Το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας

Το ALT.GR δημοσιεύει σε τρεις συνέχειες, από την «Κομμουνιστική Επιθεώρηση» το θεωρητικό και πολιτικό όργανο της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, το άρθρο της Μαρίνας Λαβράνου, μέλος του Τμήματος Δικαιοσύνης και Λαϊκών Ελευθεριών της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, με τίτλο «Το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας κομμένο και ραμμένο στα μέτρα των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων».

Οι εξελίξεις στην περιοχή το τελευταίο διάστημα είναι ραγδαίες, με παραπέρα όξυνση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, για τον έλεγχο των ενεργειακών κοιτασμάτων, των αγωγών και των δρόμων μεταφοράς ενέργειας και εμπορευμάτων.

Το άρθρο φιλοδοξεί να φωτίσει το νομικό πλαίσιο της διαπάλης, να συμβάλει στην καλύτερη παρακολούθηση και μελέτη των εξελίξεων και της τάσης τους, ώστε να κατανοούνται συγκεκριμένα οι επικίνδυνοι αστικοί σχεδιασμοί, να αναδεικνύονται οι κίνδυνοι που κυοφορούν για τους λαούς. Για το σκοπό αυτό αναλύονται βασικές έννοιες του Δικαίου της Θάλασσας, αναδεικνύεται η προσαρμογή των αποφάσεων των διεθνών δικαστηρίων για τις οριοθετήσεις των θαλάσσιων ζωνών στον κάθε φορά συσχετισμό δύναμης μεταξύ των αντιτιθέμενων ιμπεριαλιστικών συμφερόντων, αναλύονται κωδικοποιημένα οι διεκδικήσεις της τουρκικής αστικής τάξης με τα βασικά αντεπιχειρήματα από πλευράς της ελληνικής αστικής τάξης, επισημαίνονται τα βασικά σημεία σχετικά με τις εξελίξεις για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών στην Ανατολική Μεσόγειο και τους κινδύνους που αυτές συνεπάγονται για τους λαούς της περιοχής.

Την Κυριακή 18 Οκτώβρη θα δημοσιευθεί το Β΄μέρος: Η οριοθέτηση των Θαλάσσιων Ζωνών και οι αντικρουόμενες αποφάσεις των Διεθνών Δικαστηρίων

Το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας κομμένο και ραμμένο στα μέτρα των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων

Της Μαρίνας Λαβράνου

Οι ραγδαίες εξελίξεις του τελευταίου διαστήματος, μέχρι και την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές, αποκαλύπτουν με τον πιο γλαφυρό τρόπο τα σχέδια συνδιαχείρισης και συνεκμετάλλευσης στο Αιγαίο, στην Ανατολική Μεσόγειο, που εξυφαίνονται από ΗΠΑ – ΝΑΤΟ και ΕΕ, με την ενεργό συμμετοχή των αστικών τάξεων Ελλάδας και Τουρκίας.

Τα σχέδια αυτά αποτελούν μέρος των συνολικότερων ανταγωνισμών που αποτυπώνονται στην ευρύτερη περιοχή για τον έλεγχο των ενεργειακών κοιτασμάτων, των αγωγών και των δρόμων μεταφοράς, στο πλαίσιο της συνολικότερης αντιπαράθεσης των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ και ΕΕ με Ρωσία και Κίνα, καθώς και τους ανταγωνισμούς στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ, αλλά και των ΗΠΑ και της ΕΕ.

Σε αυτό το πλαίσιο, έχει έρθει στο προσκήνιο η συζήτηση σχετικά με:

– Τις προκλητικές διεκδικήσεις της τουρκικής αστικής τάξης στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο,

– Τις συνέπειες από την υπογραφή των συμφωνιών για οριοθέτηση Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ)/ υφαλοκρηπίδας με Ιταλία και Αίγυπτο,

– Τις αντιλήψεις, οι οποίες πότε αποθεώνουν το Διεθνές Δίκαιο ως πανάκεια αποτροπής πολεμικής εμπλοκής, σε απόσπαση από τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, και πότε το παραμερίζουν ανάλογα με τις πολιτικές σκοπιμότητες κι επιδιώξεις,

– Τη θέση ότι ΗΠΑ – ΝΑΤΟ – ΕΕ πρέπει να παρέμβουν και μπορούν να «εγγυηθούν» την ειρηνική επίλυση των διαφορών προς όφελος των λαών, να ανακόψουν την τουρκική επιθετικότητα.

Από τις εξελίξεις του τελευταίου διαστήματος, αλλά και από τη μελέτη του Δικαίου της Θάλασσας και της σχετικής νομολογίας, γίνεται φανερό ότι μόνο δεινά θα φέρουν στους λαούς τα όποια σχέδια συνεκμετάλλευσης και συνδιαχείρισης στο Αιγαίο, που θα διαμορφωθούν στη βάση ευρύτερης μοιρασιάς που γίνεται στην περιοχή στο πλαίσιο των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, όπως στη Λιβύη, και που θα αποτελέσουν και «υπόδειγμα» για περαιτέρω διεκδικήσεις και σχετικές συμφωνίες μεταξύ των αστικών κρατών.

Το ΚΚΕ εδώ και πολλά χρόνια τονίζει ότι η αντιπαράθεση δεν περιορίζεται ανάμεσα στις αστικές τάξεις Ελλάδας και Τουρκίας, αλλά είναι μέρος της συνολικότερης αντιπαράθεσης ιμπεριαλιστικών κέντρων με επίκεντρο τα ενεργειακά και άλλα ζητήματα στην ευρύτερη περιοχή. Γι’ αυτό και από την πρώτη στιγμή προειδοποίησε ότι τα σχέδια ΝΑΤΟ και ΕΕ για συνδιαχείριση και συνεκμετάλλευση συνδέονται με εκχωρήσεις κυριαρχικών δικαιωμάτων από την αστική τάξη της Ελλάδας. Η δε διεθνής πείρα επιβεβαιώνει ότι, όταν τίθεται ζήτημα αλλαγής συνόρων, αυτό αντικειμενικά φέρνει πιο κοντά τον κίνδυνο στρατιωτικής αναμέτρησης, ακόμα και αν προβάλλεται στο όνομα της αποτροπής της. Γι’ αυτό, ακόμα και ένα «θερμό επεισόδιο», που εκ των προτέρων κανείς δεν μπορεί να προδιαγράφει την έκταση που αυτό θα πάρει, πιθανά να λειτουργήσει ενισχυτικά προκειμένου οι δύο χώρες να κάτσουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων για την εξεύρεση μιας «κοινά αποδεκτής» συμφωνίας, καταλήγοντας σε απαράδεκτους συμβιβασμούς για τα εργατικά και λαϊκά συμφέροντα.

Η επίσημη πολιτική του ΝΑΤΟ είναι η με κάθε τρόπο διατήρηση της Τουρκίας στους κόλπους του, για να αποφευχθεί η περαιτέρω ενίσχυση στην περιοχή της επιρροής της Ρωσίας, αλλά και της Κίνας. Δεν είναι τυχαίο ότι το Μάρτη του 2020 το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ προχώρησε στην επικαιροποίηση της Έκθεσης για την Τουρκία που είχε δώσει στη δημοσιότητα τον Απρίλη του 2018. Η μόνη αλλαγή είναι ότι έχει προστεθεί η εκτίμηση ότι στόχος για τις ΗΠΑ είναι η επέκταση της «εποικοδομητικής συνεργασίας» (με την Τουρκία) και στη Λιβύη, με την επισήμανση ότι «η Τουρκία είναι ένας κρίσιμος συνεταίρος στην προώθηση της σταθερότητας και της πολιτικής λύσης στη Λιβύη». [1]

Η δε προσπάθεια της τουρκικής αστικής τάξης για αλλαγή συνόρων στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο ξεδιπλώθηκε με σταθερότητα όλες τις προηγούμενες δεκαετίες και εντάθηκε τα τελευταία χρόνια με βάση τη στρατηγική για τη «Γαλάζια Πατρίδα», διευρύνοντας συνεχώς το πλαίσιο των διεκδικήσεών της. Οι διεκδικήσεις από πλευράς της τουρκικής αστικής τάξης εκφράζονται, εκτός από το ζήτημα της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο και την όψιμη αμφισβήτηση της ελληνικής υφαλοκρηπίδας στην Ανατολική Μεσόγειο που σχηματίζουν τα νησιά Καστελόριζο, Ρόδος, Κάρπαθος, Κάσος και Κρήτη, με την αμφισβήτηση του κυριαρχικού δικαιώματος της Ελλάδας να επεκτείνει την αιγιαλίτιδα ζώνη μέχρι τα 12 ναυτικά μίλια, θεωρώντας το «αιτία πολέμου», με την αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας επί νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, μέσω της θεωρίας των «γκρίζων ζωνών», την αμφισβήτηση συνολικά των θαλάσσιων συνόρων σε όλο το Ανατολικό Αιγαίο. Αντίστοιχα αποτυπώνονται στις απαιτήσεις για αποστρατιωτικοποίηση των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, στην αμφισβήτηση του εύρους του ελληνικού εθνικού εναέριου χώρου στα 10 μίλια, των αρμοδιοτήτων εντός του FIR (Περιοχή Πληροφοριών Πτήσεων) Αθηνών που ασκεί η Ελλάδα βάσει αποφάσεων του Διεθνούς Οργανισμού Πολιτικής Αεροπορίας (ICAO), των αρμοδιοτήτων της Ελλάδας εντός της περιοχής ευθύνης της για θέματα έρευνας και διάσωσης.

Σε αυτό το πλαίσιο, η τουρκική αστική τάξη επιδιώκει την ακύρωση ή/ και επαναδιαπραγμάτευση διακρατικών συμφωνιών που είναι σε ισχύ για δεκαετίες, όπως η Συνθήκη της Λοζάνης, ενώ πολλαπλασίασε τις παραβιάσεις από το τούρκικο Πολεμικό Ναυτικό και την Αεροπορία, αξιοποίησε τις μεταναστευτικές και προσφυγικές ροές ως μοχλό πίεσης, υπέγραψε το παράνομο Σύμφωνο Τουρκίας-Λιβύης που εξαφανίζει κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας νότια της Κρήτης και των Δωδεκανήσων, παραχώρησε άδειες για έρευνες σε τουρκικές πετρελαϊκές εταιρίες εντός της ελληνικής και της κυπριακής υφαλοκρηπίδας. Τα δε γεγονότα με το Oruc Reis συνεπάγονται αναβάθμιση όχι απλά της τουρκικής επιθετικότητας, αλλά και δημιουργία τετελεσμένων, έμπρακτης αμφισβήτησης των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας στη συγκεκριμένη περιοχή.

Την ίδια στιγμή, η αστική τάξη της Ελλάδας, διαμέσου της κυβέρνησης και του συνόλου των αστικών κομμάτων, ισχυρίζεται ότι μέσα στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και της ΕΕ οι διαπραγματεύσεις ή/ και η προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης μπορούν να εξασφαλίσουν τη διατήρηση της ειρήνης στην ευρύτερη περιοχή. Διαχρονικά οι ελληνικές αστικές κυβερνήσεις και το σύνολο των αστικών κομμάτων ακολουθούσαν τακτική εφησυχασμού απέναντι στις κλιμακούμενες τουρκικές διεκδικήσεις, εξωράιζαν το ρόλο λυκοσυμμαχιών όπως το ΝΑΤΟ και η ΕΕ, αθώωναν τις ευθύνες των ΗΠΑ, άλλων ιμπεριαλιστικών οργανισμών που υπέθαλπαν αυτές τις διεκδικήσεις στο πλαίσιο της «εθνικής στρατηγικής» και της συνακόλουθης εκχώρησης κυριαρχικών δικαιωμάτων μέσω της «συνεκμετάλλευσης» στο Αιγαίο και την ευρύτερη περιοχή. Αντίστοιχα, προχωρούσαν συστηματικά στην αναβάθμιση του ρόλου της αστικής τάξης της Ελλάδας ως «πυλώνα σταθερότητας» στην περιοχή, ως «κόμβου» για τη μεταφορά εμπορευμάτων και υπηρεσιών, για τη διέλευση αγωγών, ως «εύφορου εδάφους» για εξορύξεις, επενδύσεις κ.ο.κ., ως «πολύτιμου εταίρου» για τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς, με τις αμερικανοΝΑΤΟϊκές βάσεις να φυτρώνουν σαν τα μανιτάρια, ως «υπεύθυνης δύναμης», που θεωρεί την Τουρκία σύμμαχο – μέλος στο ΝΑΤΟ και συμφωνεί με την παραμονή της στο ευρωΝΑΤΟϊκό στρατόπεδο, αρθρώνοντας κατά καιρούς ορισμένες ενστάσεις.

