άλλοι κλάδοι. Στις 8 του Μάη οι απεργοί καπνεργάτες και κλωστοϋφαντουργοί δέχονται άγρια δολοφονική επίθεση από τις δυνάμεις καταστολής. Δεκάδες απεργοί τραυματίζονται και ακόμα περισσότεροι συλλαμβάνονται.

Στις 9 του Μάη η εργατική τάξη της Θεσσαλονίκης διαδηλώνει μαζικά την αγανάκτησή της για τη βίαιη καταστολή των απεργών. Το αστικό κράτος απαντά με ακόμα μεγαλύτερη αγριότητα: Δέκα εργάτες βάφουν με το αίμα τους τους δρόμους της πόλης. Η λαϊκή οργή ξεχειλίζει. Ο στρατός ενώνεται με τους απεργούς και ο εργαζόμενος λαός γίνεται κύριος της πόλης για 36 περίπου ώρες, μέχρι που η κυβέρνηση Μεταξά στέλνει νέες ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις στη Θεσσαλονίκη και καταστέλλει τους απεργούς.

Στις 13 του Μάη, μέσα σε ατμόσφαιρα οργής και αγανάκτησης, περισσότεροι από 300.000 απεργοί κατακλύζουν τους δρόμους και βροντοφωνάζουν να φύγει η κυβέρνηση Μεταξά.

Ο συγγραφέας

Ο Θέμος Κορνάρος ξεκίνησε το συγγραφικό του έργο κατά τη διάρκεια του ελληνικού Μεσοπολέμου. Την περίοδο εκείνη, ελληνικοί λογοτεχνικοί κύκλοι άρχισαν να επηρεάζονται από συγγραφείς της Δυτικής Ευρώπης οι οποίοι είχαν ήδη ξεκινήσει ν’ αποτυπώνουν στα έργα τους τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης κι εργασίας των εργατών. Ο Κορνάρος, τάσσοντας τον εαυτό του στην υπηρεσία του λαού. γίνεται με την τέχνη του ο «πρακτικογράφος» των αγώνων του. Δεν είναι καθεαυτό μυθιστοριογράφος, καθώς τα περισσότερα από τα έργα του μοιάζουν με λογοτεχνικά ρεπορτάζ, με χρονικά. Ένα τέτοιο έργο είναι και η Θεσσαλονίκη, 9-11 Μάη του 1936 (Οι αγώνες του λαού).

Με τη ρεαλιστική και γλαφυρή γραφή του. ο συγγραφέας «ζωντανεύει» τη σφοδρή ταξική σύγκρουση στην πόλη. Ο ματωμένος Μάης του 36 αποτέλεσε το μεγαλύτερο ως τότε αγωνιστικό σταθμό που είχε γνωρίσει το εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα στην Ελλάδα. Οι περιγραφές του αποτυπώνουν το μέγεθος της εκμετάλλευσης του λαού και της κρατικής καταστολής, τον αδίστακτο ρόλο του αστικού κράτους και των πολιτικών του στηριγμάτων. Ηθικός νικητής ωστόσο αναδεικνύεται ο κόσμος της μισθωτής σκλαβιάς, ο οποίος με μαχητικότητα κι αισιοδοξία πορεύεται με σύμμαχο την ιδέα της κοινωνικής απελευθέρωσης.

Ο Θ. Κορνάρος ο «κουμπάρος» την ώρα της κουβέντας, σχέδιο του Γιώργη Φαρσακίδη, Μακρόνησος 1950

Το βιβλίο ήταν εξαντλημένο εδώ και καιρό, όπως άλλωστε και η πλειοψηφία των έργων του Κορνάρου.

Ο Θέμος Κορνάρος ήταν υπόδειγμα στρατευμένου λογοτέχνη, που αφιέρωσε το έργο του στην αποκάλυψη της εκμετάλλευσης και της αδικίας, που ύμνησε τους αγώνες του λαού μας, που αφιέρωσε το έργο του στο να κρατήσει ζωντανούς στις μνήμες του λαού αυτούς τους αγώνες. Άλλωστε, εικοσιένα ολόκληρα χρόνια πέρασε στις φυλακές και τις εξορίες, τα περισσότερα απ’ όλους τους ομότεχνούς του, με κάποια μικρά διαστήματα ανάπαυλας, μένοντας αλύγιστος μέχρι τέλους.

Το έργο του χαρακτηρίζεται από τη μεγάλη αγάπη που έχει στον άνθρωπο, όχι γενικά κι αόριστα, αλλά στον εργάτη, στον μεροκαματιάρη, αυτόν που δέχεται την καταπίεση και η συνείδησή του είναι σε άμεση σχέση με τις συνθήκες, έχει τα πισωγυρίσματά της, δεν είναι μια ευθεία πορεία… Όπως είχε σημειωθεί και στο αφιέρωμα που είχε πραγματοποιηθεί για τη ζωή και το έργο του στο 41ο Φεστιβάλ ΚΝΕ – Οδηγητή, «ο Κορνάρος δεν ανήκει στο μουσείο της λογοτεχνίας. Το φλογερό, πρωτοπόρο, πλούσιο σε διδάγματα και βαθιάς γνώσης της ανθρώπινης ψυχής έργο του είναι οδηγός μάχης για τα δύσκολα της ταξικής πάλης, ένα απόλυτα απαραίτητο πολεμοφόδιο για τις αποσκευές των κομμουνιστών και γενικότερα κοινωνικών αγωνιστών, ειδικά για τις νεότερες γενιές που δυστυχώς δεν τον γνωρίζουν ούτε καν ως όνομα».

Ο Κορνάρος, τάσσοντας τον εαυτό του στην υπηρεσία του λαού, γίνεται με την τέχνη του «ο πρακτικογράφος των αγώνων του». Δεν είναι καθεαυτό μυθιστοριογράφος, καθώς τα περισσότερα έργα του μοιάζουν με λογοτεχνικά ρεπορτάζ. Ενα τέτοιο έργο είναι και το παραπάνω βιβλίο. Με τη ρεαλιστική και γλαφυρή γραφή του, ο συγγραφέας «ζωντανεύει» τη σφοδρή ταξική σύγκρουση στην πόλη. Ο ματωμένος Μάης του ’36 αποτέλεσε τον μεγαλύτερο έως τότε αγωνιστικό σταθμό που είχε γνωρίσει το κομμουνιστικό και εργατικό κίνημα στην Ελλάδα. Οι περιγραφές του αποτυπώνουν το μέγεθος της εκμετάλλευσης του λαού, την άγρια καταστολή του κράτους μόλις νιώσει ότι απειλούνται τα συμφέροντα της τάξης που εκπροσωπεί, την αποφασιστικότητα των εργατών…

Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω απόσπασμα:
«…Η κυβέρνηση σ’ απάντηση ετοίμασε τα οπλοπολυβόλα, τα τανκς και τα συντάγματα.
Κι όταν πια νόμισε πως οι στρατοί της ήτανε έτοιμοι να δώσουνε τη μάχη με τον άοπλο πληθυσμό που ζητούσε ψωμί, άρχισε να προκαλεί: Απειλεί τη Θεσσαλονίκη με κήρυξη στρατιωτικού νόμου. Κάνει συλλήψεις αυθαίρετες, ετοιμάζει εκτοπίσεις μαζικές και καλεί τους απεργούς… να δεχτούνε το κάλπικο νόμισμα… για να μην πέσει η αξιοπρέπεια του κράτους!
Και για έναν άλλο “δευτερεύοντα” λόγο: Για να μην καταστραφεί το εθνικό προϊόν! Ο καπνός.
Για να μη ζημιωθούνε οι καπνέμποροι δηλαδή.
Με πιο απλά λόγια, η απάντηση του κράτους είναι τούτη: “Δε με νοιάζει πώς ψωφολογούνε οι 40.000 φαμίλιες των καπνεργατών. Φτάνει να σώσω το εμπόρευμα των βιομηχάνων!
“Κι αν δεν ακούσετε, κοιτάξετε: Τα ντουφέκια είναι γυρισμένα απάνω σας” (…).
Η απειλή είναι γενική. Καιρός για σκέψεις δεν υπάρχει. Είναι η ώρα της αποφασιστικής δράσης.
Οι καπνεργάτες αναμετρούν τις δυνάμεις τους. Σαράντα χιλιάδες πειθαρχικός, αποφασισμένος στρατός. Κάθε τέτοιος στρατιώτης και ένας σιδερένιος αρχηγός, έτοιμος να δώσει στον αγώνα και ψυχή και ζωή.
Κοντά σ’ αυτή τη σιδερένια καπνεργατική μεραρχία, είναι και τα γερά συντάγματα των ενθουσιασμένων εθελοντών, που είναι γυναίκες, παιδιά και γονιοί των απεργών.
Όλους αυτούς μαζί τους χαρακτηρίζει η βαθιά πίστη στον αγώνα τους.

