22 Γενάρη παρουσιάστηκα στη Λέσβο. Όπως όλοι, έτσι κι εγώ είχα το άγχος μου για το τι μέλει γενέσθαι. Το στρατόπεδό μου στη Μόρια και οι φήμες πολλές. Πρόσφυγες που κλέβουν, μαχαιρώνονται μεταξύ τους, είναι στιβαγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο. Εγγονός πρόσφυγα όντας, υπέρμαχος του διεθνισμού και με φίλους Σύρους και Παλαιστίνιους στιγμή δεν μίσησα κανέναν διπλανό λαό.
Μητέρες με παιδιά, νέοι στην ηλικία μου γριές με μαντήλες. Πάντα τους χαμογελούσα και πάντα αυτοί εμένα με ένα πλατύ χαμόγελο που ποτέ δεν κατάφερε να σκιάσει το σκοτάδι και τον απόηχο του ιμπεριαλισμού στα μάτια τους. Κάπως έτσι, μια μέρα, το λεωφορείο που έβγαλε τα φανταράκια στην πολυπόθητη έξοδό μας, έκανε για πρώτη φορά μια άλλη διαδρομή, περνώντας έξω από το Hotspot της Μόρια. Σηκώνοντας το βλέμμα από το κινητό μου το είδα.
Καμία φωτογραφία, κανένα ρεπορτάζ, καμία αφήγηση δεν το περιγράφει ικανοποιητικά. Ίσως μόνο εικόνες του Αρμαγεδδόνα από ταινίες, με τις σκουπιδοπόλεις που στήνει η ανθρωπότητα στο απόλυτο ναδίρ της, μπορούν να πλησιάσουν το τι εστί Μόρια.
Σκηνές αποτελούμενες από δύο παλέτες και σελοφάν, ατελείωτα σχοινιά με βρώμικες μπουγάδες, πατεράδες που νίβουν τα πενταβρώμικα πρόσωπα τον παιδιών τους με τρία δάχτυλα νερό, ρέματα από ατελείωτα σκουπίδια, είναι απλές λέξεις μια από τις πλουσιότερες γλώσσες του κόσμου που απλώς αγγίζουν την κορυφή του παγόβουνου του τι εστί Μόρια.
Και εκεί είναι που δικαιολογείς τα πάντα. Καταλαβαίνεις γιατί αυτοί οι άνθρωποι θα κλέψουν και την πόρτα από το κοτέτσι σου. Γιατί η σκηνή τους δεν έχει πόρτα και ο Μάρτης είναι γδάρτης και κακός παλουκοκάφτης. Νοιώθεις πως δεν θες να σε κλέψουν γιατί θες να τους τα δώσεις από μόνος σου όλα. Αυτόματα αναρωτιέσαι αν όλοι αυτοί που έχουν χύσει δηλητήριο εναντίον των προσφύγων έχουν δει τη Μόρια ποτέ τους. Αυτόματα ντρέπεσαι που είχες το θράσος να στενοχωριέσαι που μπήκες φαντάρος. Αναρωτιέσαι που βρήκαν τη δύναμη να ξυπνήσουν το πρωί και κάθε πρωί όλες αυτές τις μέρες, μήνες, χρόνια που είναι εδώ και θαυμάζεις την αγάπη της μάνας προσφυγοπούλας που δίνει αυτή την τόσο άνιση μάχη για να ζήσει το παιδί της καλύτερα. Αναρωτιέσαι ακόμη ακόμη πώς ήταν πίσω στη χώρα τους ούτως ώστε η Μόρια να είναι ανεκτή.
Και εκεί είναι που η άποψή σου για την εμπλοκή της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ επιβεβαιώνεται. Το σύνθημα “Ούτε στη Μόρια, ούτε πουθενά, κανένα Hotspot κλειστό ή ανοιχτό” που πιστεύοντάς το, το φώναξες πολλές φορές αποκτά ουσία και περιεχόμενο, γιατί πλέον έχεις δει τι εστί Μόρια. Και εκεί είναι που θες να ριχτείς στη μάχη για μια κοινωνία χωρίς προσφυγιά, ΝΑΤΟ, Μόριες, πόλεμο,” για έναν κόσμο στο μπόι των ονείρων και των ανθρώπων” όπως διάβασες ότι είπε ο Μπελογιάννης και κάθε μάχη που δίνεις για αυτή την αναγκαία και επίκαιρη αλλαγή την αφιερώνεις πρώτα και κύρια σε αυτούς τους ανθρώπους.
Στους ανθρώπους της Μόρια που βλέποντάς τους ως φαντάρος θες να τους βαρέσεις προσοχή, συγκρατώντας τα δάκρυά σου.
Ένας φαντάρος της Μόρια