Και γι’ αυτόν το σκοπό επιστρατεύονται πάσης φύσεως ακαδημαϊκοί, αναλυτές, δημοσιογράφοι, πανεπιστήμια και ινστιτούτα, με την επίκληση στο Διεθνές Δίκαιο να αξιοποιείται συστηματικά για την προβολή αστικών κρατών και ιμπεριαλιστικών οργανισμών ως «φιλειρηνικών», που δήθεν υπερασπίζονται το Διεθνές Δίκαιο και κινούνται στις κατευθύνσεις του. Συμβάλλει στην καλλιέργεια και άλλων ψεύτικων διαχωριστικών γραμμών, μεταξύ των «φιλειρηνικών», «δημοκρατικών» δυνάμεων, που σέβονται το Διεθνές Δίκαιο, και των «φιλοπόλεμων», «ολοκληρωτικών», που το παραβιάζουν.

Συνειδητά αποκρύπτεται ότι οι διακρατικές συμφωνίες μεταξύ των ιμπεριαλιστικών κρατών διατηρούνται ανάλογα με την εξέλιξη του συσχετισμού δύναμης στη βάση της ανισόμετρης ανάπτυξης και του ανελέητου ανταγωνισμού. Συνειδητά αποκρύπτεται ότι το Διεθνές Δίκαιο και τα δικαστήρια μπορούν να συμβάλλουν στην αθώωση των ιμπεριαλιστικών εγκλημάτων και στην ενίσχυση της ποινικοποίησης της κομμουνιστικής ιδεολογίας και δράσης, κάθε ριζοσπαστικής σκέψης και πάλης των λαών.

Το παρόν άρθρο στοχεύει, φωτίζοντας το νομικό πλαίσιο της διαπάλης, να συμβάλει στην καλύτερη παρακολούθηση και μελέτη των εξελίξεων και της τάσης τους, ώστε να κατανοούνται συγκεκριμένα οι επικίνδυνοι αστικοί σχεδιασμοί, να αναδεικνύονται οι κίνδυνοι που κυοφορούν για τους λαούς. Να φωτιστεί και από αυτήν την πλευρά ότι η ιμπεριαλιστική ειρήνη είναι η άλλη όψη του ιμπεριαλιστικού πολέμου, με την εργατική τάξη και το λαό να υπόκεινται σε όλο και μεγαλύτερες θυσίες και βάσανα. Ότι σε κάθε πατρίδα υπάρχουν δύο πατρίδες, από τη μια η πατρίδα της αστικής τάξης, και από την άλλη η πατρίδα της μεγάλης πλειοψηφίας, της εργατικής τάξης και των συμμάχων της. Και την εδαφική ακεραιότητα αυτής της πατρίδας θα υπερασπιστούν οι εργαζόμενοι και τα λαϊκά στρώματα, αν χρειαστεί, κόντρα στις αστικές τάξεις, τις ιμπεριαλιστικές ενώσεις και τους σχεδιασμούς τους. Γι’ αυτό και με το άρθρο επιδιώκεται:

– Να φωτιστούν βασικές έννοιες του Δικαίου της Θάλασσας (αιγιαλίτιδα ζώνη, ΑΟΖ, υφαλοκρηπίδα, ανοιχτή θάλασσα, στενά διεθνούς ναυσιπλοΐας) και της διαδικασίας οριοθέτησης (γραμμές βάσης, καθεστώς των νήσων κλπ.).

– Να αναδειχτεί η προσαρμογή των αποφάσεων των διεθνών δικαστηρίων για τις οριοθετήσεις των θαλάσσιων ζωνών στον κάθε φορά συσχετισμό δύναμης μεταξύ των αντιτιθέμενων ιμπεριαλιστικών συμφερόντων.

– Να δοθούν κωδικοποιημένα οι διεκδικήσεις της τουρκικής αστικής τάξης με τα βασικά αντεπιχειρήματα από πλευράς της ελληνικής αστικής τάξης.

– Να επισημανθούν τα βασικά σημεία σχετικά με τις εξελίξεις για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών στην Ανατολική Μεσόγειο και τους κινδύνους που αυτές συνεπάγονται για τους λαούς της περιοχής (Τουρκο – Λιβυκό Σύμφωνο, Συμφωνία Ελλάδας-Ιταλίας για ΑΟΖ/υφαλοκρηπίδα, Συμφωνία Ελλάδας-Αιγύπτου για ΑΟΖ, εξελίξεις με Κυπριακή ΑΟΖ κ.ο.κ.).

Α. Βασικές έννοιες του Δίκαιου της Θάλασσας και η περίπτωση της Ελλάδας

Το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας αποτελεί το σύνολο των αρχών, των συμβατικών και των εθιμικών κανόνων που διέπουν τις σχέσεις των κρατών σχετικά με τις χρήσεις της θάλασσας, συμπεριλαμβανομένου του θαλάσσιου υπεδάφους, καθώς και την εκμετάλλευση των θαλάσσιων πόρων. Αναπτύσσεται στη βάση των γενικών αρχών του Διεθνούς Δικαίου, συγκεκριμένων συνθηκών (Σύμβαση της Γενεύης για την υφαλοκρηπίδα του 1958, Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982 κλπ.), αλλά και της σχετικής νομολογίας (των αποφάσεων ή γνωμοδοτήσεων διεθνών δικαστηρίων και διαιτητικών οργάνων).

Η κωδικοποίηση του Δικαίου της Θάλασσας μέσω της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας, που υπογράφηκε το 1982, αποτελεί το πιο μακροσκελές κείμενο στην ιστορία των κωδικοποιητικών διεθνών συνθηκών. Αποτυπώνει δε χαρακτηριστικά τη συνθετότητα των ανταγωνισμών των αστικών κρατών γύρω από τα ζητήματα της εκμετάλλευσης των θαλασσών, αφού, ενώ η 1η Συνδιάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας συνήλθε το 1958, η 3η Συνδιάσκεψη ήταν τελικά εκείνη που κατέληξε σε κοινή απόφαση και διήρκεσε από το Δεκέμβρη του 1973 έως τον Απρίλη του 1982. Όμως, άφησε ανοιχτό το Μέρος XI της Σύμβασης που περιέχει τις ρυθμίσεις για την εκμετάλλευση του βυθού των θαλασσών πέρα από τα όρια της εθνικής κυριαρχίας, γιατί οι ρυθμίσεις, όπως προβλέπονταν αρχικά στη Σύμβαση, συναντούσαν την αντίδραση των ισχυρών καπιταλιστικών κρατών. Έτσι, μόλις το 1994 η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (στο εξής: Σύμβαση ΔΘ) τέθηκε σε ισχύ, αφού προέβλεπε ότι, για να τεθεί σε ισχύ, έπρεπε να επικυρωθεί από 60 κράτη τουλάχιστον και αφού υιοθετήθηκε «η Συμφωνία της Νέας Υόρκης» ειδικά για το Μέρος XI, που προσαρτήθηκε στη Σύμβαση ΔΘ.

Σημειώνουμε ότι οι ΗΠΑ, ενώ υπέγραψαν τη Σύμβαση ΔΘ, δεν την έχουν επικυρώσει ακόμα και άρα δε θεωρούνται συμβαλλόμενο κράτος-μέλος. [2] Επίσης η Τουρκία είναι από τα λίγα πλέον κράτη που δε συμμετέχουν στη Σύμβαση (167 κράτη και η ΕΕ μέχρι στιγμής την έχουν υπογράψει). Γι’ αυτό και οι σχέσεις μεταξύ ενός κράτους συμβαλλόμενου στη Σύμβαση ΔΘ και ενός κράτους μη συμβαλλόμενου (Τουρκία) τυπικά διέπονται από τους γενικούς κανόνες του Δικαίου της Θάλασσας, από τυχόν πολυμερείς συμβάσεις που τα δεσμεύουν, καθώς και από τις μεταξύ τους διεθνείς πράξεις.

Σύμφωνα με τη Σύμβαση ΔΘ και με το Διεθνές Δίκαιο γενικά, οι θαλάσσιες και υποθαλάσσιες ζώνες διακρίνονται με βάση ένα «πραγματικό» (γεωγραφικό) και ένα νομικό κριτήριο. Το «πραγματικό» κριτήριο αφορά την απόσταση μιας θαλάσσιας περιοχής από την ακτή και το νομικό είναι η αρμοδιότητα που απονέμει το Διεθνές Δίκαιο στα κράτη για τη δεδομένη περιοχή. Αντίστοιχα, απαραίτητο στοιχείο για τον προσδιορισμό του εύρους των θαλάσσιων ζωνών είναι η οριοθέτηση της εσωτερικής γραμμής βάσης.

Εσωτερική γραμμή βάσης είναι η νοητή ή φυσική γραμμή που αποτελεί το σύνολο των σημείων κατά μήκος της ακτογραμμής από τα οποία θα μετρηθούν τα εξωτερικά όρια της αιγιαλίτιδας ζώνης, τα όρια της εξωτερικής γραμμής βάσης. Υπάρχουν τρεις μέθοδοι προσδιορισμού των γραμμών βάσης, που στηρίζονται στη μορφολογία των ακτών και ορίζονται ως κανονικές γραμμές βάσης. [3]

Επιπλέον, προβλέπεται και η περίπτωση χάραξης ευθείας γραμμής βάσης, σύμφωνα με ορισμένους κανόνες. Χαράσσεται δηλαδή μια νοητή γραμμή η οποία ενώνει διάφορα σημεία της φυσικής ακτογραμμής. Ως ευθεία γραμμή νοείται η γραμμή της συντομότερης απόστασης μεταξύ των δύο σημείων.

Ανάμεσα στα κράτη που έχουν υιοθετήσει ευθείες γραμμές χάραξης είναι η Τουρκία, η Ιταλία και η Λιβύη. Στην πράξη, τα κράτη που έχουν εφαρμόσει το σύστημα αυτό έχουν προχωρήσει σε μια ιδιαίτερα ελαστική εφαρμογή των κανόνων χάραξης, που στηρίζεται και στις ιδιαίτερα γενικές και ασαφείς διατυπώσεις του Δικαίου της Θάλασσας (π.χ. δεν προβλέπεται ανώτατο όριο μήκους των ευθειών γραμμών βάσης, ούτε προσδιορίζεται η μέγιστη επιτρεπτή απόσταση των νησιών που αποτελούν «συστάδα νήσων», τόσο από την ακτή όσο και μεταξύ τους). [4]

Η Ελλάδα δεν έχει υιοθετήσει ευθείες γραμμές βάσης, αλλά με βάση τον ΑΝ 230/1936 για τη μέτρηση του εύρους της αιγιαλίτιδας ζώνης χρησιμοποιείται η κανονική γραμμή βάσης. Εκτιμάται ότι μια τυπική εφαρμογή του συστήματος των ευθειών γραμμών στην Ελλάδα επαυξάνει την ελληνική αιγιαλίτιδα ζώνη κατά 5% (με ορισμένους μελετητές να ανεβάζουν την αύξηση αυτή ακόμα και στο 25%).

Στο Χάρτη 1 που ακολουθεί δίνονται με γραφική αναπαράσταση οι θαλάσσιες και υποθαλάσσιες ζώνες, ενώ, στη συνέχεια, στον πίνακα δίνονται κωδικοποιημένα τα βασικά τους χαρακτηριστικά.

Επισημαίνουμε εξαρχής ότι υπάρχει νομική διαφορά στους όρους κυριαρχία και κυριαρχικό δικαίωμα στο Διεθνές Δίκαιο. Με τον όρο κυριαρχία αποτυπώνεται η «αποκλειστική δικαιοδοσία», που στο Διεθνές Δίκαιο σημαίνει ότι το κράτος έχει τον πλήρη έλεγχο των υποθέσεών του εντός των ορίων του δίχως να λογοδοτεί για τον τρόπο που ασκεί τον έλεγχο αυτό. Ο όρος κυριαρχικό δικαίωμα δημιουργείται ως έννοια το 1953 από την Επιτροπή Διεθνούς Δικαίου για να γεφυρώσει τη βρετανική άποψη περί «κυριαρχίας» και την αμερικανική περί «δικαιοδοσίας και ελέγχου». Τα κυριαρχικά δικαιώματα έχουν τα εξής χαρακτηριστικά: α) Είναι αποκλειστικά και, ακόμη και αν δεν ασκηθούν από το παράκτιο κράτος, δεν μπορούν να ασκηθούν από τρίτο χωρίς τη συναίνεσή του. β) Υπάρχουν από τότε που υφίσταται η κυριαρχία στο παράκτιο έδαφος (άρα είναι παράγωγα της κυριαρχίας), γ) Αφορούν την εξερεύνηση και εκμετάλλευση των φυσικών πόρων, καθώς και μια σειρά συναφή δικαιώματα του παράκτιου κράτους, όπως το δικαίωμα των γεωτρήσεων και της τοποθέτησης τεχνητών νήσων, εγκαταστάσεων και άλλων κατασκευών στην υφαλοκρηπίδα.