Μοιάζουνε λιοντάρια που
αρκετά κλειστήκανε στα σιδερένια κλουβιά τους

Τα γεγονότα ματωμένου Μάη του 1936 εξελίχθηκαν από τις 29 Απριλίου, με γενική απεργία των καπνεργατών, που μετατρέπεται σε πανεργατική στις 8 Μαΐου, όταν και εξαπολύθηκε η πρώτη γενικευμένη επίθεση των δυνάμεων καταστολής εναντίον των απεργών (70 τραυματίες, μαζικές συλλήψεις).

Για δύο και πάνω εικοσιτετράωρα (9-11 Μαΐου) μετά τη σφαγή των εργατών (12 καταμετρημένοι νεκροί, 32 βαριά και 250 ελαφρότερα τραυματίες) η εξουσία είχε περάσει στα χέρια του λαού:

«Οι διαδηλωταί είχον γίνει κύριοι των συνοικισμών… ολοκλήρου της πόλεως… Ήτο εκτός πάσης αμφιβολίας ότι ο λαός της Θεσσαλονίκης ήτο κύριος της καταστάσεως».

Τα γεγονότα καθώς και την ατμόσφαιρα των ημερών δίνει ο κομμουνιστής λογοτέχνης – δημοσιογράφος Θέμος Κορνάρος.
Από το βιβλίο του «Θεσσαλονίκη 9-11 του Μάη 1936 (οι αγώνες του Λαού)» μεταφέρουμε την περιγραφή των γεγονότων από τις 7-9 Μάη του 1936:

7 – 8 ΤΟΥ ΜΑΗ

Οι τροχιοδρομικοί κι οι σιδηροδρομικοί της Μακεδονίας, μπροστά σ’ αυτή την απροκάλυπτα δολοφονική επίθεση του κράτους, ενάντια όλου του εργαζόμενου λαού, αποφασίζουν την απεργία τους.
Συνεπείς στη λαμπρή ιστορία τους, που έχει άφθαστες σελίδες αλληλεγγύης, ηρωισμού κι αυτοθυσίας, ρίχνουν τον όγκο τους αποφασιστικά στο μεγάλο αγώνα της άμυνας.

“Η κυβέρνηση, μπροστά σ’ αυτή την παλλαϊκή κινητοποίηση, μπροστά στα πρώτα δείγματα θηριωδίας των οργάνων της εναντίον άοπλων, ανυπεράσπιστων γυναικών και παιδιών ανήλικων, δε συγκινιέται.
Δε διστάζει να δώσει το σύνθημα της σφαγής.
Δεν έχει καμιά δικαιολογία που να την ξαλαφρώνει λιγάκι από την κατηγορία για δολοφονίες αμυνόμενων απεργών και σφαγές γυναικόπαιδων.
Δώδεκα σωστές ήμερες έχουνε περάσει από τότε που κηρύχτηκε η απεργία των καπνεργατών.
Σ’ αυτές πρέπει να προστεθούνε και δυο ακόμα ήμερες πριν, που είχε προειδοποιηθεί η κυβέρνηση από τους απεργούς.
Όλος ο καιρός υπήρχε για να συζητηθούνε τα δίκαια αιτήματα των σκλάβων της εργασίας και των καπνεμπόρων.”

Και η απόπειρα δικαιολογίας του Μεταξά πως: «μέσα σ’ αυτή την ατμόσφαιρα δεν μπορεί να υπάρξει ηρεμία ανάλογη για την εξέταση των αιτημάτων», πέφτει όπως καθετί το ψεύτικο και το βιασμένο.
Φως φανερό πως οι σφαγές και οι θηριωδίες ήτανε όλα αποφασισμένα. Ζητούσανε δικαίωση ανοιχτής δικτατορίας. Μα υπολογίζανε χωρίς το λαό.

Τα πρώτα αίματα των ηρωικών υφαντουργών σταθήκανε το γεφύρι που ένωνε όλες τις  παρτίδες του λαού εναντίον των δολοφονικών ορδών του μαινόμενου κυβερνήτη.
Στη διάθεση της αστυνομίας έθεσε η κυβέρνηση του Μεταξά το στρατό της Θεσσαλονίκης, με τα πολυβόλα, τις χειροβομβίδες και τα τανκς του.

Τα κρατητήρια κι οι φυλακές γεμίσανε από γυναίκες και παιδιά των απεργών.
Όλα τα μέσα της τρομοκρατίας μπήκανε σ’ ενέργεια.
Γριές γυναίκες, με την ψυχή στο στόμα, βγήκανε αργότερα απ’ αυτά τα νόμιμα κρατικά εκτελεστήρια, γεμάτες πληγές και σακατεμένες απ’ το ξύλο και τα λαχτίσματα.

Μια μικρή αφορμή γύρευαν οι αστυνομικοί για ν’ αρχίσουνε το ματοκύλισμα.

Από την Τεταρτη το μεσημέρι κιόλας, μεγάλες ομάδες χωροφυλάκων τριγυρίζουνε στους απόμερους δρόμους και τις συνοικίες και τρομοκρατούνε. Αποδοκιμάζονται από τον κόσμο. Ο λαός βγαίνει από τα καφενεία, από τα παράθυρα, από τα μαγαζιά κι αποδοκιμάζει το κράτος. Σ’ αυτές τις αποδοκιμασίες παίρνουνε μέρος γριές γυναίκες, επιστήμονες, έμποροι, δάσκαλοι, εργάτες.

Κι η αστυνομία προκαλεί. Συλλαμβάνει, δέρνει, πιστολίζει στη μέση του δρόμου, χωρίς διάκριση, γέρους, γυναίκες, παιδιά.

Την Παρασκευή το πρωί πια δε γυρεύει αφορμές.
Λυσσασμένα ρίχνεται στο κάθε σπίτι, στο κάθε μαγαζί, στον κάθε διαβάτη.
Νομίζει κανείς πως βάρβαρες ορδές κυριέψανε την πόλη κι έχουνε σκοπό να κάμουνε γενικό ξεκαθάρισμα.
Η ζωή τ’ άνθρωπου δεν υπολογίζεται. Είναι το φτηνότερο είδος αυτή τη στιγμή.
Η λύσσα τούς έχει τυφλώσει.

Χαρακτηριστική είναι η περιπέτεια του γέρο Αναστάση. Τουφεξούδης είναι το επίθετο του και μπαουλάς το επάγγελμα.
Τονε συνάντησαν στο δρόμο της γειτονίας του. Ένας χωροφύλακας τον γνώριζε.

-Έχεις κλειστά σήμερα; τονε ρωτά.

-Ναι, κλειστά έχω, τ’ άπαντα.

Τίποτ’ άλλο δεν ειπώθηκε. Ο γέρος είναι 70 χρονώ.
Μα δεν έχει καμιά σημασία Η γεροντική μορφή κι η αδυναμία. Φτάνει που είπε πως έχει κλειστό το μαγαζί.
Η ομάδα των αστυνομικών τον άρπαξε.
Τον ρίξανε χάμω, τον τσαλαπάτησανε, τον ξεσκίσανε, τον δείρανε, κι ύστερα τονε παρατήσανε λιπόθυμο στη μέση του δρόμου.

