Το Πόρισμα του ΚΚΕ στην Διακομματική Επιτροπή της Βουλής για τον Πρωτογενή Τομέα

Το πόρισμα του ΚΚΕ στη Διακομματική Επιτροπή της Βουλής για «τη μελέτη των προβλημάτων και την επεξεργασία προτάσεων για την ενίσχυση του πρωτογενούς τομέα» κατέθεσαν στη Βουλή οι βουλευτές του ΚΚΕ και μέλη της Επιτροπής Νίκος Καραθανασόπουλος και Διαμάντω Μανωλάκου. 

Όπως επισημαίνεται, το πόρισμα του ΚΚΕ περιέχει μια ουσιαστική, κριτική προσέγγιση της μελέτης του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών «αναδεικνύοντας ότι τα προβλήματα της αγροτικής παραγωγής δεν είναι τεχνικού χαρακτήρα, αλλά βαθύτατα πολιτικής- οικονομικής φύσης. Αποδομεί τις παραδοχές της μελέτης που ευθυγραμμίζονται με τη στρατηγική της ΚΑΠ της ΕΕ και της διεθνοποιημένης καπιταλιστικής αγοράς. Παράλληλα, το πόρισμα προβάλλει την πρόταση διεξόδου του ΚΚΕ για την οργάνωση της αγροτικής παραγωγής στο πλαίσιο του σοσιαλισμού».

Σε σχέση με τη θέση του ΚΚΕ για τη συγκρότηση της Διακομματικής Επιτροπής, μεταξύ άλλων, υπενθυμίζεται πως «από την πρώτη στιγμή, το ΚΚΕ είχε επισημάνει ότι η συγκρότηση της διακομματικής επιτροπής αποτελούσε επιδίωξη της κυβέρνησης προκειμένου να διεξαχθεί μια συζήτηση εντός του δεδομένου πλαισίου, στο οποίο —πλην του ΚΚΕ— συμπλέουν όλα τα υπόλοιπα κόμματα. Στόχος ήταν να στηθεί μια διαδικασία που θα κατέληγε σε συμπεράσματα, ώστε η κυβέρνηση να τα αξιοποιήσει πολιτικά, προβάλλοντάς τα ως δήθεν “συναίνεση” για την εφαρμογή της αντιλαϊκής κυβερνητικής πολιτικής. Το ΚΚΕ, έχοντας από την αρχή σταθεί απέναντι σε αυτούς τους σχεδιασμούς και καταψηφίζοντας τη δημιουργία της Διακομματικής Επιτροπής, διαχωρίζει πλήρως τη θέση του και δεν δεσμεύεται από απολύτως κανένα από τα συμπεράσματα και τις κατευθύνσεις της μελέτης του ΓΠΑ. 

Παρότι περιλαμβάνει και ορισμένα αιτήματα και διεκδικήσεις των βιοπαλαιστών αγροτών που έρχονται σε σύγκρουση με τις επιπτώσεις της εφαρμοζόμενης πολιτικής, η μελέτη κινείται αυστηρά εντός των ορίων της. Οι αγρότες διεκδικούν για να εξασφαλίσουν την άμεση επιβίωσή τους, να πάρουν μια ανάσα και να κρατήσουν τα χωράφια τους, και όχι απαραίτητα για να δώσουν απάντηση στο τι πρέπει να γίνει συνολικά. Αντικειμενικά, η συζήτηση σε αυτή την επιτροπή δεν μπορούσε να ανοίξει για την ουσία και τη συνολική προοπτική, καθώς το πλαίσιο της καπιταλιστικής οικονομίας και της ΚΑΠ θεωρήθηκε εκ των προτέρων δεδομένο και αδιαμφισβήτητο. Συνεπώς, δεν πρέπει να μας ξεγελά το γεγονός ότι ενσωματώθηκαν ορισμένα από τα αιτήματα του αγροτόκοσμου. Άλλο πράγμα είναι η δίκαιη πάλη ενός φορέα ή ενός παραγωγού για να σώσει την παραγωγή του μέσα στις σημερινές ασφυκτικές συνθήκες, και άλλο να επιχειρείται από τη μελέτη, από τα υπόλοιπα κόμματα κλπ να παρουσιαστούν οι συνθήκες αυτές και το σύστημα που τις γεννά ως μονόδρομος. (…)