Επομένως, σε ό,τι αφορά τις θαλάσσιες ζώνες, κυριαρχία του παράκτιου κράτους αναγνωρίζεται εντός των ορίων της αιγιαλίτιδας ζώνης του (εξ ου και ο όρος χωρικά ύδατα, όπως αλλιώς ονομάζονται). Κυριαρχικά δικαιώματα του παράκτιου κράτους αναγνωρίζονται εντός της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας του. Τα κυριαρχικά δικαιώματα επί της υφαλοκρηπίδας υπάρχουν άσχετα από το αν το κράτος τα ασκεί ή όχι, και δε χρειάζονται ανακήρυξη. Αντίθετα, τα κυριαρχικά δικαιώματα επί της ΑΟΖ αρχίζουν να υφίστανται από τη στιγμή που αυτή θα κηρυχτεί.

Ο νομικός διαχωρισμός μεταξύ των εννοιών κυριαρχία και κυριαρχικά δικαιώματα συνεπάγεται ότι τα κυριαρχικά δικαιώματα που αναγνωρίζονται αποκλειστικά στο παράκτιο κράτος είναι για συγκεκριμένα ζητήματα και όχι για κάθε ζήτημα, όπως στο πλαίσιο της άσκησης της κυριαρχίας. Σε κάθε περίπτωση επισημαίνουμε, ειδικά για τα κυριαρχικά δικαιώματα επί της υφαλοκρηπίδας (αλλά και επί της ΑΟΖ από τη στιγμή που αυτή θα κηρυχτεί), ότι πρόκειται για δικαιώματα που αναγνωρίζονται σε κάθε παράκτιο κράτος και σχετίζονται άρρηκτα με τα δεδομένα σύνορά του. Επομένως, ο συγκριμένος νομικός διαχωρισμός δεν επιτρέπει καμία υποβάθμιση της σημασίας των κυριαρχικών δικαιωμάτων κάθε κράτους.

Αιγιαλίτιδα Ζώνη

Αιγιαλίτιδα Ζώνη (ή χωρική θάλασσα ή χωρικά ύδατα) είναι η θαλάσσια ζώνη η οποία εκτείνεται πέρα από την ξηρά και από τα εσωτερικά ύδατα, επί της οποίας το παράκτιο κράτος έχει πλήρη κυριαρχία, όπως ακριβώς στο χερσαίο έδαφος. Η αιγιαλίτιδα ζώνη περιλαμβάνει το βυθό, το υπέδαφος, καθώς και τον υπερκείμενο εναέριο χώρο. Το Διεθνές Δίκαιο καθορίζει ανώτατο όριο εύρους της στα 12 ν.μ. Στη Μεσόγειο τα περισσότερα κράτη έχουν υιοθετήσει αιγιαλίτιδα ζώνη 12 ν.μ. με εξαίρεση τη Συρία (που έχει θεσπίσει ζώνη 35 ν.μ.), την Ελλάδα (με αιγιαλίτιδα ζώνη 6 ν.μ. με βάση τον ΑΝ του 1936) και την Τουρκία (με 6 ν.μ. στο Αιγαίο και με 12 ν.μ. στη Μαύρη Θάλασσα, ήδη από το 1964).

Η κυριαρχία του παράκτιου κράτους στην αιγιαλίτιδα ζώνη του είναι πλήρης, με την έννοια ότι δεν περιορίζεται σε ορισμένα μόνο δικαιώματα, αλλά περιλαμβάνει το σύνολο των αρμοδιοτήτων (νομοθετική, δικαιοδοτική, εκτελεστική) για το σύνολο των δυνατών δράσεων. Ωστόσο το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας περιορίζει την πλήρη αυτή κυριαρχία με το θεσμό της αβλαβούς διέλευσης των αλλοδαπών πλοίων.

Το δικαίωμα της αβλαβούς διέλευσης συνίσταται στη διέλευση πλοίων τρίτων κρατών μέσα από τα χωρικά ύδατα παράκτιου κράτους χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεσή του, προβλέποντας ορισμένη νομοθετική αρμοδιότητα του παράκτιου κράτους (όπως, π.χ., η χάραξη θαλάσσιων διαδρόμων). «Διέλευση» σημαίνει συνεχής και ταχεία ναυσιπλοΐα μέσα από την αιγιαλίτιδα ζώνη με σκοπό το διάπλου αυτής χωρίς είσοδο στα εσωτερικά ύδατα ή προσορμισμό σε αγκυροβόλιο ή σε λιμενικές εγκαταστάσεις. Ενώ «αβλαβής» ορίζεται όταν το αλλοδαπό πλοίο δεν επιχειρεί ενέργειες οι οποίες στρέφονται κατά της ειρήνης, της ασφάλειας και της δημόσιας τάξης του παράκτιου κράτους. Στο παράκτιο κράτος αναγνωρίζεται ποινική και αστική δικαιοδοσία έναντι του πλοίου τρίτου κράτους που παραβιάζει το καθεστώς της αβλαβούς διέλευσης.

Στο άρθρο 19 της Σύμβασης ΔΘ απαριθμούνται οι δραστηριότητες εντός της αιγιαλίτιδας ζώνης που συνιστούν παραβίαση της «αβλαβούς» διέλευσης κι επιτρέπουν στο παράκτιο κράτος να λάβει μέτρα και να εκδιώξει το αλλοδαπό πλοίο από τα χωρικά του ύδατα. [5] Αναστολή του δικαιώματος της αβλαβούς διέλευσης επιτρέπεται εφόσον είναι προσωρινή, εφαρμόζεται σε καθορισμένες περιοχές της αιγιαλίτιδας ζώνης, είναι απαραίτητη για την ασφάλεια του παράκτιου κράτους, αφορά όλα τα αλλοδαπά πλοία.

Η περίπτωση της Ελλάδας

Η Ελλάδα αποτελεί μοναδική περίπτωση στο Διεθνές Δίκαιο, με την εξής έννοια: Έχει δικαίωμα να επεκτείνει την αιγιαλίτιδα ζώνη στα 12 ν.μ., την έχει οριοθετήσει, μέχρι στιγμής, στα 6 ν.μ., και ταυτόχρονα έχει οριοθετήσει εναέριο χώρο στα 10 ν.μ. (ΠΔ6ης/18ης Σεπτέμβρη 1931, ΦΕΚ Α’ 325), με την αιτιολογία της δυνατότητας επέκτασης της αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12 ν.μ., παρόλο που κατά κανόνα δε νοείται κυριαρχία επί του αέρος χωρίς αντίστοιχη κυριαρχία επί του εδάφους ή επί της θάλασσας.

Ορισμένα σημεία της ελληνικής επικράτειας απέχουν από αλλοδαπές ακτές απόσταση μικρότερη από 24 ναυτικά μίλια, και άρα δεν μπορούν να οριοθετηθούν οι αιγιαλίτιδες ζώνες των απέναντι ακτών στα 12 ναυτικά μίλια η καθεμία. Τα σημεία αυτά είναι από τη μια μεριά το βορειοανατολικό στενό της Κέρκυρας σε σχέση με την Αλβανία και από την άλλη οι ανατολικές ακτές των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου σε σχέση με την Τουρκία. Μέχρι στιγμής συμφωνία οριοθέτησης δεν υπάρχει ούτε με την Αλβανία, ούτε με την Τουρκία. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις, προκειμένου να οριοθετηθούν τα θαλάσσια σύνορα, εφαρμόζεται ο κανόνας της μέσης γραμμής, κάθε σημείο της οποίας βρίσκεται σε ίση απόσταση από τα εγγύτερα σημεία των γραμμών βάσης από τα οποία μετράται το εύρος της αιγιαλίτιδας ζώνης των αντίστοιχων κρατών.

Ειδική ρύθμιση ισχύει για την αιγιαλίτιδα ζώνη ορισμένων από τις νήσους της Δωδεκανήσου, που η ακτή τους απέχει ελάχιστα από τις τουρκικές ακτές, και το εύρος της αιγιαλίτιδας ζώνης μπορεί να είναι μικρότερο και από 6 ναυτικά μίλια. Οι ρυθμίσεις αυτές είναι αποτέλεσμα διμερών και διεθνών συνθηκών που υπογράφηκαν πριν και μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (Συμφωνία 4ης Γενάρη 1932 μεταξύ Ιταλίας και Τουρκίας, Πρακτικό της 28ης Δεκέμβρη 1932 μεταξύ Ιταλίας και Τουρκίας, Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων του 1947).

Το ζήτημα της επέκτασης των ορίων της αιγιαλίτιδας ζώνης

Με δεδομένο ότι το ανώτατο επιτρεπτό εύρος της αιγιαλίτιδας ζώνης καθορίζεται από το άρθρο 3 της Σύμβασης ΔΘ στα 12 ναυτικά μίλια, η Ελλάδα δικαιούται να επεκτείνει την αιγιαλίτιδα ζώνη της μέχρι το ανώτατο αυτό επιτρεπτό όριο. Με το Νόμο 2321/1995 η Ελλάδα επικύρωσε τη Σύμβαση ΔΘ και στο άρθρο 2 διατύπωνε ρητά το δικαίωμα επέκτασης στα 12 ν.μ. και παρείχε την εξουσιοδότηση για την έκδοση των σχετικών προεδρικών διαταγμάτων.

Η δυνατότητα αυτή καθορίζεται επίσης από το εθιμικό Δίκαιο και, μάλιστα, το γεγονός ότι το όριο των 12 ν.μ. αποτελεί κανόνα του εθιμικού δικαίου, το έχει αναγνωρίσει και η Τουρκία ήδη από το 1956 με ρηματική διακοίνωση στον ΟΗΕ, και το εφάρμοσε με την επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης της στα 12 ν.μ. στη Μαύρη Θάλασσα.

Η επέκταση, σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο, μπορεί να γίνει με μονομερή γνωστοποιητέα εσωτερική πράξη και να καλύπτει όλες τις θαλάσσιες περιοχές της Ελλάδας, δηλαδή, δε χρειάζεται προηγούμενη συμφωνία με τα παράκτια κράτη της περιοχής για την επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης της Ελλάδας. Βέβαια, ειδικά για τις περιοχές όπου η απόσταση με τις αντικείμενες ακτές είναι μικρότερη των 24 ν.μ. απαιτείται προηγούμενη συμφωνία για την οριοθέτηση της αιγιαλίτιδας ζώνης, αλλά, όταν αυτή δεν υπάρχει, επιτρέπεται μονομερώς η επέκταση μέχρι τη μέση γραμμή. Ο Ν. Κοτζιάς κατά την αποχώρησή του από το υπουργείο Εξωτερικών, τον Οκτώβρη του 2018, δήλωνε ότι είναι έτοιμα προς υπογραφή τα σχετικά διατάγματα, ενώ ο Κ. Μητσοτάκης, κατά τη συζήτηση στη Βουλή για τις Συμφωνίες Ελλάδας – Ιταλίας και Ελλάδας – Αιγύπτου, εξήγγειλε την επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12ν.μ. στην περιοχή του Ιονίου.

Με απόφαση της τουρκικής Βουλής από το 1995, η επέκταση της ελληνικής αιγιαλίτιδας ζώνης θεωρείται «αιτία πολέμου». Από την άλλη, επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης μόνο σε ένα τμήμα της επικράτειας και όχι στο σύνολό της μπορεί να ερμηνευτεί, κυρίως από την πλευρό της Τουρκίας, ως αποδοχή από την ελληνική πλευρό της ύπαρξης «γκρίζων ζωνών» στο Αιγαίο. Πρέπει να συνυπολογίσουμε επίσης ότι η Συμφωνία Ελλάδας – Ιταλίας, μεταξύ άλλων, έχει δημιουργήσει το εξής «προηγούμενο»: Η ελληνική πλευρά έχει συμφωνήσει στη διατήρηση των δικαιωμάτων του ιταλικού αλιευτικού στόλου στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ των 6 και των 12 ν.μ., όπως αυτό ίσχυαν όταν η συγκεκριμένη περιοχή τελούσε υπό το καθεστώς της ανοιχτής θάλασσας, πριν τη Συμφωνία. Αυτό σημαίνει ότι η ελληνική πλευρό έχει αποδεχτεί την εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων -σίγουρα ως προς τα δικαιώματα στην αλιεία- για το τμήμα που θα προστεθεί στην ελληνική αιγιαλίτιδα ζώνη.

