10 χρόνια μακριά από τον δικό μας «άγιο»

Άλκης Αλκαίος
Άλκης Αλκαίος

Πίστευε πως «η παρτίδα μας δεν παίχτηκε ακόμα» και πως «ο χρόνος δεν είναι με το μέρος κανενός». Ο Άλκης Αλκαίος, που λεγόταν Βαγγέλης Λιάρος, υπήρξε ένα πολύτιμο πλάσμα με ειδική ευαισθησία να βλέπει όχι μόνο τα κρυμμένα, αλλά κυρίως να βλέπει το παρακάτω της Ιστορίας. Όπως είχε πει ο Θάνος Μικρούτσικος, ο Αλκαίος «εξέφρασε την καθολική αγωνία της γενιάς του», ενώ ο Δημήτρης Μητροπάνος πίστευε πως ο Αλκαίος «έζησε σ’ έναν δικό του κόσμο, πολύ πλούσιο, γεμάτο από στοργή, αγάπη, δικαιοσύνη και αισιοδοξία». Γεννιέται στις 23 Νοεμβρίου του 1949 στην Κοκκινιά Φιλιατών, κοντά στα ελληνοαλβανικά σύνορα, αλλά πολιτογραφείται από μικρός κάτοικος της Πάργας. Πεθαίνει τα ξημερώματα της 10ης Δεκεμβρίου του 2012, σε ηλικία μόλις 63 χρόνων. Παίρνει το όνομά του από τον θείο του, που ήταν ΕΛΑΣίτης και σκοτώθηκε στα 23 του χρόνια. Έχει ουσιαστική συμμετοχή στον αντιδικτατορικό αγώνα και με την ομάδα του κρύβουν τους παράνομους και τους κυνηγημένους σε υπόγεια και κάποιους τους φυγαδεύουν στο εξωτερικό. Τον συλλαμβάνουν το καλοκαίρι του ’73 για την αντιστασιακή δράση του και για την εμπλοκή του στην πρώτη απόπειρα δραπέτευσης του Αλέκου Παναγούλη από τη φυλακή, όπου βρισκόταν μετά την αποτυχημένη προσπάθεια δολοφονίας του δικτάτορα Παπαδόπουλου. Στην Μπουμπουλίνας και στο ΕΑΤ-ΕΣΑ τον βασανίζουν άγρια για 6 μήνες. Τα συνεχή βασανιστήρια και οι βάρβαρες κακοποιήσεις μαζί με ένα αυτοάνοσο νόσημα που είχε, του δημιουργούν αξεπέραστα προβλήματα υγείας. Ο δυνατός 24χρονος που έσφυζε από ζωή, μπαίνοντας σε εκείνα τα κολαστήρια, βγαίνει από αυτά βαριά σακατεμένος. Για πολύ καιρό μένει κατάκοιτος. Όταν συνέρχεται κάπως, επιστρέφει στη δικηγορία. Ανοίγει δικό του γραφείο στη Βερανζέρου, που παραμένει ανοιχτό μέχρι το ’84. Εντάσσεται στο ΚΚΕ, στην Οργάνωση των δικηγόρων και παραμένει ενεργό μέλος για πολλά χρόνια.

Στην εξορία του δωματίου

Ακινητοποιημένος σ’ ένα δωμάτιο, γράφει στο «Σαράκι του Ρεμπώ»:

«(…) τέσσερις τοίχοι η καινούργια μου εξορία. Δε φταις εσύ, δε λέει συγγνώμη ο κεραυνός».

Δίπλα του είναι πάντα ο πατέρας του, ο Θανάσης Λιάρος, αλλά και ο αδελφός του ο Γρηγόρης. Η μητέρα τους έχει πεθάνει πολλά χρόνια πριν. Δημιουργεί συνέχεια, διαβάζει, ενημερώνεται. Ξέρει τι συμβαίνει εκεί έξω. Αγγίζει τον σφυγμό της ταραγμένης εποχής του. Γράφει σαν να ζει έξω στους δρόμους, στα εργοστάσια, στα πανεπιστήμια, στα χωράφια, στα γραφεία, στις διαδηλώσεις… Αφουγκράζεται και αποκωδικοποιεί τον καιρό του, ενώ δεν μιλάει ποτέ για τα βασανιστήριά του. Σαν να μην τα πέρασε όλα αυτά τα φριχτά. Δεν επιτρέπει σε κανέναν να αντιληφθεί το πρόβλημά του, ούτε να τον λυπηθεί. Σ’ εκείνους τους τέσσερις τοίχους, γεννιέται καθημερινά πολιτισμός. Γεννιέται η ζωντανή ποίηση της εποχής του, με τον αιχμηρό λόγο, τη μαχητικότητα, μια ποίηση που γράφεται για τους αγώνες του ανθρώπου και τα όνειρά του, μια ποίηση που χτυπάει με δύναμη τις καμπάνες του παρόντος, στον ρυθμό του μέλλοντος. Ο Θάνος Μικρούτσικος είχε πει γι’ αυτόν: «Ο Άλκης έχει έναν μαγικό τρόπο με τα τραγούδια του, όπως η “Ρόζα”, να διαλύει την πάλη των τάξεων. Σκέψου. Είναι ένα τραγούδι που το χορεύουν ασφαλίτες, μπάτσοι και αναρχικοί στα Εξάρχεια».

