Νέα Συνθήκη «Αμυνας και Ασφάλειας» υπέγραψαν χθες Βρετανία και Πολωνία, στο πλαίσιο της πολεμικής προετοιμασίας για μια σύγκρουση με τη Ρωσία, και ενώ ο γεωπολιτικός ανταγωνισμός για το «πάνω χέρι» στην Ευρώπη εντείνεται και μέσα στο ευρωατλαντικό στρατόπεδο, με τη δημιουργία «υποσυμμαχιών» και «συνασπισμών».
Η συμφωνία επικεντρώνεται σε ζητήματα αμοιβαίας υποστήριξης, κοινών ασκήσεων, στρατιωτικών προμηθειών, αεράμυνας, κυβερνοασφάλειας και ευρύτερης ασφάλειας των υποδομών.
Να σημειωθεί εδώ ότι χθες η Ανν Κιστ – Μπάτλερ, επικεφαλής της βρετανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών και Κυβερνοασφάλειας (GCHQ), προειδοποίησε ότι «στενεύουν τα περιθώρια» για τη Βρετανία και άλλες χώρες της «Δύσης» μπροστά στους «κινδύνους ασφαλείας». Η κυβερνοασφάλεια πρέπει τώρα να γίνει «δέκα φορές πιο επείγουσα», είπε. Υπογράμμισε ότι η Κίνα είναι πλέον μια «υπερδύναμη της επιστήμης και της τεχνολογίας, με εξελιγμένες δυνατότητες σε όλες τις υπηρεσίες πληροφοριών, κυβερνοασφάλειας και στρατιωτικής ασφάλειας», ενώ η Ρωσία «κλιμακώνει την καθημερινή υβριδική της δραστηριότητα κατά του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ευρώπης».
Σε ενημέρωση δημοσιογράφων πριν αναχωρήσει για το Ηνωμένο Βασίλειο, ο Πολωνός πρωθυπουργός Ντ. Τουσκ άφησε να εννοηθεί ότι η Συνθήκη θα υπερβαίνει τις προηγούμενες συμφωνίες, του 2017 και του 2023, και θα περιλαμβάνει διατάξεις για αμοιβαία βοήθεια στον τομέα της «ασφάλειας», εκτός του πλαισίου του Αρθρου 5 του ΝΑΤΟ.
Ισχυρίστηκε ότι η διμερής Συνθήκη σημαίνει πως η Πολωνία θα μπορούσε να «βασίζεται» στο Ηνωμένο Βασίλειο για μια «ταχεία διμερή αντίδραση πριν ληφθεί απόφαση από όλα τα 32 μέλη του ΝΑΤΟ», σε περίπτωση σύγκρουσης.
Εξάλλου ο Τουσκ επεσήμανε ότι και τα δύο ευρωπαϊκά κράτη του ΝΑΤΟ βλέπουν «τη Ρωσία ως στρατηγική απειλή», και οι δύο ηγέτες επρόκειτο να συζητήσουν την αύξηση των υβριδικών επιθέσεων, των κυβερνοεπιθέσεων και της κατασκοπείας.
Από την πλευρά της η Ντάουνινγκ Στριτ ανακοίνωσε ότι η Συνθήκη θα περιλαμβάνει την κοινή χρήση «μη επανδρωμένων συστημάτων για την ενίσχυση της ανατολικής πλευράς του ΝΑΤΟ» και «επιταχυνόμενη» συνεργασία για την αντιμετώπιση της «κακόβουλης» παραπληροφόρησης. Επιπλέον η συμφωνία θα επιτρέψει στα δύο κράτη να συνδυάσουν την τεχνογνωσία και τη βιομηχανική τους ικανότητα για να ηγηθούν της ανάπτυξης και κατασκευής σύνθετων όπλων επόμενης γενιάς, συμπεριλαμβανομένης της ενίσχυσης των συστημάτων αεροπορικής και πυραυλικής άμυνας.
«Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει τώρα η Ευρώπη απαιτούν μια ακόμα πιο ισχυρή συνεργασία», δήλωσε ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ μετά την τελετή υπογραφής. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε στη συνεχιζόμενη απειλή από τη Ρωσία, την οποία «βλέπουμε όχι μόνο στην ίδια την Ουκρανία αλλά και πέρα από την Ουκρανία, να επηρεάζει τις δικές μας χώρες».
«Αυτή η Συνθήκη είναι το μεγαλύτερο βήμα προόδου στη σχέση ασφαλείας με την Πολωνία, επιτρέποντάς μας να αντιμετωπίσουμε σύγχρονες απειλές ασφαλείας που μπορεί να είναι λιγότερο ορατές, αλλά όχι λιγότερο επικίνδυνες», πρόσθεσε.
Η τελευταία «αμυντική» συμφωνία με ένα μέλος της ΕΕ υπογραμμίζει την επιδίωξη της Μεγάλης Βρετανίας να αποκαταστήσει ορισμένες συνέπειες του Brexit, ενισχύοντας οικονομικούς και στρατιωτικούς «δεσμούς» με ευρωπαϊκά κράτη, καθώς οξύνονται οι αντιθέσεις με τις ΗΠΑ και επιδεινώνονται οι σχέσεις με την Ουάσιγκτον.
Πέρυσι, Βρετανία και Γαλλία συμφώνησαν να ενισχύσουν την «αμυντική σχέση» τους, συμπεριλαμβανομένης της ενίσχυσης της συνεργασίας σχετικά με τα πυρηνικά τους οπλοστάσια, και ο Στάρμερ υπέγραψε επίσης μια Συνθήκη για την «εμβάθυνση των δεσμών» με τη Γερμανία. Η Πολωνία υπέγραψε μια «αμυντική Συνθήκη» με τη Γαλλία το 2025 και εργάζεται πάνω σε μια παρόμοια Συνθήκη με τη Γερμανία.