Γίνεται φανερό λοιπόν ότι η επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης από μόνη της δεν μπορεί να λειτουργήσει υπέρ των λαϊκών συμφερόντων, ούτε φυσικά συνιστούν «πατριωτικό καθήκον» κι «επιθετική διπλωματία» προς όφελος του λαού οι σχετικές εξαγγελίες. Ενδεχομένως μπορεί να αποτελέσει λόγο όξυνσης των ανταγωνισμών και των αντιθέσεων, να πυροδοτήσει νέες εντάσεις και απειλές ιμπεριαλιστικού πολέμου, καθώς μπλέκεται στο κουβάρι των αντιθέσεων και των ανταγωνισμών των αστικών τάξεων, κρατών και κυβερνήσεων και είναι μέρος των ενδιαφερόντων και σχεδιασμών των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, γενικότερα των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών.

Στενά Διεθνούς Ναυσιπλοΐας

Η επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12 ν.μ. θα επιδράσει και στα «διεθνή στενά», όπως λέγονται τα θαλάσσια περάσματα στα οποία ισχύει το καθεστώς του «πλου διέλευσης». Η σημερινή διαμόρφωση του ελληνικού θαλάσσιου χώρου, με βάση αιγιαλίτιδα ζώνη των 6 μιλιών, επιτρέπει την ύπαρξη μεγάλου αριθμού στενών. [6]

Ένα θαλάσσιο στενό, προκειμένου να υπαχθεί στο συγκεκριμένο ειδικό νομικό καθεστώς, θα πρέπει να ανήκει στην αιγιαλίτιδα ζώνη παράκτιου κράτους, να συνδέει ορισμένες θαλάσσιες ζώνες, όπως ανοιχτή θάλασσα ή ΑΟΖ με ανοιχτή θάλασσα ή ΑΟΖ, ανοιχτή θάλασσα με αιγιαλίτιδα ζώνη τρίτου κράτους, να είναι χρήσιμο στη διεθνή ναυσιπλοΐα. Οι οριστικές ρυθμίσεις για το καθεστώς στα στενά αποτελούν προϊόν συμβιβασμού μεταξύ των κρατών που υποστήριζαν ότι στα διεθνή στενά πρέπει να ισχύει το καθεστώς της αβλαβούς διέλευσης, και εκείνων που υποστήριζαν ότι από τα διεθνή στενά η διέλευση θα πρέπει να είναι παντελώς ελεύθερη, χωρίς περιορισμούς. Έτσι, καθιερώθηκε ένας νέος θεσμός, ο «πλους διέλευσης», που αποσυνδέει το καθεστώς και τις ρυθμίσεις διέλευσης στα στενά από το θεσμό της αβλαβούς διέλευσης που ισχύει στην αιγιαλίτιδα ζώνη.

Ως «πλους διέλευσης» νοείται η άσκηση της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας και της υπερπτήσης με σκοπό το συνεχή και ταχύ διάπλου των διεθνών στενών. Ο διάπλους αυτός πρέπει να είναι απρόσκοπτος, να μην παρεμποδίζεται δηλαδή ή να διακόπτεται από το παράκτιο κράτος, ούτε για λόγους ασφαλείας. Η Σύμβαση ΔΘ προβλέπει ότι όλα τα πλοία, τόσο τα εμπορικά όσο και τα κρατικά/πολεμικά, απολαμβάνουν το δικαίωμα του πλου διέλευσης. Τα υποβρύχια μπορούν να διέλθουν μόνο εν καταδύσει, ενώ στα πολεμικά πλοία επιτρέπεται η είσοδος στα διεθνή στενά χωρίς υποχρέωση προηγούμενης ειδοποίησης και τους δίνεται η δυνατότητα να διαπλέουν χωρίς να υπόκεινται στο ενδεχόμενο διακοπής της πορείας τους από την παρέμβαση του παράκτιου κράτους.

Αναγνωρίζονται ορισμένα δικαιώματα στα παράκτια κράτη σε σχέση με τα πλοία και αεροσκάφη που ασκούν το δικαίωμα του πλου διέλευσης. Μπορούν να νομοθετούν αρχικά: α) Για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας και τη ρύθμιση της θαλάσσιας κυκλοφορίας, β) για την αποφυγή, μείωση, και έλεγχο της ρύπανσης, γ) για την παρεμπόδιση της αλιείας, συμπεριλαμβανομένης της στοίβασης αλιευτικού εξοπλισμού επί αλιευτικών σκαφών και δ) τη φόρτωση ή εκφόρτωση οποιοσδήποτε εμπορεύματος, χρημάτων ή προσώπων, κατά παράβαση της παράκτιας τελωνειακής, δημοσιονομικής, μεταναστευτικής ή υγειονομικής νομοθεσίας. Σε σχέση με την άσκηση αστικής ή ποινικής δικαιοδοσίας η Σύμβαση δεν αναφέρεται ρητά, οπότε γίνεται δεκτό ότι ισχύουν αναλογικά οι σχετικές διατάξεις περί αβλαβούς διέλευσης στην αιγιαλίτιδα ζώνη. Επίσης τα παράκτια κράτη έχουν το δικαίωμα να προσδιορίζουν θαλάσσιους διαδρόμους και να καθορίζουν σχέδια διαχωρισμού κυκλοφορίας για τη ναυσιπλοΐα σε στενά, όπου αυτό είναι αναγκαίο για την ασφαλή διέλευση των πλοίων.

Αντίστοιχα, τόσο τα παράκτια κράτη όσο και τα πλοία και τα αεροσκάφη κατά την άσκηση του δικαιώματος πλου διέλευσης υπόκεινται σε συγκεκριμένες υποχρεώσεις. Τα παράκτια κράτη οφείλουν να εξασφαλίζουν τον απρόσκοπτο πλου διέλευσης, να δίνουν τη δέουσα δημοσιότητα για οποιονδήποτε κίνδυνο για τη ναυσιπλοΐα ή την υπερπτήση στο στενό, καθώς και να συνεργάζονται με τα κράτη που χρησιμοποιούν το στενό για ζητήματα ασφάλειας ή/και αποτροπής της ρύπανσης. Τα πλοία και τα αεροσκάφη οφείλουν να διέρχονται ή να υπερίπτανται των στενών χωρίς καθυστέρηση, να απέχουν από την απειλή ή χρήση βίας εναντίον της κυριαρχίας, της εδαφικής ακεραιότητας ή της πολιτικής ανεξαρτησίας των παράκτιων στα στενά κρατών κ.ο.κ., καθώς και να συμμορφώνονται με τους γενικώς αποδεκτούς κανονισμούς σχετικά με την ασφάλεια στη θάλασσα, όπως και τους κανόνες εναέριας κυκλοφορίας. Σε περίπτωση που παραβιαστούν τα παραπάνω, τότε το κράτος της σημαίας του πλοίου θα φέρει διεθνώς ευθύνη για οποιοδήποτε απώλεια ή βλάβη που μπορεί να έχει προκληθεί στα παράκτια κράτη. Τέλος, για τη διενέργεια θαλάσσιας επιστημονικής έρευνας και υδρογραφικών εργασιών κατά τη διάρκεια του πλου διέλευσης απαιτείται η προηγούμενη άδεια του παράκτιου κράτους.

Στο καθεστώς των Στενών Διεθνούς Ναυσιπλοΐας δεν περιλαμβάνονται: α) Τα στενά που διέπονται από το καθεστώς της αβλαβούς διέλευσης, είτε όταν πρόκειται για στενά που ενώνουν την αιγιαλίτιδα ζώνη ενός κράτους με τμήμα της ανοιχτής θάλασσας ή με την ΑΟΖ άλλου κράτους, είτε όταν πρόκειται για στενά που σχηματίζονται από το ηπειρωτικό έδαφος ενός κράτους και ενός νησιού που του ανήκει, εφόσον υπάρχει ανοιχτά του νησιού δυνατότητα πλου μέσα από την ανοιχτή θάλασσα ή από ΑΟΖ, παρόμοιας καταλληλότητας. Το δικαίωμα αβλαβούς διέλευσης μέσα από τις παραπάνω κατηγορίες στενών δεν επιτρέπεται να ανασταλεί ούτε για λόγους ασφαλείας, β) Στενά που διέπονται από ειδικό καθεστώς (π.χ. τα Στενά των Δαρδανελίων, [7] το Στενό του Γιβραλτάρ, τα Στενά του Μαγγελάνου, στη Νότια Αμερική που ενώνουν τον Ατλαντικό με τον Ειρηνικό Ωκεανό, τα Στενά της Δανίας που συνδέουν τη Βαλτική με τη Βόρεια Θάλασσα, τα Στενά της Μάλαγα στη Μαλαισία), γ) Ορισμένες διώρυγες που εξυπηρετούν τη διεθνή ναυσιπλοΐα, οι οποίες υπάγονται σε ειδικό διεθνές καθεστώς σχετικά με την ακώλυτη ναυτιλιακή χρήση τους (όπως η Διώρυγα του Σουέζ, η Διώρυγα του Παναμά και η Διώρυγα του Κιέλου).

Ανοιχτή Θάλασσα

Στο καθεστώς της ανοιχτής θάλασσας (ή αλλιώς «διεθνή ύδατα») υπάγονται τα ύδατα και ο αντίστοιχος εναέριος χώρος των θαλάσσιων περιοχών που βρίσκονται πέρα από το εξωτερικό όριο της αιγιαλίτιδας ζώνης ή, στην περίπτωση που το παράκτιο κράτος έχει υιοθετήσει ΑΟΖ, πέρα από το εξωτερικό όριο της ΑΟΖ. Όσον αφορά το έδαφος και το υπέδαφος της ανοιχτής θάλασσας, υπάγονται είτε στην υφαλοκρηπίδα του δεδομένου παράκτιου κράτους είτε στην Περιοχή (δηλαδή στο διεθνή βυθό).

Τα διεθνή ύδατα διέπονται από την αρχή της ελευθερίας των θαλασσών, που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων:

α) Την ελευθερία της ναυσιπλοΐας, δηλαδή την ελεύθερη κυκλοφορία πλοίων που φέρουν τη σημαία δεδομένου κράτους, το οποίο ασκεί αποκλειστική αρμοδιότητα, δηλαδή έχει συγκεκριμένες υποχρεώσεις και δικαιώματα ως «κράτος σημαίας». Η απονομή της εθνικότητας στο πλοίο επιφέρει τις εξής έννομες συνέπειες: i) Το πλοίο υπόκειται στην ανοιχτή θάλασσα στην αποκλειστική αρμοδιότητα του κράτους σημαίας, ii) δεν μπορεί να αλλάξει σημαία κατά τη διάρκεια του πλου ή κατά την προσέγγιση σε λιμάνι, εκτός από την περίπτωση της πραγματικής μεταβίβασης της ιδιοκτησίας ή αλλαγής νηολογίου, ίίί) το κράτος σημαίας είναι το μόνο που νομιμοποιείται να ασκήσει διπλωματική προστασία υπέρ του πλοίου, ίν) για το κράτος σημαίας δημιουργούνται μια σειρά διοικητικές υποχρεώσεις.

β) Την ελευθερία της αλιείας, όπου τίθενται δύο βασικοί περιορισμοί στην κατεύθυνση της διατήρησης των ζώντων πόρων της ανοιχτής θάλασσας, καθορισμού επιτρεπτού όγκου αλιεύματος και άλλων μέτρων προστασίας, διατήρησης και αποκατάστασης των αποθεμάτων των αλιευόμενων ειδών, προστασίας των θαλάσσιων θηλαστικών, αλλά και ρύθμισης για τα «αλληλοεπικαλυπτόμενα» αποθέματα.

γ) Δικαίωμα σε όλα τα αεροσκάφη, στρατιωτικά και πολιτικά, υπερπτήσης στην ανοιχτή θάλασσα. Γι’ αυτό, στο πλαίσιο της Σύμβασης του Σικάγου το 1944 για τη Διεθνή Πολιτική Αεροπορία αναγνωρίζονται ορισμένες αρμοδιότητες ελέγχου σε επίγεια κέντρα και ως προς την πτήση πάνω από την ανοιχτή θάλασσα. Η Ελλάδα με το κέντρο των Αθηνών ελέγχει και συντονίζει τις πτήσεις που διέρχονται σε μια περιοχή, η οποία περιλαμβάνει συνοπτικά την αιγιαλίτιδα ζώνη της Ελλάδας, καθώς και τα διεθνή ύδατα του Αιγαίου, του Λιβυκού Πελάγους, τμήματος της Ανατολικής Μεσογείου και του Ιονίου Πελάγους.