Καθοριστική συμβολή στο να ανοίξει η συζήτηση από τη σκοπιά των πραγματικών διεκδικήσεων των βιοπαλαιστών αγροτών είχαν οι παρεμβάσεις και η παρουσία των βουλευτών του ΚΚΕ στην επιτροπή. Το ΚΚΕ σταθερά τοποθετείται και παρεμβαίνει από τη σκοπιά των συμφερόντων των βιοπαλαιστών αγροτοπαραγωγών και συνολικά του λαού, που έχει ανάγκες για φθηνή, ποιοτική και ασφαλή διατροφή. Αναδεικνύεται έτσι ότι η στήριξη του αγώνα των αγροτών δεν αφορά μόνο τους ίδιους για να μπορέσουν να κρατηθούν στην παραγωγή, αλλά συνδέεται άμεσα με τα συμφέροντα όλου του λαού. Η συνολική πρόταση του ΚΚΕ αποτελεί τη μόνη διέξοδο με πραγματική προοπτική για τον αγροτοπαραγωγό, αλλά και όλο τον λαό, καθώς χτυπάει στον πυρήνα τα πραγματικά αίτια των αδιεξόδων, τα οποία πηγάζουν από την καπιταλιστική εκμετάλλευση και την κυριαρχία των μονοπωλιακών ομίλων στον κλάδο της αγροτικής παραγωγής και γενικότερα».

Κατά την κριτική του στη μελέτη του ΓΠΑ, το ΚΚΕ σημειώνει, ανάμεσα σε άλλα: «Η κυρίαρχη αντίληψη προβάλλει ψευδώς την αγροτική παραγωγή ως ένα πεδίο επιχειρηματικής δράσης, όπου οι “ανθρωπογενείς και φυσικοί πόροι” πρέπει απλώς να “ορθολογικοποιηθούν” για να “υπηρετήσουν” τη μέγιστη δυνατή κερδοφορία. Γι’ αυτό άλλωστε, το βασικό θεμελιώδες σφάλμα της προσέγγισης της μελέτης είναι ότι αντιμετωπίζει τους αγρότες σαν μια ενιαία, συμπαγή κοινωνική δύναμη. Αυτή η εξίσωση είναι βαθιά παραπλανητική και αξιοποιείται τελικά για να παρουσιάσει την αγροτική παραγωγή ως δήθεν “εθνικής σημασίας” ζήτημα που απαιτεί “εθνική συναίνεση” και κοινούς άξονες δράσης όλων των πολιτικών δυνάμεων. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική: η ελληνική ύπαιθρος είναι βαθιά διαιρεμένη. Από τη μια πλευρά βρίσκεται η συντριπτική πλειοψηφία των μικρών και μεσαίων αγροτοπαραγωγών που μοχθούν, παράγουν τον πλούτο και συνθλίβονται από τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό, και από την άλλη μια δράκα επιχειρηματιών της αγροτικής παραγωγής, βιομηχάνων και εμπορικών κυκλωμάτων που καρπώνονται αυτόν τον πλούτο πάνω στην πλάτη του αγροτόκοσμου της βιοπάλης. Αυτή η αντίθεση αποτυπώθηκε σε έναν βαθμό στα πρακτικά της επιτροπής, κυρίως κατά τις συνεδριάσεις στις οποίες πήραν μέρος εκπρόσωποι φορέων του ριζοσπαστικού αγροτικού κινήματος, που συντονίζονται πανελλαδικά μέσω της Πανελλαδικής Επιτροπής των Μπλόκων — περιπτώσεις που ήταν ελάχιστες μπροστά στον συνολικό όγκο και τον προσανατολισμό των εργασιών της επιτροπής».