Όταν προχωρήσανε παρακάτω, μερικοί που είχανε δει τη σκηνή τρέξανε σε βοήθεια του γέρου.
Γυρίζει πίσω η αστυνομία, δέρνει, χτυπά με τους υποκόπανους όπου βρει, διώχνει τον κόσμο και ξαναπαίρνει τον κατατρομαριασμένο γέρο.
Ενας  χωροφύλακας τον άρπαξε από το σβέρκο και τον τίναζε άγρια, έτσι που το κεφάλι του χτυπούσε πάνω στις πέτρες του δρόμου. Ένας άλλος φτέρνιζε σαν ερεθισμένο άλογο τα χέρια του γεροντάκου.
Κι αν ο κόσμος δε μαζευότανε ν’ αρπάξει το γέρο απ’ το έχτελεστικό απόσπασμα, θά τον αποτελειώνανε εκεί.
Αυτό φαίνεται ζητούσανε. Να δούνε τα μυαλά του κολλημένα στις πέτρες του δρόμου.

Έναν απ’ όλους που πρωτοστάτησε στην κίνηση για την απελευθέρωση του γέρου, τον απειλούσε ο επικεφαλής υπενωματάρχης έτσι:
—…Εσένα μπάστ… με την πράσινη ρεμπούμπλικα, εσένα το λέω. Θά πέσεις στα χέρια μου!…
Αυτά, την ώρα που το απόσπασμα έφευγε πανικόβλητο μπροστά στην οργή του λαού, που έτρεχε στον τόπο της εχτέλεσης.
Τώρα γυρίζει ο γέρος αυτός στη Θεσσαλονίκη σακάτης, ανίκανος για κάθε δουλειά και με σπασμένο το κόκαλο του αριστερού χεριού.

Τον συναντήσαμε, σωστό, αξιοθρήνητο ερείπιο, στα γραφεία της επιτροπής ερεύνης και προστασίας θυμάτων: Είχε συρθεί ως εκεί για να υποβάλει μήνυση εναντίο της αστυνομίας.

Από κάθε διεύθυνση φτάνει ως τ’ αυτιά σου ο θόρυβος μάχης σωστής. Κυριαρχεί το πιστόλι και το λιανοτούφεκο.
Κραυγές απειλής από δω, κραυγές τρομάρας από κει, κραυγές διαμαρτυρίας από παρακάτω.
Ατμόσφαιρα πολεμικού μετώπου, που μήτε η μυρωδιά του μπαρουτιού λείπει, μήτε τα ουρλιαχτά του τραυματισμένου, μήτε η αστραπή της φονικής σπάθας.

Όσο πάει οι πυροβολισμοί πυκνώνουνε και ο θόρυβος μεγαλώνει. Η μάχη γενικεύεται, σ’ όλη την πόλη νομίζεις.
Τι ακριβώς είχε συμβεί;
Ποιος έδωσε τo σύνθημα της γενικής επίθεσης εναντίον του λαού;
Τα πράγματα γίνανε έτσι: Έξω από το παγκαπνεργατικό σωματείο είχανε συγκεντρωθεί 7 με 10 χιλιάδες καπνεργάτες για ν’ ακούσουνε τις απόψεις της κυβέρνησης από τους ηγέτες τους.

Νεώτερα δεν υπήρχανε, εχτός από την πεισματωμένη επιμονή της κυβέρνησης να μη θέλει ν’ ακούσει τίποτε από την παράταξη των απεργών, πριν να λυθεί η απεργία.
Ο κόσμος αυτός, που δέκα μέρες δεχότανε τις δολοφονικές επιθέσεις και έβλεπε ολοφάνερα τούς καπνεμπόρους ταμπουρωμένους πίσω από την κυβέρνηση να τους χτυπάνε εξ ονόματος του κράτους, εξαγριώθηκε.

Ζήτησε να βγει επιτροπή και να επιδοθεί τελευταίο ψήφισμα έντονης διαμαρτυρίας στη Γενική Διοίκηση για την άστοργη κρατική αδιαφορία. Κι όταν η δεκαπενταμελής επιτροπή ξεκίνησε για τη Γενική Διοίκηση, οι 10 χιλιάδες καπνεργάτες την ακολούθησαν για να την προστατέψουνε από τις επιθέσεις της αστυνομικής δύναμης που είχε καταλάβει τα πιο επίκαιρα σημεία των κεντρικών δρόμων της πόλης, έτοιμη ν’ ανοίξει «πυρ», στην πρώτη μετακίνηση των εργατικών μαζών.

Εξω από το καπνεργατικό σωματείο έμεινε απεργιακή φρουρά από 150 εργάτες.
Την ίδια ώρα, δυόμιση χιλιάδες υφαντουργίνες ξεκινούσανε από το Μπεχτσινάρ προς τη Γενική Διοίκηση, παρακολουθώντας και κείνες την απεργιακή επιτροπή, με σχετικό ψήφισμα για επίδοση.
Ο επικεφαλής αξιωματικός της χωροφυλακής, που βρισκότανε με τα τμήματα του στην οδό Εγνατίας, ετοιμάστηκε ν αντιμετωπίσει τις 10 χιλιάδες των άοπλων καπνεργατών μόλις βγήκανε από το δρόμο του καπνεργατικού κέντρου.

Έκαμε τούτο το στρατηγικότατο κόλπο: (Αυτό το τονίζουμε, γιατί έχει ιδιαίτερη σημασία. Προϋποθέτει ψυχραιμία, ορισμένο σχέδιο, προετοιμασμένο, και καμια σύγχυση την ώρα της ενέργειας.)
Επειδή νόμισε πως οι αρχηγοί των διαδηλωτών θα βρίσκονταν όλοι στην επιτροπή που είχε το ψήφισμα, αφήκε την επιτροπή να περάσει. Έτσι εχώρισε την επιτροπή από τη διαδήλωση, βέβαιος πως έκοβε την κεφαλή από το κύριο σώμα!…
Πιάνει τους 15. Και διατάσσει αυτοστιγμεί γενική επίθεση εναντίον της άοπλης μάζας.
Πιστόλια αδειάζουνε και ξαναγεμίζουνε, σπαθιά εφίππων στραφτοκοπούνε πάνω απ’ τα κεφάλια των διαδηλωτών, και ομοβροντίες από λογιώ λογιώ όπλα πέφτουνε μέσα στο πλήθος.
Άλογα κι άνθρωποι ανακατεύονται, χωροφύλακες και διαδηλωτές συμπλέκονται, σφαίρες σφυρίζουνε και πέτρες διασταυρώνουνται μέσα σ’ αυτή την τρομερή συμπλοκή. Και μέσα σ’ αυτή τη σύγχυση ακούγεται η φωνή του αστυνομικού διοικητή να δίνει κουράγιο στους χωροφύλακες : «Απάνω τους, παιδιά!!»

Μόλο τον κίνδυνο, ο κόσμος βγήκε στα μπαλκόνια και στα παράθυρα, σημάδευε με πέτρες, με μπουκάλια, με ποτήρια τους αστυνομικούς, ή έριχνε ολόκληρες γλάστρες κι ό,τι άλλο τύχαινε μπροστά του, από την καρέκλα ως το φλιτζάνι, ζητωκραυγάζοντας ταυτόχρονα τούς απεργούς και γιουχαΐζοντας την αστυνομία.
Πολλοί χωροφύλακες γυρίσανε τα όπλα προς τα μπαλκόνια  και  τα  παράθυρα.
Ή μια επέλαση διαδέχεται την άλλη. Οι απεργοί αμύνονται με τα χέρια και τις πέτρες.
Μια καπνεργάτρια είδε τον άντρα της να πέφτει γεμάτος αίματα κάτω από τα πέταλα των άλογων. Δεν ήξερε αν ήτανε τραυματίας ή σκοτωμένος.
Συγκεντρώνει τις δυνάμεις της, τον αρπάζει στα μπράτσα της, τον παραδίνει στους άλλους και χυμά μέσα στην πιο πυκνή συγκέντρωση των εφίππων.
Με μια τεράστια προσπάθεια τινάζεται πάνω στη σέλα, πίσω απ’ τον ιππέα χωροφύλακα.
Οι σφαίρες κι οι πέτρες βουίζουνε γύρω της.
Για μια ιδεατή στιγμή σταματούνε και κραυγές και πυροβολισμοί και καμαρώνουνε όλοι την τρομερή πολεμίστρα, την άγρια αμαζόνα. Τα μπαλκόνια χειροκροτούνε. Φρενίτιδα κυριεύει τα πλήθη. “Η επίθεση γίνεται πιο άγρια. Σπαθιά κομματιάζονται, χωροφύλακες γκρεμίζονται από τ άλογα τους και μάχες λυσσασμένες γίνονται γύρω από τραυματίες.