δ) Την τοποθέτηση υποβρύχιων καλωδίων και αγωγών, με την επι-φύλαξη των διατάξεων που αφορούν την υφαλοκρηπίδα (βλ. παρακάτω), ενώ η Σύμβαση ΔΘ προβλέπει και συγκεκριμένες υποχρεώσεις για τα κράτη που τα τοποθετούν.

ε) Την τοποθέτηση τεχνητών νήσων και άλλων εγκαταστάσεων, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων για την υφαλοκρηπίδα (βλ. παρακάτω).

στ) Την επιστημονική έρευνα. Όλα τα κράτη και οι διεθνείς οργανισμοί έχουν το δικαίωμα να διεξάγουν θαλάσσια επιστημονική έρευνα πέρα από το εξωτερικό όριο της ΑΟΖ, δηλαδή σε περιοχές της ανοιχτής θάλασσας. Δεν περιλαμβάνεται η αρχαιολογική έρευνα ή η μελέτη της εκμετάλλευσης των ζώντων πόρων, αλλά η φυσική ωκεανογραφία, η θαλάσσια βιολογία και η θαλάσσια γεωφυσική και γεωλογία.

Προβλέπονται βέβαια και περιορισμοί στην άσκηση των παραπάνω ελευθεριών, όπως η υποχρεωτική συνεκτίμηση των συμφερόντων των άλλων κρατών και η χρήση αποκλειστικά για ειρηνικούς σκοπούς, ενώ απαγορεύεται τυπικά η απειλή και χρήση βίας «κατά της εδαφικής ακεραιότητας και της πολιτικής ανεξαρτησίας οποιοσδήποτε κράτους». Βέβαια, τα ναυτικά στρατιωτικά γυμνάσια δεν απαγορεύονται από τη Σύμβαση ΔΘ, με την αιτιολογία ότι αποτελούν μία από τις παραδοσιακές χρήσεις της ανοιχτής θάλασσας, με δεδομένους ορισμένους περιορισμούς όπως η γενική υποχρέωση για αποχή από την απειλή ή χρήση βίας κατά της εδαφικής ακεραιότητας οποιουδήποτε κράτους.

Εκτός του γενικού κανόνα της αποκλειστικής αρμοδιότητας του κράτους σημαίας υπάρχει η εξαίρεση της οικουμενικής δικαιοδοσίας στην ανοιχτή θάλασσα. Αυτή συνεπάγεται αρμοδιότητα όλων των κρατών, χωρίς να εξετάζεται κατά πόσον ή όχι υπάρχει σύνδεσμος αρμοδιότητας προς ορισμένο κράτος, ειδικά για περιπτώσεις διάπραξης ορισμένων εγκλημάτων τα οποία αποκαλούνται «διεθνή», όπως η πειρατεία, η γενοκτονία, το δουλεμπόριο, καθώς και ορισμένα εγκλήματα πολέμου. Φυσικά, στο όνομα της καταπολέμησης των «διεθνών» εγκλημάτων παίρνονται και μέτρα περαιτέρω καταστολής, που μπορούν να στραφούν κατά του εργατικού-λαϊκού κινήματος. Όπως, για παράδειγμα, η Σύμβαση της Ρώμης της 10ης Μάρτη 1988 για την Καταστολή Παράνομων Πράξεων Κατά της Ασφάλειας της Θαλάσσιας Ναυσιπλοΐας, με την οποία συμπεριλαμβάνονται στις κολαστέες πράξεις και οι οριζόμενες ως «τρομοκρατικές» (με το δεδομένο εύρος που έχει ως ορισμός).

Τέλος, στη Σύμβαση ΔΘ προβλέπεται και έκτακτη δικαιοδοσία ορισμένων κρατών σε ζητήματα όπως το δικαίωμα νηοψίας και το δικαίωμα συνεχούς καταδίωξης. Ιδιαίτερη σημασία έχει το δικαίωμα νηοψίας, το οποίο δίνει τη δυνατότητα σε πολεμικό πλοίο να παρέμβει στην ελεύθερη ναυσιπλοΐα αλλοδαπών πλοίων, για λόγους νόμιμης άμυνας. Αντίστοιχα, συνεχής καταδίωξη στο Δίκαιο της Θάλασσας είναι η νόμιμη καταδίωξη ενός αλλοδαπού πλοίου στην ανοιχτή θάλασσα, λόγω παραβίασης των νόμων του παράκτιου κράτους που διαπράχτηκε μέσα σε θαλάσσιες ζώνες της δικαιοδοσίας του. Συνεχής καταδίωξη μπορεί να υπάρχει στο χερσαίο έδαφος, στη θάλασσα και στον αέρα.

Παρά τις διακηρύξεις του Διεθνούς Δικαίου για «ειρηνική χρήση» της ανοιχτής θάλασσας, η πραγματικότητα αποτυπώνει την ελευθερία στη χρήση της για πολεμικούς-στρατιωτικούς σκοπούς (που φυσικά δεν κατονομάζονται ως τέτοιοι) και που, σε συνδυασμό με τις παραπάνω ελευθερίες, καθιστά πιο εμφανές και το γιατί εκφράζονται μεγάλες αντιθέσεις στην υπαρκτή τάση περιορισμού του καθεστώτος της ανοιχτής θάλασσας. [8]

Υφαλοκρηπίδα

Σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 1 της Σύμβασης ΔΘ, η υφαλοκρηπίδα του παράκτιου κράτους αποτελείται «από το θαλάσσιο βυθό και το υπέδαφος του που εκτείνεται πέραν της χωρικής του θάλασσας καθ’ όλη την έκταση της φυσικής προέκτασης του χερσαίου εδάφους, μέχρι του εξωτερικού ορίου του υφαλοπλαισίου ή σε μια απόσταση 200 ναυτικών μιλιών από τις γραμμές βάσης από τις οποίες μετράται το πλάτος της χωρικής θάλασσας, όπου το εξωτερικό όριο του υφαλοπλαισίου δεν εκτείνεται μέχρι αυτήν την απόσταση».

Τη δεκαετία του ’40, και στη βάση της θεαματικής ανάπτυξης της τεχνολογίας σχετικά με την άντληση πετρελαίου και μεταλλευμάτων από περιοχές με μεγαλύτερο βάθος, πέρα από την αιγιαλίτιδα ζώνη, οι ΗΠΑ, προκειμένου να κατοχυρωθούν τα δικαιώματά τους στο ζήτημα της εκμετάλλευσης του βυθού, εξέδωσαν, στις 28 Σεπτέμβρη 1945, Διακήρυξη με τίτλο: «Πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών σχετικά με τους φυσικούς πόρους του υπεδάφους και του θαλάσσιου βυθού της υφαλοκρηπίδας». Θεωρείται η ιστορική αφετηρία της νομικής ρύθμισης της υφαλοκρηπίδας, στη βάση της αντίληψης ότι θεμέλιο του δικαιώματος της εκμετάλλευσης αποτελεί η γεωλογική εγγύτητα του παράκτιου κράτους, η φυσική προέκταση του χερσαίου εδάφους δηλαδή στο βυθό· αντίληψη που επιβεβαιώθηκε από την 1η Συνδιάσκεψη των HE για το Δίκαιο της Θάλασσας, το 1958, οπότε και υπογράφτηκε η Σύμβαση της Γενεύης για την Υφαλοκρηπίδα που καθιέρωσε το νομικό ορισμό, την έννοια των κυριαρχικών δικαιωμάτων του παράκτιου κράτους, ως αποκλειστικών δικαιωμάτων έρευνας και εκμετάλλευσης, καθώς και τα συναφή δικαιώματα. Οι διατυπώσεις της Σύμβασης της Γενεύης διατηρήθηκαν στη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας το 1982.

Σύμφωνα λοιπόν με τη Σύμβαση ΔΘ, τα κυριαρχικά δικαιώματα του παράκτιου κράτους στην υφαλοκρηπίδα: α) Είναι αποκλειστικά, υπό την έννοια ότι το παράκτιο κράτος έχει το δικαίωμα να ρυθμίζει, να επιτρέπει και να πραγματοποιεί το ίδιο θαλάσσια επιστημονική έρευνα επί της υφαλοκρηπίδας, ενώ τα τρίτα κράτη μπορούν να αναλάβουν τέτοιες δραστηριότητες μόνο με τη συναίνεσή του (άρθρο 77 παρ. 2) και β) δεν εξαρτώνται από την πραγματική ή ιδεατή κατοχή ή απ’ οποιαδήποτε ρητή διακήρυξη (άρθρο 77 παρ. 3). Αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν χωρίς να απαιτείται άσκησή τους ή ανακήρυξη της υφαλοκρηπίδας.

Τέλος, ως προς τα συναφή δικαιώματα: α) Το παράκτιο κράτος έχει το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπει και να ρυθμίζει τις γεωτρήσεις στην υφαλοκρηπίδα «για όλους τους σκοπούς» (δηλαδή όχι μόνο για έρευνα και εκμετάλλευση, αλλά, για παράδειγμα, και για τη διάνοιξη αγωγών), β) έχει το αποκλειστικό δικαίωμα να τοποθετεί και να ασκεί δικαιοδοσία σε εγκαταστάσεις για την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων (εξέδρες, δεξαμενές αποθήκευσης κλπ.) και να καθιερώνει ζώνες ασφαλείας 500 μέτρων γύρω από τις εγκαταστάσεις αυτές, χωρίς να παρεμποδίζει βέβαια τη χρήση θαλάσσιων οδών απαραίτητων για τη διεθνή ναυσιπλοΐα, γ) έχει το δικαίωμα να εκμεταλλεύεται τους πόρους της υφαλοκρηπίδας μέσω υπόγειων σηράγγων. Σε περίπτωση που οι έρευνες τελικά διενεργούνται από τρίτο κράτος, το παράκτιο κράτος έχει δικαίωμα να συμμετάσχει σε αυτές και να λάβει γνώση των αποτελεσμάτων τους.

Σύμφωνα δε με τη Σύμβαση ΔΘ, η άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων δεν πρέπει να παραβιάζει ή να παρενοχλεί αδικαιολόγητα τη ναυσιπλοΐα ή άλλα δικαιώματα και ελευθερίες τρίτων κρατών. Το άρθρο 79 της Σύμβασης ΔΘ προβλέπει ότι όλα τα κράτη έχουν δικαίωμα να τοποθετούν υποβρύχια καλώδια και αγωγούς χωρίς να παρεμποδίζονται από το παράκτιο κράτος. Το παράκτιο κράτος όμως μπορεί να λαμβάνει πρόσφορα μέτρα ώστε η τοποθέτηση ή η συντήρησή τους να μην παρεμποδίζει τα δικαιώματά του στην έρευνα κι εκμετάλλευση της υφαλοκρηπίδας. Και φυσικά, το παράκτιο κράτος έχει τη γενική υποχρέωση να αποτρέπει τη ρύπανση του θαλάσσιου περιβάλλοντος από τη δραστηριότητα που αναπτύσσει.

Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη και Ζώνη Αλιείας

Ως ΑΟΖ ορίζεται η πέραν και παρακείμενη της αιγιαλίτιδας ζώνης θαλάσσια περιοχή, το πλάτος της οποίας μπορεί να φτάσει τα 200 μίλια από τις γραμμές βάσης από τις οποίες μετράται το εύρος της αιγιαλίτιδας ζώνης. Μέσα στην ΑΟΖ το παράκτιο κράτος ασκεί συγκεκριμένες αρμοδιότητες, κυρίως για οικονομικούς σκοπούς. [9] Η ΑΟΖ εισήχθη ως νομική έννοια με τη Σύμβαση ΔΘ, ενώ προϋπήρχε ως καθεστώς η Ζώνη Αλιείας. Συγκρίνοντας τις δύο έννοιες, με την τάση βέβαια να είναι η σταδιακή απορρόφηση της αλιευτικής ζώνης από την ΑΟΖ, επισημαίνουμε: α) Στην αλιευτική ζώνη τα δικαιώματα του παράκτιου κράτους είναι «ειδικά» και αφορούν αποκλειστικά την αλιεία, οπότε ουσιαστικά παραμένει η ζώνη αλιείας τμήμα της ανοιχτής θάλασσας. Αντίθετα, η ΑΟΖ έχει ευρύτερο περιεχόμενο και αποτελεί ξεχωριστή κατηγορία, sui generis, β) Στην κλασική αλιευτική ζώνη το παράκτιο κράτος δεν έχει συμβατικές δεσμεύσεις για την αναγνώριση δικαιωμάτων αλιείας σε τρίτα κράτη και για τη διατήρηση των αλιευτικών αποθεμάτων, όπως συμβαίνει με την ΑΟΖ.