Επισημαίνεται, ακόμα, ότι «οι αγώνες των αγροτών και οι απαντήσεις που δίνει η κυβέρνηση στα αιτήματά τους δείχνουν ήδη ότι η επιβίωσή του βιοπαλαιστή της υπαίθρου και η κάλυψη των κοινωνικών αναγκών δεν χωράνε στον στενό κορσέ της σημερινής οικονομίας και πολιτικής. Όλα τα δίκαια αιτήματα των βιοπαλαιστών αγροτών —όπως οι εγγυημένες τιμές, η μείωση του κόστους παραγωγής, οι αποζημιώσεις στο 100% της ζημιάς, ακόμα και ο εμβολιασμός των ζώων— αντιμετωπίστηκαν και στις πρόσφατες κινητοποιήσεις από την κυβέρνηση με τη λογική ότι δεν μπορεί να τα ικανοποιήσει, γιατί αυτά συγκρούονται με τους κανόνες της λεγόμενης ελεύθερης αγοράς και της ΚΑΠ της Ευρωπαϊκής Ένωσης. (…) Το ΚΚΕ υποστηρίζει και προβάλλει τα δίκαια αιτήματα επιβίωσης: Τη δραστική μείωση του κόστους παραγωγής με αφορολόγητο πετρέλαιο, πλαφόν στο αγροτικό ρεύμα, επιδότηση σε μέσα, εφόδια και ζωοτροφές κ.α, τις εγγυημένες τιμές που καλύπτουν το κόστος και εξασφαλίζουν εισόδημα επιβίωσης στον αγρότη και συνέχιση της αγροτική δραστηριότητας, την αλλαγή του κανονισμού του ΕΛΓΑ με επαρκή κρατική χρηματοδότηση για 100% αποζημιώσεις από όλες τις καταστροφές και νόσους, τη σύνδεση των ενισχύσεων με την πραγματική παραγωγή και το πραγματικό ζωικό κεφάλαιο, την άμεση παύση κάθε ποινικής δίωξης και των “αγροτοδικείων” σε βάρος των αγωνιζόμενων παραγωγών κλπ. Η παραπάνω απάντηση που δίνει η κυβέρνηση φωτίζει την αλήθεια και πρέπει να οδηγήσει σε βαθιά συνειδητοποίηση: ο αγώνας δεν μπορεί να έχει άλλη κατεύθυνση από το να συγκρουστεί με τον πραγματικό ένοχο το σύστημα του κέρδους και της εκμετάλλευσης. Όπως επισημαίνει σταθερά το ΚΚΕ, για να κερδίσει ο λαός, ο αγρότης, ο εργάτης και ο αυτοαπασχολούμενος, πρέπει να χάσει το κεφάλαιο. Μόνο όταν ο ίδιος ο λαός πάρει τα ηνία στα χέρια του και τραβήξει τον δρόμο της ανατροπής, η παραγωγή και ο πλούτος που παράγει θα γίνουν δική του υπόθεση και ιδιοκτησία».

Τέλος, αναδεικνύεται αναλυτικά η ρεαλιστική πρόταση διεξόδου του ΚΚΕ για τη σοσιαλιστική οργάνωση της παραγωγής, με το ΚΚΕ να καλεί μέσα από το πόρισμά του τους βιοπαλαιστές της υπαίθρου σε «ισχυρή συμπόρευση», ώστε «να ενισχυθεί ο αγώνας σήμερα για τις άμεσες διεκδικήσεις και την επιβίωση, αλλά ταυτόχρονα να φωτιστεί και να ανοίξει η προοπτική της οριστικής απελευθέρωσης. Αυτή η προοπτική αποκτά σάρκα και οστά μέσα στην ατσάλινη συμμαχία της εργατικής τάξης με τους αυτοαπασχολούμενους αγρότες και τα λαϊκά στρώματα της πόλης. Όταν οι εργάτες στα εργοστάσια, στις μεταφορές, στα σούπερ μάρκετ και οι αγρότες στα χωράφια ενώσουν τις δυνάμεις τους και πάρουν τα κλειδιά της οικονομίας στα δικά τους χέρια, ο πλούτος που παράγεται θα ανήκει σε αυτούς που τον δημιουργούν. Μόνο έτσι θα αφήσουμε οριστικά πίσω μας τη βαρβαρότητα της εκμετάλλευσης, ανοίγοντας τον δρόμο για μια πραγματικά ανθρώπινη κοινωνία».

Ολόκληρο το πόρισμα εδώ.

Ετικέτες: ,

Δείτε ακόμα...