Σκίζοντας καθέτως τη βαρβαρότητα

Το 1981 γράφει στον «Ριζοσπάστη»: «Η τέχνη τότε μονάχα είναι πραγματικά προοδευτική, πρωτοπόρα και καινοτόμα, όταν γεννιέται και εξελίσσεται μέσα στην κοχλάζουσα χοάνη των καθολικών αιτημάτων των καιρών». Ο Αλκαίος καίγεται για την ουσία του στίχου. Είναι λάτρης του Χικμέτ, του Καρυωτάκη και του Καββαδία. Διαβάζοντας κανείς αυτά που γράφει, νιώθει πως περιέχουν μέσα τους κι άλλους ποιητές, κυρίως εκείνους του μεσοπολέμου, τους οποίους όμως έχει αφομοιώσει με αριστοτεχνικό τρόπο. Δουλεύει με κλειδιά που ξεκλειδώνουν τη συγκυρία και του «εγώ» και του «εμείς». Κάνει την ποίηση της συγκυρίας. Σκίζει καθέτως τη βαρβαρότητα ο εξπρεσιονισμός των στίχων του! Ίσως μαζί με τον Γκάτσο και τον Ελευθερίου, να είναι – όχι οι στιχουργοί, αλλά – οι Ποιητές των τραγουδιών. «Οι εικόνες που προκύπτουν από την ποίησή του – έλεγε το άλλο του μισό στη μουσική, ο Θάνος Μικρούτσικος – μου θυμίζουν μαγικά σκανδιναβικά παραμύθια. Ξεκλειδώνουν κι εκφράζουν τη δραματική κατάσταση που βιώνουμε, είτε πρόκειται για το ατομικό, είτε για το όλον». Ο Αλκαίος τού στέλνει με το ταχυδρομείο καλογραμμένα χαρτάκια με στίχους, τουλάχιστον μια φορά τη βδομάδα. Κάποιες φορές μάλιστα τον βομβαρδίζει με ποίηση και κάθε μέρα. Μετά ακούει από το τηλέφωνο τη μουσική που τους βάζει ο Θάνος και πάντα ενθουσιάζεται. Έτσι μελοποιούνται πάνω από 120 σπουδαία κομμάτια, αλλά τελικά δημοσιοποιούνται μόνο καμιά εξηνταριά. Ο διεισδυτικός, οξυδερκής και βαθιά καλλιεργημένος Αλκαίος σημαδεύει όσο ελάχιστοι το σύγχρονο ελληνικό τραγούδι.

Λύπη γι’ αυτούς που δεν ονειρεύονται

Το «Εμπάργκο», η πρώτη ολοκληρωμένη εμφάνισή του στη δισκογραφία, τον καθιερώνει ως ανερχόμενη δύναμη στον στίχο. 40 χρόνια τώρα, το «Εμπάργκο» παραμένει εντυπωσιακά επίκαιρο, ειδικά στον τομέα του προσωπικού αποκλεισμού. Η ανατριχίλα συνοδεύει πάντα το άκουσμα του «Ταπεινού ρέκβιεμ για το μέλλον», της «Σκάντζας» και του «Μες στο Χημείο του Μαγιού». Έλεγε πάντα πως λυπόταν βαθιά αυτούς που δεν ονειρεύονται. Και το έλεγε αυτό, εννοώντας το απολύτως, κάποιος καθηλωμένος χρόνια σε μια πολυθρόνα. Ονειρευόταν κι έγραφε: «Πάρε τη ζωή στα δυο σου χέρια, τις γροθιές σου χτύπα στα μαχαίρια, θα ‘φευγαν τα σύννεφα φαντάσου, αν κουνούσες λίγο τα φτερά σου». Το πιο αγαπημένο τραγούδι του Χατζιδάκι ήταν το «Θέατρο Σκιών» και του Μικρούτσικου το «Κακόηθες Μελάνωμα». Το δικό μας αγαπημένο; Όλα του! Επίλογο όμως σ’ αυτό το κείμενο βάζω μια στροφή από το τραγούδι «Φλεβάρης 1848» του Άλκη και του Θάνου. Το έχω συχνά στο μυαλό μου με πεντακάθαρη τη φωνή της Μαρίας Δημητριάδη να λέει: «Απόψε σμίξαν τις καρδιές μας/ σ’ έναν έστω στιγμιαίο συντονισμό/ ίδιες ελπίδες καθώς μας φώτιζαν το δρόμο/ οι σελίδες απ’ το κομμουνιστικό μας μανιφέστο».

Της
Σεμίνας Διγενή

Δείτε ακόμα...