Το παράκτιο κράτος μέσα στην ΑΟΖ ασκεί κυριαρχικά δικαιώματα για την έρευνα και την εκμετάλλευση των πόρων της ΑΟΖ, ζώντων ή μη, των υδάτων, του βυθού της θάλασσας, καθώς και για την εξερεύνηση και οικονομική εκμετάλλευση υδάτων, ρευμάτων και υπερκείμενων της θάλασσας ανέμων για την παραγωγή ενέργειας. Υποχρεούται δε, να φροντίζει για τη διατήρηση των ζώντων πόρων, να κάνει την καλύτερη δυνατή εκμετάλλευσή τους και να τους προστατεύει.

Έχει επίσης δικαιοδοσία για τη λήψη όλων των απαραίτητων μέτρων για την προστασία και διατήρηση του θαλάσσιου περιβάλλοντος, τη θαλάσσια επιστημονική έρευνα και την εγκατάσταση τεχνητών νήσων ή άλλων κατασκευών. Στο παράκτιο κράτος αναγνωρίζεται αποκλειστική δικαιοδοσία και σχετικά με την τελωνειακή, δημοσιονομική, υγειονομική, μεταναστευτική νομοθεσία και τη νομοθεσία σε θέματα ασφαλείας, αλλά και αρμοδιότητα καθορισμού ζωνών ασφαλείας γύρω από τις εγκαταστάσεις / τεχνητές νήσους (κατά κανόνα δεν μπορούν να υπερβαίνουν τα 500 μέτρα), όπως και στην υφαλοκρηπίδα.

Από τη Σύμβαση ΔΘ προβλέπονται και άλλα δικαιώματα για το παράκτιο κράτος, όπως η καθιέρωση συνορεύουσας ζώνης και το δικαίωμα της συνεχούς καταδίωξης. Τέλος, έχει ευρύτατη ποινική δικαιοδοσία για την εφαρμογή της νομοθεσίας του σχετικά με την άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων (δυνατότητα επιβίβασης στα αλλοδαπά πλοία, επιθεώρησης, σύλληψης και κίνησης της σχετικής δικαστικής διαδικασίας), με δεδομένους συγκεκριμένους περιορισμούς [π.χ. ότι τα μέτρα αυτά αφορούν υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων του για τους ζώντες οργανισμούς στην ΑΟΖ και όχι για τους μη ζώντες φυσικούς πόρους (υδρογονάνθρακες κλπ.)].

Από την άλλη μεριά, και τα τρίτα κράτη μέσα στην ΑΟΖ απολαμβάνουν τις ελευθερίες της ναυσιπλοΐας και της υπερπτήσης, της τοποθέτησης υποβρύχιων καλωδίων και αγωγών και άλλες διεθνείς νόμιμες χρήσεις της θάλασσας, συναφείς με αυτές τις ελευθερίες. Επίσης, εάν το παράκτιο κράτος δεν εκμεταλλεύεται τους ζώντες φυσικούς πόρους στην ΑΟΖ, τα τρίτα κράτη αποκτούν το δικαίωμα να τους εκμεταλλευτούν εκείνα, με συγκεκριμένες υποχρεώσεις, δικαιώματα και σχέσεις που δημιουργούνται. Ειδικές ρυθμίσεις υπάρχουν και για τα «αναπτυσσόμενα» (όπως αναφέρονται στη Σύμβαση ΔΘ) περίκλειστα και γεωγραφικώς μειονεκτούντα κράτη, που τους δίνεται η δυνατότητα να συμμετέχουν έπειτα από συμφωνία με τα παράκτια και άλλα ενδιαφερόμενο κράτη. [10]

Ειδικά για την οριοθέτηση Αποκλειστικών Οικονομικών Ζωνών στη Μεσόγειο

Πρέπει να επισημάνουμε ότι, δεδομένης της μορφολογίας της Μεσογείου, για κάθε χώρα απαιτείται συμφωνία οριοθέτησης με τα γειτονικά κράτη για την κήρυξη ΑΟΖ. Και αυτό, διότι σε κανένα σημείο οι ακτές δύο αντικείμενων χωρών δεν απέχουν πάνω από 400 ναυτικά μιλιά (200 ν.μ για την ΑΟΖ της μιας χώρας και 200 ν.μ. για την ΑΟΖ της άλλης). Υπολογίζεται έτσι ότι απαιτούνται περίπου 32 διμερείς συμφωνίες για την πλήρη οριοθέτηση της Μεσογείου, ενώ, εάν υιοθετούνταν ΑΟΖ στο μέγιστο δυνατό πλάτος, θα εξαφανιζόταν πλήρως η ανοιχτή θάλασσα. Με βάση τα παραπάνω, και στη βάση των ευρύτερων ανταγωνισμών, μέχρι το 2000 η συντριπτική πλειοψηφία των χωρών της περιοχής δεν είχε προχωρήσει στην ανακήρυξη ΑΟΖ.

Η κατάσταση άρχισε να αλλάζει και λόγω της πιθανολόγησης για μεγάλα κοιτάσματα υδρογονανθράκων και φυσικού αερίου στην ευρύτερη λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου (για την εκμετάλλευση των οποίων αρκεί σε μεγάλο βαθμό και μόνη η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας). Ως αποτέλεσμα, η Κύπρος κατέληξε σε συμφωνία για την κήρυξη ΑΟΖ με την Αίγυπτο το 2003, το 2010 με Ισραήλ και Λίβανο, δημιουργώντας ΑΟΖ συνολικής έκτασης άνω των 70.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων, η οποία κατατμείται σε 13 θαλάσσια οικόπεδα. ΑΟΖ έχουν κηρύξει και η Αίγυπτος, το Ισραήλ και ο Λίβανος. [11]

Η Τουρκία πριν την υπογραφή του «μνημονίου κατανόησης» με τη Λιβύη το Νοέμβρη του 2019, δυνάμει του οποίου έχει ξεκινήσει η νομική διαδικασία με στόχο την οριοθέτηση της τουρκικής ΑΟΖ στη Μεσόγειο, είχε καθιερώσει ΑΟΖ μόνο στη Μαύρη θάλασσα. Η ανακήρυξη ΑΟΖ με βάση τη διμερή Συμφωνία Τουρκίας-Λιβύης αγνοεί πλήρως την ελληνική υφαλοκρηπίδα νοτίως της γραμμής Κρήτης – Καρπάθου – Ρόδου – Καστελόριζου, αποκόπτοντας γεωγραφικά μια θαλάσσια περιοχή η οποία αποτελεί το δυτικό τμήμα μίας ενιαίας ζώνης που στα ανατολικά της τέμνεται με τις ΑΟΖ της Κύπρου και της Αιγύπτου. Η Ελλάδα, από την άλλη, δεν έχει προχωρήσει σε ανακήρυξη ΑΟΖ, προβλέπει μόνο νομοθετικά το πώς αυτή θα προσδιοριστεί εφόσον κηρυχτεί (άρ. 156, παρ. 1, Ν. 4011/2011). [12] Σε κάθε περίπτωση, η κατεύθυνση και από πλευράς ΕΕ είναι να προχωρήσουν οι ανακηρύξεις ΑΟΖ στη Μεσόγειο. Είναι χαρακτηριστική μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής το 2013, που σημείωνε ότι «η θέσπιση θαλάσσιων ζωνών, συμπεριλαμβανομένων των ΑΟΖ, στη Μεσόγειο θα μπορούσε να ωφελήσει τη Γαλάζια Ανάπτυξη και τις γενικότερες πρωτοβουλίες βιωσιμότητας», ότι μπορεί να υπάρξει ανάπτυξη στους τομείς «γαλάζιας ενέργειας, υδατοκαλλιέργειες, θαλάσσιος, παράκτιος τουρισμός και κρουαζιέρες, θαλάσσιοι ορυκτοί πόροι και γαλάζια βιοτεχνολογία». Όπως σημειωνόταν στη σχετική έκθεση, «αυτοί οι οικονομικοί κλάδοι μπορούν να εξασφαλίζουν συνολική ακαθάριστη προστιθέμενη αξία περίπου 500 δισ. ευρώ το χρόνο» και «να συμβάλουν στην οικονομική ανάκαμψη της Ευρώπης».

Οι παραπάνω εξελίξεις συνδέονται και με την Οδηγία 2014/89 της ΕΕ περί θεσπίσεως πλαισίου για το θαλάσσιο χωροταξικό σχεδίασμά. Η Οδηγία εισάγει ως ορόσημο γι’ αυτόν το σκοπό την 31η Μάρτη 2021.

Μέχρι εκείνη την ημερομηνία όλα τα κράτη-μέλη έχουν υποχρέωση να εκδώσουν θαλάσσια χωροταξικά σχέδια στις θαλάσσιες ζώνες τους, μετά από διαβούλευση με τις τοπικές κοινωνίες και αφού συνομιλήσουν με τα γειτονικά κράτη, «με απώτερο σκοπό την αποτελεσματική περιβαλλοντική προστασία της θάλασσας».

Επομένως η Ελλάδα έχει πλέον υποχρέωση από το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, προκειμένου να σχεδιάσει την ολοκληρωμένη προστασία του περιβάλλοντος, της αλιείας, του πολιτιστικού και φυσικού πλούτου των θαλασσών με ορίζοντα τουλάχιστον δεκαετίας, να δηλώσει ποια είναι τα χωρικά της ύδατα, πού θα οριοθετηθούν η υφαλοκρηπίδα και η ΑΟΖ της, με λεπτομερείς χάρτες για όλες τις θαλάσσιες ζώνες. Αν δεν προσδιοριστούν μέχρι τότε οι θαλάσσιες ζώνες της Ελλάδας, μπορεί να θεωρηθεί ως παραδοχή ότι το Αιγαίο είναι μια ειδική θάλασσα, όπου η Σύμβαση ΔΘ έχει μόνο μερική εφαρμογή όπως ισχυρίζεται η Τουρκία.

Οι βασικές διαφορές υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ

Με βάση τα παραπάνω, γίνεται φανερό ότι υπάρχουν σαφείς διαφορές στις νομικές έννοιες της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ, με τη δεύτερη να είναι σε εξέλιξη της πρώτης, στο έδαφος των οικονομικών εξελίξεων με την αλματώδη ανάπτυξη της τεχνολογίας. Η διαφορά των δύο θέσεων είναι σημαντική. Τα κυριαρχικά δικαιώματα του παράκτιου κράτους στην υφαλοκρηπίδα υπάρχουν εξαρχής και εκ των πραγμάτων (δηλαδή δεν απαιτούν κήρυξη ή άσκησή τους), ενώ τα κυριαρχικά δικαιώματα στην ΑΟΖ αναγνωρίζονται μόνο από τη στιγμή που το παράκτιο κράτος την ανακηρύξει. Επομένως, η μη ανακήρυξη ΑΟΖ από πλευράς Ελλάδας δεν περιορίζει τα κυριαρχικά δικαιώματά της στον υποθαλάσσιο χώρο (βυθό και υπέδαφος), τα οποία είναι κατοχυρωμένα από το καθεστώς της υφαλοκρηπίδας. Γι’ αυτό και η παραμονή του τουρκικού σεισμογραφικού Oruc Reis εντός των ορίων της ελληνικής υφαλοκρηπίδας συνιστά έμπρακτη αμφισβήτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας.

Αντίστοιχα, το άρθρο 78 παρ. 1 της Σύμβασης αποσυνδέει τυπικά την έννοια της υφαλοκρηπίδας από εκείνη της ΑΟΖ, ορίζοντας ότι τα δικαιώματα του παράκτιου κράτους στην υφαλοκρηπίδα δε θίγουν το καθεστώς των υπερκείμενων υδάτων. Διαφορές εντοπίζονται και στην έκταση των ζωνών αυτών, καθώς στην περίπτωση της ΑΟΖ τα 200 μίλια αποτελούν το ανώτατο δυνατό εύρος, ενώ στην υφαλοκρηπίδα η απόσταση των 200 μιλίων αποτελεί το ελάχιστο εύρος (εφόσον το επιτρέπει και η σχετική γεωμορφολογία) και μπορεί να φτάσει τα 350 μίλια ή 100 μίλια από το ισοβαθές των 2.500 μέτρων.