Είναι η μεγάλη στιγμή του λαού που υπερασπίζεται την ελευθερία και την τιμή του.

Οι πυροβολισμοί της οδού Εγνατίας ήτανε το σύνθημα της επίθεσης για όλα τα στρατιωτικά τμήματα της Θεσσαλονίκης.
Ετσι ήτανε κανονισμένα τα πράματα. Γι’ αυτό κι οι αστυνομικές δυνάμεις που βρίσκονταν στην περιοχή των υφαντουργών, μόλις ακούσανε το συμφωνημένο σύνθημα, χωρίς καμιά προσπάθεια ειρηνικής διάλυσης των απεργών γυναικών, χωρίς την ελάχιστη προειδοποίηση, πέφτουνε απάνω αφρίζοντας από τη λύσσα.
Είκοσι λεπτά της ώρας οι υφαντουργίνες – 14 ως 20 χρονώ κορίτσια – αποκρούσανε μ’ απερίγραπτο ηρωισμό τις αλλεπάλληλες επελάσεις, παλέψανε στήθος με στήθος μέ τις αστυνομικές ορδές.

Το σύνθημα τους ήτανε:
Ενισχύσετε.
Μ’ αυτό καλούσανε τον κόσμο στον αγώνα τους. Κι ο κόσμος όλος, από τον ασπρομάλλη γέρο του τζακιού ως τη γριά ετοιμοθάνατη γυναίκα κι ως το μωρό του δημοτικού σκολειού, ξεχύθηκε στους δρόμους, ενώθηκε με τ’ αγωνιζόμενα κορίτσια του λαού, πήρε ορμή και θάρρος από την ορμή και την παλικαριά των παιδιών του κι έγινε ό τρομερός στρατός των συνοικιών που καταλεί Βαστίλες και γκρεμίζει πύργους και κάστρα φεουδαρχικά.
Τέσσερις φορές διαλύσανε το ξίφος και οι σφαίρες τον ηρωικό στρατό των γυναικών. Και τέσσερις φορές ξανασυγκροτήθηκε ως που κατάφερε να φτάσει από την οδό Μοναστηριού στο διοικητήριο, βουτηγμένος στα αίματα, με μαλλιά ξέπλεκα, ρούχα σκισμένα, κουρελιασμένα, όψη άγριου, αποφασισμένου πλήθους, που ‘εχει πάρει την απόφαση να μην επιτρέψει σε κανένα να καταλύσει τις ελευθερίες και τα δικαιώματα του.
Γύρω από το Διοικητήριο έχουνε φτάσει, πολεμώντας στήθος με στήθος, κι άλλες χιλιάδες απεργών.

Όταν φανήκανε οι υφαντουργίνες, στην κατάσταση που περιγράψαμε παραπάνω, ξεκοκκινισμένες, άγριες, ζητώντας εκδίκηση για το αίμα αδερφών που χύθηκε, δεν μπορεί να παρασταθεί με λόγια ή εντύπωση που προξενήσανε.
Οι άλλοι τις σηκώνουνε στα χέρια, αγκαλιάζονται αναμεταξύ τους, ζητωκραυγάζουνε όλοι, κι έτσι υποδέχονται τις ηρωικές κοπέλες του λαού, τις αυριανές μανάδες του λεύτερου κόσμου.

Στρατός κι αστυνομία – πεζή κι έφιππη – φρουρούνε το Διοικητήριο.  Η εντολή είναι να διαλύσουνε με κάθε τρόπο τούς απεργούς.
Μα ποιος να κινηθεί αύτη τη στιγμή; Η απόφαση είχε παρθεί. Ητανε η σειρά του στρατού να επιτεθεί.

Αλλά οι φαντάροι, κατασυγκινημένοι από το θέαμα των 2.500 γυναικών που φτιάσανε καταματωμένες, μα έτοιμες για νέα επίθεση, άφοβες, περήφανες, με την άγρια όψη του νικητή, δεν μπορέσανε να κρύψουνε τη συγκίνησή τους.
Πολλοί στρατιώτες μάλιστα δε νοιάζονται καθόλου κι αφήνουνε τα δάκρυα να τρέξουνε, κι άλλοι γελούνε, σα να ‘ναι δική τους η νίκη αυτή.
Σ’ όλα τα τμήματα του στρατού παρατηρείται αυτή η συγκίνηση. Αλλά δεν είναι μόνο οι φαντάροι. Κι αξιωματικοί, κατώτεροι αξιωματικοί, με τα μαντίλια στο χέρι, κάνουνε αγώνα για να κρύψουνε τα βουρκωμένα μάτια τους σ’ αυτή την ώρα.
Κάποιος αξιωματικός της χωροφυλακής, σαρκάζοντας, πέταξε κάποιο πειραχτικό λόγο για τους αξιωματικούς του στρατού.
Από το μέρος των φαντάρων, ακούστηκε τούτη η φωνή:
– Τι χαχανίζεις, ρε! Εμείς δεν ήρθαμε για να σφάξουμε!!…

Αυτό στάθηκε αφορμή για ν’ αρχίσει βαριά λογομαχία μεταξύ των αξιωματικών των δύο σωμάτων και ανοιχτός καυγάς μεταξύ στρατιωτών και χωροφυλάκων.
Οι χιλιάδες των απεργών ξεσπούνε σε χειροκροτήματα και σε ασταμάτητες ζητωκραυγές; «Ζήτω τ’ αδέρφια μας! Ζήτω ο στρατός!»
Για να δοθεί ένα τέλος σ’ αυτές τις χαρακτηριστικές σκηνές και για να προληφθεί σύγκρουση χωροφυλακής και στρατιωτών, δίδεται ή διαταγή να γίνει συνδυασμένη επίθεση εναντίον των εργατών.

Στην διαταγή υπάκουσε η αστυνομία. Το τμήμα των εφίππων προετοιμάζεται. Οι πεζοί γεμίζουνε. Κι ένας υπολοχαγός μπαίνει μπροστά. Προχωρεί προς το μέρος των απεργών. Πλησιάζει κοντά, πολύ κοντά και τους  λέει:

-Παιδιά, για όνομα του Θεού, διαλυθείτε. Ή πρέπει να πάω σε στρατοδικείο, ή πρέπει να σας χτυπήσω.

Οι απεργοί ξεσπούνε πάλι σε ζητωκραυγές για το στρατό.

Η αστυνομία κάνει την πρώτη επέλαση. Αποκρούεται. Οι πέτρες σχηματίζουνε σύννεφο. Σαν γυμνασμένοι στρατιώτες μάχονται γυναίκες κι άντρες. Όταν οι πυροβολισμοί ακούγονται, οι απεργοί πέφτουνε πρηνηδόν, μπροστά στους σωρούς από πέτρες και σκύρα που βρίσκονται στην πλατεία του Διοικητηρίου. Και ρίχνουνε μόνο οι πλάγιες ομάδες.
Ο ίδιος υπολοχαγός λαβαίνει εντολή να ενισχύσει την αστυνομία με τον λόχο του.
Στέκεται μια στιγμή διασταχτικός. Απότομα γυρίζει και δίδει με δυνατή φωνή ετούτη την περίεργη διαταγή στους στρατιώτες του:

-… Ό ποιος θέλει   ας   ακολουθήσει!…

Τέσσερις  πέντε  φαντάροι τον ακολουθήσανε. Μπήκανε μέσα στις μάζες των εργατών και εκεί που η αστυνομία χτυπούσε με σπαθιά και πιστόλια, οι φαντάροι  κι  ο  αξιωματικός λέγανε στους απεργούς.