Τέλος, ειδικά ως προς το ζήτημα της οριοθέτησης (βλ. αναλυτικά και παρακάτω, κεφάλαιο Β) και για τις δύο θαλάσσιες ζώνες επαναλαμβάνεται ακριβώς η ίδια διατύπωση στη Σύμβαση ΔΘ. Πιο συγκεκριμένα, η Σύμβαση ΔΘ, στα άρθρα 74 και 83, στην περίπτωση παρακείμενων ή αντικείμενων κρατών, προβλέπει την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών τους κατόπιν συμφωνίας ή, αν παρέλθει εύλογο χρονικό διάστημα, κατόπιν προσφυγής στην προβλεπόμενη, με βάση το μέρος XV της Σύμβασης, διαδικασία. Η διαφορά έγκειται στο εξής: Με την κήρυξη και την οριοθέτηση της ΑΟΖ στα παράκτια κράτη αποδίδονται και τα σχετικά κυριαρχικά δικαιώματα. Αντίθετα, τα κυριαρχικά δικαιώματα κάθε κράτους στην υφαλοκρηπίδα του προϋπάρχουν (αφού δεν απαιτείται ούτε ανακήρυξη, ούτε άσκησή τους), και με τη συμφωνία οριοθέτησης προσδιορίζεται το μέχρι πού εκτείνονται.

Για τις συμφωνίες Ελλάδας – Ιταλίας και Ελλάδας – Αιγύπτου για την οριοθέτηση ΑΟΖ / Υφαλοκρηπίδας

Η κυβέρνηση της ΝΔ υπέγραψε στις 9 Ιούνη 2020 Συμφωνία με την κυβέρνηση της Ιταλίας για την οριοθέτηση ΑΟΖ/υφαλοκρηπίδας και στις 6 Αυγούστου υπέγραψε αντίστοιχη Συμφωνία με την κυβέρνηση της Αιγύπτου.

Οι Συμφωνίες αυτές αποτελούν συνέχεια της Συμφωνίας των Πρεσπών που υπέγραψε ο ΣΥΡΙΖΑ τον Ιούνη του 2018 (τέθηκε σε ισχύ το Φλεβάρη του 2019) και συνιστούν έναν ακόμα κρίκο στην προώθηση των συμφερόντων ΗΠΑ-ΝΑΤΟ και ΕΕ στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων και της Αν. Μεσογείου. Η δε Συμφωνία με την Ιταλία φάνηκε γρήγορα ότι θα αποτελέσει τον μπούσουλα για μια σειρά τέτοιων διευθετήσεων στην ευρύτερη περιοχή, όπως έγκαιρα είχε επισημάνει εξαρχής το ΚΚΕ.

Φυσικά οι υπογραφές αυτών των Συμφωνιών παρουσιάστηκαν από κυβέρνηση και φίλα προσκείμενα ΜΜΕ ως τεράστια διπλωματική επιτυχία της Ελλάδας, που δήθεν αποτυπώνει την ενίσχυση του μπλοκ των χωρών που είναι στο πλευρό της Ελλάδας και θα λειτουργήσει αποτρεπτικά απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα. Βέβαια, οι αναρίθμητες τουρκικές παραβιάσεις που ακολούθησαν τις υπογραφές των Συμφωνιών και, κυρίως, η έκδοση των τουρκικών NAVTEX και το βολτάρισμα του σεισμογραφικού Oruc Reis στην ελληνική υφαλοκρηπίδα, μαζί με τις χλιαρές αντιδράσεις των «εταίρων» στις τουρκικές παραβιάσεις, γρήγορα κατέρριψαν τους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς. Αντίστοιχα, έωλος αποδείχτηκε πολύ γρήγορα και ο ισχυρισμός ότι οι Συμφωνίες αυτές, ειδικά η ελληνοαιγυπτιακή, «ακυρώνουν το τουρκολιβυκό Σύμφωνο». Πλέον η κυβέρνηση, μαζί με τα άλλα κόμματα, δεν κάνουν λόγο για «διεμβόλιση» του τουρκολιβυκού Συμφώνου. Όμως, η Τουρκία προχωράει σταθερά την κατοχύρωση των διεκδικήσεών της στη Μεσόγειο, στη βάση του Συμφώνου αυτού που παραβιάζει καταφανώς το Δίκαιο της Θάλασσας στέλνοντας συντεταγμένες στον ΟΗΕ, ζητώντας τη δημοσιοποίησή τους στους επίσημους χάρτες του Οργανισμού. Πραγματοποιούνται δηλαδή και περαιτέρω ενέργειες για την τυπική κατοχύρωση της συγκεκριμένης οριοθέτησης στον ΟΗΕ, χωρίς ο τελευταίος να τοποθετείται για την κατάφωρη αυτή παραβίαση κυριαρχικών δικαιωμάτων Ελλάδας, Κύπρου και Αιγύπτου.

Η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας έγινε το 1977. Είχε προηγηθεί η ελληνοτουρκική κρίση του 1976, ενώ ακολούθησε το 1982 η Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας, που έφερε νέα δεδομένα, κατοχυρώνοντας ρητά το δικαίωμα των νησιών σε θαλάσσιες ζώνες. Παρ΄όλα αυτά, η Συμφωνία που υπογράφηκε τον Ιούνη του 2020 δεν προχώρησε σε επαναδιαπραγμάτευση στη βάση των νέων δεδομένων, καθώς αυτό δεν το ήθελε η ιταλική αστική τάξη και η ελληνική αστική κυβέρνηση επιδίωξε να κλείσει πόση θυσία το πρόβλημα αυτό. Η Συμφωνία προβλέπει μειωμένη επήρεια στα Διαπόντια Νησιά και τις Στροφάδες. Και μπορεί να λέγεται από κυβερνητικά στελέχη ότι ισοσταθμίστηκε η μειωμένη επήρεια με την απόδοση αυξημένης επήρειας στην Κεφαλονιά, αλλά εσκεμμένα αποκρύπτουν ότι, για παράδειγμα, τα Διαπόντια Νησιά έχουν κομβικό ρόλο στην οριοθέτηση με την Αλβανία, είναι στρατηγικής σημασίας δεδομένης της θέσης τους, όπως αντίστοιχα και οι Στροφάδες για την οριοθέτηση με Λιβύη και Ιταλία.

Η εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων από την ελληνική κυβέρνηση αποτυπώθηκε στην υπογραφή της κοινής γνωστοποίησης προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με την οποία η Ιταλία και η Ελλάδα ζητούν την τροποποίηση του κανονισμού περί κοινής αλιευτικής πολιτικής, ούτως ώστε, εφόσον η Ελλάδα αποφασίσει να επεκτείνει την αιγιαλίτιδα ζώνη της στα 12 ν.μ., θα διατηρηθούν τα δικαιώματα των ιταλικών αλιευτικών στην περιοχή μεταξύ 6 και 12 ν.μ., όπως ισχύουν σήμερα που το τμήμα αυτό αποτελεί ανοιχτή θάλασσα.

Αντίστοιχα, αποτέλεσμα απαράδεκτου συμβιβασμού είναι και η Συμφωνία Ελλάδας-Αιγύπτου με τη μερική οριοθέτηση της ΑΟΖ. Πατάει δε και στις προτάσεις περί τμηματικής επέκτασης της αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12 ν.μ. που είχε δρομολογήσει, κατά τα λεγάμενα των ίδιων (βλ. Σχετικές δηλώσεις Κοτζιά), η προηγούμενη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ.

Η μερική οριοθέτηση με άξονες τον 26ο και 28ο Μεσημβρινό μπλοκάρει το θαλάσσιο δρόμο Ελλάδας-Κύπρου, εξαιρεί το Καστελόριζο και τη μισή Ρόδο, ενώ είναι γνωστό πως η περιοχή από τον 28ο μέχρι τον 32ο Μεσημβρινό είναι στην πρώτη γραμμή του συνολικού παζαριού και των διεκδικήσεων της τουρκικής αστικής τάξης. Είναι πιθανό δε η συμφωνία κατά τμήματα να αξιοποιηθεί από την τουρκική πλευρά ως «επιβεβαίωση» της ύπαρξης «γκρίζων ζωνών» στο Αιγαίο.

Με τη Συμφωνία παραβιάζεται επίσης η μέση γραμμή σε βάρος της Ελλάδας, καθώς μετακινείται βορειότερα της μέσης γραμμής η γραμμή οριοθέτησης. Λαμβάνουμε δε υπόψη ότι η Αίγυπτος έχει θεσπίσει ευθείες γραμμές βάσης (από τις οποίες μετριούνται οι θαλάσσιες ζώνες) και άρα εξαρχής κερδίζει έδαφος έναντι της Ελλάδας που έχει κανονικές γραμμές βάσης. Άλλωστε, σύμφωνα με επίσημες δηλώσεις, η γραμμή της οριοθέτησης της Ελληνικής και Αιγυπτιακής ΑΟΖ, δεν καθορίστηκε με βάση τη μέση γραμμή, αλλά με «αναλογικό υπολογισμό» ώστε να υπογράφει η συμφωνία και εδώ πάση θυσία. Αυτό οδήγησε σε μειωμένη επήρεια της Κρήτης, του μεγαλύτερου ελληνικού νησιού, και σε διαγραφή θαλασσιών ζωνών νησιών νότια της Κρήτης, αποδίδοντας ταυτόχρονα στην Αίγυπτο μεγαλύτερο μέρος της λεκάνης του Ηροδότου, για την οποία υπάρχουν μελέτες για ύπαρξη κοιτασμάτων υδρογονανθράκων.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

1. Βλ. US Department of State, Turkey. Integrated Country Strategy, For public release, reviewed and updated March 31 2020.

2. Στις ΗΠΑ συνεχίζεται η έντονη συζήτηση σχετικά με την επικύρωση της Σύμβασης. Οι ΗΠΑ, με το να μην έχουν επικυρώσει (ουσιαστικά προσχωρήσει) στη Σύμβαση ΔΘ, αντιμετωπίζουν τυπικά προβλήματα (ζητήματα νομιμοποίησης) ως προς το δικαίωμα πρόσβασης, για παράδειγμα, στην Αρκτική. Η Γεωλογική Υπηρεσία των ΗΠΑ έχει υπολογίσει ότι ο Αρκτικός Ωκεανός έχει το 22% των παγκόσμιων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων, της τάξης των 412 δισεκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου.

3. Οι τρεις μέθοδοι χάραξης των κανονικών γραμμών βάσης είναι:

α) Η μέθοδος του ημικυκλίου, αμερικανικής επινόησης, σύμφωνα με την οποία για τη χάραξη της γραμμής που ορίζει το εξωτερικό όριο της αιγιαλίτιδας ζώνης λαμβάνονται υπόψη όλα τα σημεία τα οποία απέχουν από την ακτή απόσταση ίση με το εύρος της αιγιαλίτιδας ζώνης (π.χ. 6 μιλιά). Για να εντοπιστούν τα σημεία αυτά, χαράσσονται με βάση τα διάφορα σημεία της ακτογραμμής συνεχόμενα ημικύκλια, με ακτίνα το εύρος της χωρικής θάλασσας. Οι κορυφές των ημικυκλίων ενώνονται με μία νοητή γραμμή, η οποία αποτελεί το εξωτερικό όριο.

β) Η παράλληλη χάραξη, δηλαδή η χάραξη μιας γραμμής παράλληλης προς τις ακτές σε έκταση ανάλογη με το εύρος της αιγιαλίτιδας ζώνης. Η μέθοδος αυτή είναι η απλούστερη, αλλά μπορεί να εφαρμοστεί μόνο όταν η ακτή είναι ευθύγραμμη.

γ) Η πολυγωνική μέθοδος, με την οποία χαράσσονται ευθείες γραμμές παράλληλες προς τις γραμμές βάσης που ενώνουν ακρωτήρια. Η μέθοδος αυτή δέχεται κριτική λόγω πιθανότητας μεγάλης αυθαιρεσίας, καθώς είναι δυνατό να περιέλθουν στο παράκτιο κράτος μεγάλες περιοχές της ανοιχτής θάλασσας.

4. Είναι χαρακτηριστική ως προς αυτό η περίπτωση της Λιβύης. Η Λιβύη το 1973 χάραξε ευθείες γραμμές βάσης στον Κόλπο της Σύρτης από τη Μισράτα έως τη Βεγγάζη. Δεν αναγνωρίστηκαν από ΗΠΑ, Ελλάδα, Γαλλία, Ισπανία και ΕΕ. Το 2005 προσδιόρισε το σύνολο των θαλάσσιων ζωνών της με βάση ευθείες γραμμές βάσης σε όλη την ακτογραμμή της. Ως αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, οριοθέτησε αποκλειστικές αλιευτικές ζώνες (βλ. παρακάτω) εύρους 62 ναυτικών μιλίων, παραβιάζοντας τη μέση γραμμή νοτίως της Γαύδου.