-Βαράτε μας, παιδιά! Όσο μπορείτε, παιδιά, βαράτε μας!

Οι απεργοί καταλάβανε. Ούτε μια τρίχα των φαντάρων δεν πειράχτηκε.
Όλοι είχανε καταλάβει πως οι στρατιώτες κι 6 αξιωματικός τους ζητούσανε αφορμή να υποχωρήσουνε, για να δηλώσουνε πως δεν επαρκούνε να καταστείλουνε την εξέγερση.
Δε θέλανε τα τίμια αυτά παιδιά του επαναστατημένου λαού να βάφουνε τα χέρια τους μ’ αίμα αδελφικό…
Στη μια μεριά πολεμούσανε, συμπλέκονταν χωροφυλακή κι απεργοί και στην άλλη βρίζονταν στρατός και χωροφυλακή. Δόθηκε και δεύτερη διαταγή να προχωρήσει ο στρατός.

Σαν μάρμαρα στέκονταν οι φαντάροι στη θέση τους…
Σ’ ενίσχυση των χωροφυλάκων έφτασαν οι αντλίες.
Γελοία μέσα για το σβήσιμο ενός ηφαιστείου.
Θα μείνει μάλιστα μεταξύ των εργατών αξέχαστη τούτη η φράση ενός καπνεργάτη: «Ό,τι χρειαζότανε, ρέ παιδιά! Μόνο που το νερό είναι λίγο!…»
Σε τέτοια άγρια ώρα, μόνο από ήρωα στόμα μπορεί να πεταχτεί αυτός ο σαρκασμός προς τον εχθρό.
Απ’ αυτή την ώρα κι έπειτα, δεν μπορεί κανείς να μιλήσει γι’ απομονωμένες συμπλοκές και μάχες. Ολόκληρη η Θεσσαλονίκη είναι ‘ένα πεδίο μάχης.

Από τη μια μεριά ο λαός κι από την άλλη η αστυνομία ενισχυμένη από Τριεψιλίτες και χαφιέδες.
Κάθε συνοικία ένας πολεμικός τομέας. Σε κάθε δρόμο άλλη πεισματωμένη, άγρια μάχη…
Η νύχτα της Παρασκευής προς το Σάββατο είναι μια πραγματική νύχτα Αγίου Βαρθολομαίου. Οι άντρες κι οι γυναίκες  βρίσκονται στους δρόμους. Στα σπίτια μένουνε μόνο τα μικρά παιδιά, οι άρρωστοι και οι γέροι, στα σκοτεινά.
Η αγωνία τουυς πνίγει, ο φόβος για τη ζωή των ανθρώπων τους έχει κορυφωθεί. Και μέσα σ’ αυτή την αναστάτωση, μπουκάρουνε και τ αστυνομικά όργανα κι οι εθελοντές Τριεψιλίτες.
Απειλούνε με το πιστόλι ακουμπισμένο στο κεφάλι, γέρους ανήμπορους ανθρώπους, στραβές, κατάκοιτες γριές, αν δε μαρτυρήσουνε τούτο και κείνο!…

Κάνουνε έρευνες, αναστατώνουνε τα σπίτια, σέρνουνε άρρωστους και γέρους και παιδιά στα κρατητήρια, μέσα από τα σπίτια τους, πάνω από τα κρεβάτια τους, χωρίς καμιά δικαιολογία. Μόνο για εκδίκηση. Εκδίκηση εναντίο ποιανού; Κανενός! Φτάνει που είναι συνοικία και χαμόσπιτα. Δεν μπορεί να μην είναι με το μέρος των απεργών.

Κάθε χωροφύλακας κι  ένας σατράπης. Κάθε χαφιές έχει δικαίωμα ζωής και θανάτου απάνω σου.
Κάθε λερωμένο, σκοτεινό υποκείμενο, αντικαθιστά το κράτος. Σκοτώνει, δέρνει, φυλακίζει, τρομοκρατεί, χωρίς να ‘χει να δώσει λόγο σε κανένα.
Καθεμιά τουφεκιά που ακούγεται είναι και μια ξεχωριστή τραγωδία. Κάθε θόρυβος, κάθε φωνή, σημαίνει και μια δολοφονική επίθεση εναντίον άοπλων ανθρώπων. Όλη η νύχτα θα περάσει έτσι…
Ο Μεταξάς επιμένει με νυχτερινές δηλώσεις του, πως… πρέπει να σωθεί η αξιοπρέπεια του κράτους!

Τα γεγονότα ματωμένου Μάη του 1936 εξελίχθηκαν από τις 29 Απριλίου, με γενική απεργία των καπνεργατών, που μετατρέπεται σε πανεργατική στις 8 Μαΐου, όταν και εξαπολύθηκε η πρώτη γενικευμένη επίθεση των δυνάμεων καταστολής εναντίον των απεργών (70 τραυματίες, μαζικές συλλήψεις).

Για δύο και πάνω εικοσιτετράωρα (9-11 Μαΐου) μετά τη σφαγή των εργατών (12 καταμετρημένοι νεκροί, 32 βαριά και 250 ελαφρότερα τραυματίες) η εξουσία είχε περάσει στα χέρια του λαού:
«Οι διαδηλωταί είχον γίνει κύριοι των συνοικισμών… ολοκλήρου της πόλεως… Ητο εκτός πάσης αμφιβολίας ότι ο λαός της Θεσσαλονίκης ήτο κύριος της καταστάσεως».

ΣΑΒΒΑΤΟ, 9 ΤΟΥ ΜΑΗ

Εκείνο που ενδιαφέρει περισσότερο από τα τραγικά γεγονότα της 9ης του Μάη, δεν είναι ούτε o ασύγκριτος ηρωισμός του λαού, ούτε o σαδιστικός τρόπος της εκτέλεσης εργατών άοπλων από τις αστυνομικές ορδές. Αλλά είναι το τρομερό κι ανήκουστο συμπέρασμα που βγαίνει, πως η αστυνομία κινήθηκε κι έδρασε πάνω σε βάση προκαταρτισμένου σχεδίου, επιτελικού σχεδίου, όπως το παραδέχεται και το αποδείχνει κάθε πολίτης   της   Θεσσαλονίκης.
Παρακάτω θα σημειώσουμε την περιγραφή της πιο μεγάλης σύγκρουσης, όπως τη δίνουνε ένας διακεκριμένος γιατρός κι ένας ευσυνείδητος δημοσιογράφος.

Τώρα, ας παρακολουθήσουμε τα γεγονότα

Κι αντί ν’ αρχίσουμε από το καπνεργοστάσιο της Αυστροελληνικής Εταιρείας, που η αστυνομία κάνει επίθεση ενάντια στην απεργιακή φρουρά και τραυματίζει με τους υποκόπανους και με τα γκλόμπς δεκάδες εργάτριες κι εργάτες, ας κάνουμε αρχή από κει που το πιστόλι καπνίζει και το όπλο έχει στόχο κορμιά ανθρώπινα.
Στην οδό Συγγρού είναι ένα μεγάλο λαϊκό καφενείο. Στις 9 η ώρα το πρωί, ο σοφέρ Τάσος Τούσης, μαζί με φίλους του, τραβάει κατά το καφενείο αυτό. Στη μέση του δρόμου, μεταξύ του ενός πεζοδρομίου και του άλλου, τονε σταματά ένας ψηλός χωροφύλακας της Τροχαίας, που αποσπάστηκε από το απόσπασμα που στεκότανε παρακάτω,

Το τι ειπώθηκε μεταξύ τους δεν ξέρουμε. Κείνο που είναι γνωστό είναι πως ο σοφέρ ήτανε ο Τάσος Τούσης, γνωστός από προηγούμενες απεργίες για την επιμονή του στον αγώνα.
Το μόνο που ακούστηκε από το στόμα του χωροφύλακα ήτανε τούτο:Περίμενε και θα δούμε.

-Μετά μισή ώρα λογαριαζόμαστε…

-Ο,τι σου περάσει κάνε το, ήτανε ή απάντηση του σοφέρ.

Στην οδό Συγγρού και σ’ όλη τη γύρω της περιοχή ήτανε ησυχία απόλυτη κείνη την ώρα.
Ξένοιαστος ο Τούσης, χωρίς να πάρει στα σοβαρά την απειλή του χωροφύλακα, κουβέντιαζε με μιά γριά γυναίκα, που, όπως γίνηκε γνωστό αργότερα, ήτανε  η μάνα του.
Μόλις χωρίσανε, ακούγονται μερικοί πυροβολισμοί. Ο Τούσης σωριάστηκε κάτω, χτυπημένος από μια σφαίρα.

Ο σκοπευτής σημάδεψε με υπομονή τον ορισμένο στόχο του, για να μη λαθέψει. Μια άλλη σφαίρα τραυμάτισε σοβαρά έναν εισπράχτορα λεωφορείου.
Οι άνθρωποι που βρίσκονταν γύρω τρέξανε σε βοήθεια. Μα ο Τούσης ξεψύχησε γρήγορα, πριν προφτάσουν να του δώσουν καμιά βοήθεια.

– Το ‘πε και το ‘κανε το σκυλί!

Αυτή η κραυγή ακούστηκε ταυτόχρονα από πολλά στόματα.
Όπως καταθέτουνε μάρτυρες, δεν είχε μεσολαβήσει από τη στιγμή της απειλής ως τη στιγμή της εκτέλεσης ούτε μισή ώρα σωστή.

Ο κόσμος μαζεύεται γύρω από το νεκρό, αναθεματίζει, απειλεί, κλαίει.
Τα καφενεία και τ’ άλλα μαγαζιά κλείνουνε. Όχι από φόβο, αλλά για να ενωθούνε με τους άλλους πολίτες που μαζεύονται γύρω από το πτώμα τού δολοφονημένου. Η μάνα του, στο άκουσμα των πυροβολισμών, γύρισε πίσω φοβισμένη. Δεν είχε υποψιαστεί τίποτε κακό. Είχε μόνο φοβηθεί και δεν μπορούσε να προχωρήσει μόνη.
Προσπαθεί κι εκείνη να μπει μέσα στο πλήθος, να μάθει τί συμβαίνει. Σπρώχνεται, σπρώχνει, ώσπου ξαφνικά βρίσκεται μπροστά στο πτώμα του παιδιού της, που πριν από 5 λεπτά μιλούσε μαζί του.

Μένει βουβή. Δεν μπορεί να πιστέψει τα μάτια της. Κοιτάζει μια τον κόσμο, μια το νεκρό. Προσπαθεί να ανακαλύψει στα πρόσωπα των ανθρώπων αν βλέπει όνειρο, ή το παιδί της πνιγμένο στα αίματα.
Χτυπάει το στήθος της, κοιτάζοντας έναν ένα χωριστά. Ακόμη επιμένει ή καρδιά της μάνας να θέλει το παιδί της ζωντανό.

Ένας από το πλήθος, χωρίς να ξέρει ποιά είναι, την παίρνει από το χέρι.

-Εδώ, γερόντισσα, θα σε τσαλαπατήσουνε.
Κάθισε του λόγου σου σε μιαν άκρη, νά κάνουνε κι οι άλλοι τη δουλειά τους.

Αυτή η σύσταση τη συνέφερε. Την έκανε να δει ξερή, γυμνή την τρομερή πραγματικότητα.

-Το παιδί μου είναι! Πού μου το πάτε το παιδί μου!

Έτσι φωνάζει στους ανθρώπους που σηκώνουνε στα χέρια το σκοτωμένο, χωρίς να ξέρουνε κι οι ίδιοι τι πρόκειται να κάνουνε.
Μόλις ακούσανε της μάνας τη φωνή, στέκουνται όλοι ακίνητοι, βουβοί. Σκίζεται το πλήθος στα δυο κι αφήνει ανάμεσα του το ματοβαμμένο πτώμα που καίει ακόμα και την αλλόφρονη μάνα που ξεπατώνει τα μαλλιά της, δέρνει το στήθος της και γδέρνει με τα νύχια της τα μάγουλα της, χωρίς να μπορεί ν’ αρθρώσει σωστή λέξη. Μουγγρίζει μόνο, χτυπιέται, σπαράσσεται.
Αυτή ή σκηνή εξαγριώνει τον κόσμο που παρακολουθεί. Αρπάζουνε αυθόρμητα νεκρό και μάνα, συγκροτούνε διαδήλωση και τρέχουνε άγριοι, ζητώντας εκδίκηση, χειρονομώντας και κλαίοντας από αγανάχτηση.

Δεξιά κι αριστερά της οδού Εγνατίας έχουνε τοποθετηθεί οι αστυνομικές δυνάμεις, σε διάταξη ταχτικής μάχης.
Οι δυνάμεις αυτές όμως οπισθοχωρούν κανονικά όσο προχωρεί ή διαδήλωση, μέχρι την ώρα που ενώνονται με τις δυνάμεις της χωροφυλακής που βρίσκονταν ακίνητες μπρος στο ΤΑΚ, φράζοντας το δρόμο μέχρι την Παναγία Χαλκέων.
Κάνει εντύπωση η ακινησία τους αυτή. Τί περιμένουν; Αυτή την ώρα φτάνει και η αυθόρμητη μικροδιαδήλωση με το νεκρό του σοφέρ Τούση και την ξεμαλλιασμένη, αλλόφρονη, ξεγδαρμένη μάνα του, που ζητάει από το λαό εκδίκηση για το αίμα του γιου της.
Η θέα του νεκρού που στάζει τα αίματα και ή σπαραχτική φωνή της μάνας μιλήσανε ολόισια στην καρδιά του μαχόμενου πλήθους. Ο νεκρός αρπάζεται. Περνάει από χέρι σε χέρι, πάνω από τα κεφάλια του πλήθους, στην μπρος μεριά της διαδήλωσης.
Η μάνα έτσι απομονώνεται από το παιδί της. Ζητάει με σπαραχτικές κραυγές να μην την αποχωρήσουνε από το νεκρό.

Ο κόσμος την αρπάζει και κείνη και με τον ίδιο τρόπο τη μεταφέρει μπροστά, πλάι στο σκοτωμένο.
Μια φωνή μονάχα ακούγεται από τις χιλιάδες αυτές του κόσμου.

Εκδίκηση!

Η λαοθάλασσα αναταράσσεται. Νιώθεις να σε κυριεύει φρίκη καθώς βλέπεις αυτή την αναταραχή, αυτό το φρικίασμα μέσα στις αμέτρητες χιλιάδες της μάζας.
Σαν ένας άνθρωπος κινιέται, σκέφτεται και κραυγάζει αυτός ο λαός.
Σημαίες πρόχειρες σηκώνονται ψηλά, κι είναι βαμμένες στο αίμα του δολοφονημένου.
Στ’ αντίκρισμα τους, ακούγεται αλλόφρονη μια μυριόστομη φωνή:

—Αίσχος! Κάτω η κυβέρνηση! Εκδίκηση! Εκδίκηση!…

Και την επαναλαβαίνουνε αυτή τη φωνή της εκδίκησης όλα τα παράθυρα κι οι εξώστες κι οι ταράτσες των γύρω σπιτιών, που είναι ασφυχτικά γεμάτα, από κόσμο που μ’ αγωνία παρακολουθεί την οργανωμένη δολοφονία.
Μα τη στιγμή που ο κόσμος όλος ζητάει εκδίκηση, την ώρα που η μάνα του λαού, σηκωμένη στα χέρια, μοιρολογιέται τον αδικοσκοτωμένο γιο της, δίνεται το παράγγελμα:

Πυρ!