5. Ως τέτοιες περιπτώσεις αναφέρονται: α) Η απειλή ή χρήση βίας κατά της κυριαρχίας, της εδαφικής ακεραιότητας ή της πολιτικής ανεξαρτησίας του παράκτιου κράτους, β) η διεξαγωγή πολεμικών ασκήσεων, γ) πράξεις που αποσκοπούν στη συλλογή πληροφοριών προς βλάβη της άμυνας ή της ασφάλειας του παράκτιου κράτους, δ) οποιαδήποτε αντίστοιχη προπαγανδιστική ενέργεια, ε) η απονήωση, προσνήωση ή φόρτωση σε πλοίο αεροσκαφών (πολιτικών ή στρατιωτικών), στ) η εκτόξευση, εκφόρτωση ή φόρτωση οποιοσδήποτε στρατιωτικής συσκευής, ζ) η φόρτωση ή εκφόρτωση οποιουδήποτε εμπορεύματος, χρημάτων ή προσώπων, κατά παράβαση των τελωνειακών, δημοσιονομικών, μεταναστευτικών ή υγειονομικών νόμων και κανόνων του παράκτιου κράτους, η) οποιαδήποτε εκ προθέσεως σοβαρή ρύπανση, αλιευτική δραστηριότητα, διεξαγωγή έρευνας ή υδρογραφικών εργασιών, οποιαδήποτε πράξη που αποσκοπεί στην παρεμβολή σε σύστημα επικοινωνίας ή εγκαταστάσεις του παράκτιου κράτους, οποιαδήποτε δραστηριότητα δεν έχει άμεση σχέση με τη διέλευση. Στη θεωρία γίνεται ολόκληρη συζήτηση για το αν η απαρίθμηση αυτή είναι ενδεικτική ή εξαντλητική. Παρόλ’ αυτά, χωρίς να αναφέρεται ρητά στη Σύμβαση ΔΘ, γίνεται δεκτό ότι δεν τίθεται ζήτημα αποκλεισμού ούτε των πολεμικών πλοίων από το δικαίωμα της αβλαβούς διέλευσης. Ειδικοί κανόνες προβλέπονται για υποβρύχια και άλλα καταδυόμενα σκάφη, καθώς και για πυρηνοκίνητα πλοία ή πλοία που μεταφέρουν ραδιενεργές ή άλλες εγγενώς επικίνδυνες ή επιβλαβείς ουσίες.

6. Σύμφωνα με κείμενο της ελληνικής αντιπροσωπίας στην 3η Συνδιάσκεψη των HE για το Δίκαιο της Θάλασσας, στον ελληνικό θαλάσσιο χώρο σχηματίζονται συνολικά 340 στενά διάφορων κατηγοριών, χωρίς να εντάσσονται όλα στο καθεστώς του πλου διέλευσης.

7. Το ισχύον καθεστώς των Στενών των Δαρδανελίων διέπεται τυπικά από τη Σύμβαση του Μοντρέ της 20ής Ιούλη 1936. Ήδη από το Γενάρη του 1994, η Τουρκία υιοθέτησε νέο κανονισμό για τη ναυσιπλοΐα στα Στενά, ο οποίος, μεταξύ άλλων, αναγνωρίζει το δικαίωμα της Τουρκίας να αρνείται τη διέλευση ή να κλείνει τα Στενά κατά την κρίση της για θέματα προστασίας του περιβάλλοντος, κατά παράβαση διατάξεων του Διεθνούς Δικαίου για την ελεύθερη ναυσιπλοΐα και της Σύμβασης του Μοντρέ. Τον ίδιο χρόνο, μετά από την παρέμβαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Οργανισμού Συνεργασίας Ευξείνου Πόντου, της Διαρκούς Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Κοινοπολιτείας των Ανεξάρτητων Κρατών και του Διεθνούς Οργανισμού Ναυσιπλοΐας (ΙΜΟ), υιοθετήθηκε ομόφωνα, και από την Τουρκία, κείμενο με «Κανόνες και Συστάσεις για τη Ναυσιπλοΐα», βάσει των οποίων όμως η Τουρκία πραγματοποίησε δευτερεύουσες αλλαγές στον κανονισμό χωρίς να αλλάζει τις ρυθμίσεις που είχαν απορριφθεί κι έπρεπε να τροποποιηθούν. Μετά από διαδοχικές ενασχολήσεις με το θέμα, η Επιτροπή Ναυτικής Ασφάλειας του ΙΜΟ το Μάη του 1999 αποφάσισε να κλείσει προσωρινά το θέμα.

8. Για παράδειγμα, χαρακτηριστικές περιπτώσεις επίκλησης του δικαιώματος νόμιμης άμυνας για νηοψίες στην ανοιχτή θάλασσα, που αποτυπώνουν και την πραγματική στό- χευσή τους, είναι οι 5.000 περίπου νηοψίες που έκαναν γαλλικά πολεμικά σε αλλοδαπά πλοία, κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Αλγερία, μεταξύ των ετών 1956-1962 με την αιτιολογία της αποτροπής μεταγωγής πολεμοφοδίων στους Αλγερινούς επαναστάτες. Αντίστοιχη περίπτωση εκείνη του αποκλεισμού της Κούβας το 1962 από τα πλοία των ΗΠΑ, της Δομινικανής Δημοκρατίας και της Βενεζουέλας, και οι νηοψίες που ασκούνταν σε αλλοδαπά πλοία κατευθυνόμενα προς την Κούβα προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσο μετέφεραν «επιθετικό στρατιωτικό υλικό». Αντίστοιχα, σε γνωμοδότησή του το 1996 σχετικά με τη Νομιμότητα της Απειλής ή της χρήσης πυρηνικών όπλων, το Διεθνές Δικαστήριο δεν κατέληξε σε απόφαση, αφού με ψήφους 7 έναντι 7 έκρινε ότι «…ενόψει του παρόντος σταδίου του διεθνούς δικαίου και των πραγματικών στοιχείων που είχε στη διάθεσή του, το Δικαστήριο δεν μπορεί να συμπεράνει με οριστικό τρόπο κατά πόσο η απειλή ή χρήση πυρηνικών όπλων θα είναι νόμιμη ή παράνομη σε μία ακραία περίπτωση άμυνας, η οποία θα αφορά αυτήν την ίδια την επιβίωση ενός κράτους».

9. Η 3η Συνδιάσκεψη και η Σύμβαση του Δικαίου της Θάλασσας όρισε και ρύθμισε το θεσμό της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ), στα άρθρα 55-75. Ήδη, βέβαια, η διεθνής νομολογία είχε αναγνωρίσει ότι η ΑΟΖ αποτελεί θεσμό του διεθνούς εθιμικού δικαίου, αποτυπώνοντας και τη σφοδρή αντιπαράθεση που βρισκόταν σε εξέλιξη, με τις διεκδικήσεις των κρατών για ζώνες δικαιοδοσίας πέρα από την αιγιαλίτιδα ζώνη και μέσα στην ανοιχτή θάλασσα να έχουν ποικίλα αντικείμενα. Το Μάρτη του 1983, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ρόναλντ Ρέιγκαν ανακήρυξε μια Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη 200 ν.μ. Το Δεκέμβρη του 1988 επέκτεινε τα χωρικά ύδατα των ΗΠΑ από 3 ν.μ. σε 12 ν.μ. για σκοπούς εθνικής ασφάλειας. Η Αμερική, όταν ανακήρυξε και μετά οριοθέτησε την ΑΟΖ της, έδωσε πλήρη δικαιώματα ΑΟΖ στα νησιά της και οριοθέτησε την ΑΟΖ της με αυτή της Κούβας και των νησιών Μπαχάμες βάσει της μέσης γραμμής.

10. Στη βάση αυτή προβλέπονται και ειδικά δικαιώματα, σύμφωνα με το άρθρο 13 της Συμφωνίας των Πρεσπών για τη Β. Μακεδονία, που χαρακτηρίζεται ως περίκλειστο κράτος, [μεταξύ άλλων, δικαιώματα πρόσβασης στη θάλασσα, δικαιώματα σύνδεσης (transit) με γειτονικά παράκτια κράτη, προτεραιότητα σε τυχόν αλιευτικό πλεόνασμα εντός της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) γειτονικών παράκτιων κρατών, συμμετοχή σε ερευνητικά προγράμματα τρίτων κρατών ή διεθνών οργανισμών στην ελληνική υφαλοκρηπίδα ή ΑΟΖ -αφ’ ης κηρυχτεί]. Σύμφωνα δε με τα όσα προκύπτουν από τη διαπραγμάτευση και την υπογραφή της Συμφωνίας των Πρεσπών, τα δικαιώματα αυτά αναγνωρίστηκαν στη Β. Μακεδονία χωρίς να έχουν ζητηθεί, χωρίς να έχουν τεθεί ως προαπαιτούμενα για την υπογραφή της.

11. Ισπανία και Γαλλία έχουν υιοθετήσει ΑΟΖ μόνο για τον Ατλαντικό και / ή τις υπερπόντιες κτήσεις τους, π.χ. η Γαλλία στον Ινδικό Ωκεανό με τα νησιά Ρεουνιόν και Τρόμελιν (2009), στον Ειρηνικό Ωκεανό με τα νησιά Κλίπερτον (2010) και Νέα Καληδονία (2011). Η Ισπανία, παράλληλα, το 1997 προχώρησε στην ανακήρυξη Ζώνης Προστατευόμενης Αλιείας στη θαλάσσια περιοχή της Βορειοδυτικής Μεσογείου. Η Ιταλία, αντίθετα, έχει προχωρήσει μόνο στη χάραξη υφαλοκρηπίδας με την Αλβανία (1992), την Ελλάδα (1977), την Ισπανία (1974), την Τυνησία (1971) και με Κροατία, Σλοβενία και Σερβία Μαυροβούνιο ως μέρη της Ενιαίας τότε Γιουγκοσλαβίας (1968). Από τις χώρες της Βόρειας Αφρικής, πέραν της Αιγύπτου, ΑΟΖ έχει κηρύξει και το Μαρόκο (στις ακτές του Ατλαντικού), το οποίο παράλληλα έχει προβεί και στη δημιουργία Ζώνης Προστατευόμενης Αλιείας (1975). Η Τυνησία έχει προχωρήσει μόνο σε διμερείς συμφωνίες με την Ιταλία (1971) και τη Λιβύη (1977) για τον καθορισμό υφαλοκρηπίδας, ενώ η Λιβύη από το 2005 διαθέτει Ζώνη Προστατευόμενης Αλιείας, όπως και υφαλοκρηπίδα με τη Μάλτα (1982) και την Τυνησία (1977). Ζώνη Προστατευόμενης Αλιείας, τέλος, έχει κηρύξει και η Κροατία -από την πλευρά των βαλκανικών χωρών.

12. «Το δικαίωμα αναζήτησης, έρευνας και εκμετάλλευσης των υδρογονανθράκων που υπάρχουν στις χερσαίες, στις υπολίμνιες και υποθαλάσσιες περιοχές στις οποίες η Ελληνική Δημοκρατία ασκεί αντιστοίχως κυριαρχία ή κυριαρχικά δικαιώματα (…) ανήκει αποκλειστικά στο Δημόσιο και η άσκησή του αφορά πάντοτε τη δημόσια ωφέλεια. (…) Ως “υποθαλάσσιες περιοχές” νοούνται ο βυθός και το υπέδαφος των εσωτερικών υδάτων, της αιγιαλίτιδας ζώνης, της υφαλοκρηπίδας και της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης (αφ’ ης κηρυχθεί) μέχρι την απόσταση των 200 ν.μ. από τις γραμμές βάσης από τις οποίες μετράται το εύρος της αιγιαλίτιδας ζώνης. Ελλείψει συμφωνίας οριοθέτησης με γειτονικά κράτη των οποίων οι ακτές είναι παρακείμενες ή αντικείμενες με τις ελληνικές ακτές, το εξωτερικό όριο της υφαλοκρηπίδας και της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης (αφ’ ης κηρυχθεί) είναι η μέση γραμμή, κάθε σημείο της οποίας απέχει ίση απόσταση από τα εγγύτερα σημεία των γραμμών βάσης (τόσο ηπειρωτικών όσο και νησιωτικών) από τις οποίες μετράται το εύρος της αιγιαλίτιδας ζώνης.»

Δείτε ακόμα...