Το τι επακολούθησε δεν περιγράφεται. Τα αποσπάσματα που παραφύλαγαν στις γύρω παρόδους της οδού Εγνατίας, οι χαφιέδες που ‘χαν τοποθετηθεί σ’ επίκαιρες θέσεις στα γύρω μέγαρα, οι «ακίνητοι» χωροφύλακες, όλοι ανοίγουν πυκνή φωτιά κατά του λαού.
Ο ένας μετά τον άλλο στρώνονται χάμω οι νεκροί και δεκάδες τραυματίες ζητούνε βοήθεια.
Ο κόσμος σκορπίζει τρέχοντας να σωθεί από τις δολοφονικές σφαίρες των εχτελεστικών αποσπασμάτων.
Στη μέση του δρόμου μένει μονάχα μια μαυροφορεμένη γριούλα, η μάνα του Τούση, γονατιστή μπρος στο νεκρό γιο της κι ανάμεσα στις δεκάδες τα κορμιά των σκοτωμένων και τραυματιών που στρώνουν τον αιματοβαμμένο δρόμο.

Σ’ αυτή τη δαιμονική ταραχή, στο θόρυβο των όπλων, στις κραυγές, τούς θρήνους, στα βογγητά των τραυματισμένων, έρχονται να προστεθούνε και οι πένθιμοι ήχοι της συνοικιακής καμπάνας, που καλεί τον κόσμο σε συναγερμό…
Ανθρωπος δε μένει μέσα στο σπίτι. Όλοι γίνονται διαδηλωτές. Όλοι κατεβαίνουνε στο δρόμο να ζητήσουνε, μαζί με τους συγγενείς των σκοτωμένων, εκδίκηση. Να ζητήσουνε  την παραίτηση της κυβέρνησης και τη σύλληψη των δολοφόνων.
Μα εδώ πρέπει ν’ αφήσουμε το δημοσιογράφο κ. Καστρινό να μιλήσει. Είναι διευθυντής της « Εφημερίδος των Βαλκανίων», που βγαίνει στη Θεσσαλονίκη, και παρακολούθησε τα γεγονότα σαν ευσυνείδητος δημοσιογράφος, που δεν έχει και τόση σημασία η ζωή του μπροστά στο καθήκον:

«… Κατέβαινα», λέει, «προς το Βαρδάρι απ’ την οδόν Εγνατίας. Αλλά, μπροστά στο ΤΑΚ, οι χωροφύλακες με ημπόδισαν. Ένας άνθυπομοιραρχος, μ’ όλο που του εδήλωσα την ταυτότητά μου και την ιδιότητά μου, με διέταξε βιαίως να απομακρυνθώ αμέσως.
»Ο  ταγματάρχης  Ηρακλόπουλος, στον όποιον διεμαρτυρήθην, μου είπε με νευρικότητα: “Το  καλό που σου θέλω φύγε…”
»Εΐναι προφανές ότι αι άστυνομικαι αρχαί επεδίωκον την απομάκρυνσιν του δημοσιογραφικού οφθαλμού από την ζώνην των επιχειρήσεων… Τράβηξα από τον άλλον δρόμον και έφθασα εις το Βαρδάρι. Εκεί συνηντήθην με την διαδήλωσιν, με τον νεκρόν του Τούση και την ηκολούθησα. Όταν η διαδήλωσις έφθασεν είς την στάσιν Κολόμβου, παρετήρησα ότι αι αστυνομικοί δυνάμεις που εύρίσκοντο είς την διασταύρωσιν Εγνατίας – Μεγ. Αλεξάνδρου ήρχισαν να υποχωρούν κανονικώς. Η υποχώρησις αυτή εξηκολούθη όσον επροχώρει η διαδήλωσις και μου εδημιούργησε την εντύπωσιν ότι η χωροφυλακή δεν είχε σκοπο ν να διαλύσει ή ν’ αναχαίτιση την διαδήλωσιν, αλλά να προπορευθή αυτής διά να προλάβη τυχόν παρεκτροπάς. Όταν η διαδήλωσις έφθασεν ανενόχλητος κοντά είς το μέγαρον ”Αίγλη”, είς το ύψος της οδού Βενιζέλου, εμφανίσθηκε ένα τεθωρακισμένον αυτοκίνητον, το όποιον έβαλε ριπές πολυβόλου είς  τον  αέρα.
»Την ιδίαν στιγμήν εγένετο απότομος μεταβολή των προπορευόμενων αστυνομικών δυνάμεων, αχτίνες ήρχισαν  να πυροβόλουν…»

Έτσι μιλεί ο κ. Καστρινός, όταν ή κυβέρνηση δικαιολογείται για την πρωτάκουστη σφαγή έτσι:

Το κράτος ευρίσκετο εν αμύνη.
Aι αρχαί εκινδύνευσαν να αφοπλισθούν.
Επυροβόλησαν αμυνόμεναι, την εσχάτην στιγμήν…

Οι κυβερνητικές εφημερίδες πάλι χύνουνε δάκρυα υποκριτή για τον αδικοσκοτωμό εργαζόμενων ανθρώπων, που ζητούσανε οικονομική βελτίωση της θέσης τους. Ρίχνουνε την ευθύνη στ’  αστυνομικά όργανα – στα κατώτερα αστυνομικά όργανα – για ν’ αποπειραθούνε να τα δικαιολογηθούνε αμέσως, μέ περισσότερη σιγουριά:

-… Αναγνωρίζομεν ότι δια μίαν ακόμη φοράν τα όργανα της τάξεως έχασαν την ψυχραιμίαν των …

Οι αυτόπτες μάρτυρες δε λένε το ίδιο. Από τούς τόσους που ακούσαμε να μιλούνε γι’ αυτή την υπόθεση, κι από όλες τις μαρτυρικές καταθέσεις που διαβάσαμε, βγαίνει ένα συμπέρασμα: Η σφαγή ήτανε προετοιμασμένη ως την τελευταία της λεπτομέρεια.

Ο διακεκριμένος γιατρός της Θεσσαλονίκης κ. Χαριτάντης, που δεν υπήρξε ποτέ σε κανένα κόμμα, μιλεί με τον παρακάτω τρόπο:
«Πήγαινα να δω έναν άρρωστο. Βρέθηκα ξαφνικά μεταξύ των αποσπασμάτων, που είχανε πιάσει θέσεις κατά μήκος του δρόμου. Ρίχνανε αραιούς πυροβολισμούς εναντίον των ανθρώπων που προσπαθούσανε να φυλαχτούνε στα μαγαζιά και στις στοές μέσα.
» Η διαδήλωση προχωρούσε. Βρέθηκα σε κάποια απόσταση. Πάντα μεταξύ διαδήλωσης και χωροφυλακής. Μου ‘καμε εντύπωση τούτο το χαρακτηριστικό:  Ο δρόμος της Εγνατίας είναι στενός σ’ όλο το μήκος του. Σε τρία τέσσερα σημεία μόνο σχηματίζονται μεγάλες πλατείες. Η αστυνομική δύναμη είχε ταμπουρωθεί όχι στις πλατείες, που λόγω του ανοιχτού χώρου θα μπορούσε να ‘χει περισσότερη ελευθερία κινήσεως. (Εκεί θα μπορούσε να κινηθεί πια άνετα και η έφιππη χωροφυλακή. Και ο άνθρωπος με τον κοινό νου, καταλαβαίνει πως ακριβώς σ’ αυτά τα ανοιχτά σημεία θα μπορούσανε να πετύχουνε τη διάλυση των διαδηλωτών.) Αλλά οι αστυνομικές δυνάμεις είχανε οχυρωθεί από τη μια κι από την άλλη πλευρά του δρόμου και ακριβώς στα σημεία που αρχίζει απότομα να στενεύει ο δρόμος.
»Χωρίς να το θέλω, έκανα τούτο το συλλογισμό: Μα πρόκειται να διαλύσουνε τη διαδήλωση, ή έχουνε σκοπό να τη θερίσουνε; Παραμέρισα για να προφυλαχτώ σε μια γωνιά. Γιατί ήμουνα απόλυτα πεπεισμένος απ’ αυτό που αντιλήφθηκα, πως υπήρχε σχέδιο καταρτισμένο και με ακρίβεια ζυγιασμένο. Κι είχε σκοπό όχι τη διάλυση, αλλά  το  φόνο.
»Έπειτα παρατήρησα μετακινήσεις δυνάμεων από τ’ ανοιχτά προς τα στενά σημεία. Δηλαδή γινότανε κανονική υποχώρηση της χωροφυλακής, για να αφήσει το πυκνό μέρος της διαδήλωσης να στριμωχτεί στο στενό σημείο.
»Σάς είπα πως οι πυροβολισμοί πέφτανε πολύ αραιοί και όχι εναντίον των διαδηλωτών, αλλά επάνω σε απομονωμένες ομάδες ή άτομα που τρέχανε πανικόβλητα να φυλαχτούνε, καθώς βλέπανε την αστυνομία νά γεμίζει και τούς διαδηλωτές νά πλησιάζουνε.
»Μόλις το πλήθος μπήκε στον περιορισμένο χώρο και στριμώχτηκε και γίνηκε πιο πυκνή η μάζα, ακουστήκανε οι πρώτες ομοβροντίες κι από τα δεξιά κι από τ’ αριστερά του δρόμου».

-Ακριβώς αυτή τη στιγμή – συμπληρώνει άλλος αυτόπτης μάρτυρας, ο κ. Λαϊνάς – είδα γνωστούς μυστικούς αστυνομικούς να ρίχνουνε με το πιστόλι από τα παράθυρα των γύρω μεγάρων στο ψαχνό. Στο πιο πυκνό μέρος της διαδήλωσης.
Κι ο γιατρός συνεχίζει:

«Βρε παιδιά – συλλογίζομαι τότε – αυτή είναι καθαρή ενέδρα. Αυτό είναι σωστό σχέδιο   επιτελείου.
»Η εκλογή του μέρους, η κανονική υποχώρηση, η στιγμή που πυροβολήσανε, οι ταυτόχρονες ομοβροντίες, ο συντονισμός της δράσης, τίποτ’ άλλο δε σ’ αφήνουνε να πιστέψεις, παρά πως επρόκειτο περί προθέσεως, περί σχεδίου καταστρωμένου  από ειδικούς.

-Εκείνη τη στιγμή, γιατρέ, ρωτούμε, ακούστηκε από το πλήθος πυροβολισμός; Ή έγινε, πριν να πυροβολήσουνε οι αστυνομικές δυνάμεις, καμιά επίθεση εναντίο τους από το μέρος απεργών;

-Όχι. Τέτοιο πράμα δεν άκουσα και καμιά επιθετική ενέργεια του πλήθους δεν παρατήρησα αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή. Αλλά ούτε κι ακούστηκε από μέρους της χωροφυλακής καμιά σύσταση προς τους απεργούς να διαλυθούνε. Καμιά προειδοποίηση πως θα πυροβοληθούνε. Ε ρίξανε αιφνιδιαστικά, όχι για εκφοβισμό αλλά στο ψαχνό…

Τα λόγια αυτά προέρχονται από ένα ψύχραιμο άνθρωπο, που είναι γνωστός και σαν εξαίρετος επιστήμονας και ως τελείως ακομμάτιστος.
Κι έχουνε βάρος ανυπολόγιστο.
Αν πάρουμε βάση αυτά και κάνουμε μια πρόχειρη έρευνα στους δρόμους της Θεσσαλονίκης, θα δούμε πως είναι όχι μόνο ακριβή, αλλά και υπογραμμένα με 9 υπογραφές που δε σβήνουνε μe καμιά γομολάστιχα:

Σ’ αυτά ακριβώς τα σημεία του δρόμου εξετέλεσε η χωροφυλακή τους 9 εργάτες.
Σ’ αυτή τη δολοφονική ενέδρα πέσανε τα 9 ηρωικά παιδιά του λαού. Οι:

  1. Τάσος Τούσης
  2. Αναστασία Καρανικόλα
  3. Ιντο Σενόρ
  4. Δημ. Αγλαμίδης
  5. I. Πανόπουλος
  6. Ευάγ. Χόλης
  7. Δ. Λαϊνάς
  8. Εύθ. Αδαμαντίου

Κανένας στη Θεσσαλονίκη δε λέει πια αυτό το μέρος με την παλιά του ονομασία. Λεγότανε πριν Στάσις Κολόμβου. Πεισματικά αγνοούνε οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης αυτή την ονομασία και επιβάλανε μέσα σε λίγες μέρες τη δική τους: Στάση των 9.
Μπορεί να υπάρχει άνθρωπος στην πόλη αυτή να μην ξέρει πού βρίσκεται ο Λευκός Πύργος. Μα στη στάση των 9 ξέρουνε να σε οδηγήσουνε και τα μικρά παιδιά.
Το ίδιο γίνεται και με μερικά άλλα μέρη.
Ώρα πολλή βασανιζόμαστε να βρούμε την οδό Ελένης Σβορώνου. Δεν ξέρανε να μας οδηγήσουνε.

-Πού είναι το καπνεργατικό σωματείο; ρωτούμε.

-Α! εκεί είναι η οδός Σαβρώνου; Πώς την είπες; Νά, από δω θα στρίψετε, θα βγείτε στον τάδε δρόμο, θα δείτε μια μικρή τρίγωνη πλατεΐτσα με σωρούς χαλίκια. Εκεί είναι.


Έτσι το βρήκαμε. Με μόνη τη διαφορά πως τα χαλίκια έχουνε ακόμα αίμα.

Εκεί συγκρούστηκε την Παρασκευή η απεργιακή φρουρά του Κέντρου με τριπλάσιες δυνάμεις έφιππης χωροφυλακής και κατάφερε να κρατήσει επί ολόκληρη ώρα άμυνα εναντίον των συνεχών επελάσεων και της κανονικής βολής.
Κείνη την ήμερα έβαψαν αυτά τα χαλίκια με το αίμα τους οι 150 ηρωικοί καπνεργάτες, για να διευκολύνουνε την πορεία των υφαντουργίνων προς τη Γενική Διοίκηση.

Πραγματικοί κύριοι της Θεσσαλονίκης γίνονται οι εργάτες, γίνεται ό λαός όλος. Τ’ απόγευμα της 9ης του Μάη. Δε φρουρούνε την πόλη πια οι δολοφόνοι των αστυνομικών τμημάτων. Αυτούς τους έκλεισε ο λαός μέσα στα τμήματα. Τους αφαίρεσε κάθε εξουσία, τούς απομόνωσε. Ουσιαστικά τούς προφυλάκισε σαν ενόχους φόνων και εκατοντάδων τραυματισμών.

Ένας ρίχνει το σύνθημα: Να κάψουμε τα τμήματα.
Μα στη φωνή αυτή της κορυφωμένης αγανάχτησης, άπαντα ο λαός που συναισθάνεται βαθύτατα τις υποχρεώσεις που ανάλαβε ως φρουρός της τάξης.

-Τα χτήρια είναι δικά μας!

-Τίποτε να μην πειραχτεί.

Γιατί πραγματικά, τ’ απόγεμα του Σαββάτου, η χωροφυλακή είχε μόνη φρουρά τον κυρίαρχο λαό και άμεσο βοηθό του τούς στρατιώτες, που τόσο ξεκάθαρα κι αποφασιστικά πήρανε μέρος στον αγώνα υπέρ του λαού.
Στους δρόμους επιτηρούνε την τάξη οι καπνεργάτες, οι υφαντουργοί, οι εργάτες γενικά κι ο στρατός.
Και σ’ αυτές τις ώρες, μόλο τον αναβρασμό και την αναμπουμπούλα, είναι χαραχτηριστικό πως δε σημειώθηκε μήτε το ελάχιστο κρούσμα κλοπής, διάρρηξης ή τραυματισμού, πράματα που είναι καθημερινά, συνηθισμένα επεισόδια, όλο τον καιρό που η αστυνομία «επιβλέπει την τάξη», σε μέρες ησυχίας σχετικής.

Ετικέτες: ,

Δείτε ακόμα...