100 χρόνια από τη συνθήκη των Σεβρών – Μέρος Γ’

Η ειρήνη των Σεβρών / Πηγή: Wikipedia

Το ALT.GR δημοσιεύει το τρίτο μέρος, από την «Κομμουνιστική Επιθεώρηση» το θεωρητικό και πολιτικό όργανο της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, του άρθρου του Αναστάση Γκίκα, μέλος του Τμήματος Ιστορίας της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, με τίτλο: «100 χρόνια από την ιμπεριαλιστική ειρήνη των Σεβρών (1920).

ΜΕΡΟΣ Γ΄

ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΕΒΡΕΣ ΣΤΗ ΛΟΖΑΝΗ

Η ιταλική αστική τάξη, που ήταν η πλέον «ριγμένη» της μοιρασιάς των Σεβρών, είχε κάθε λόγο να επιδιώκει την αναθεώρησή της. Αν και – όπως είδαμε – η υπονόμευση της Συνθήκης είχε ξεκινήσει ήδη πριν την υπογραφή της, το πρώτο «επίσημο» ρήγμα πραγματοποιήθηκε στις 12 Μάρτη 1921 με το Σύμφωνο B. Sami (Σαμί) – C. Sforza, με το οποίο, η Ιταλία εξασφάλιζε από την τουρκική αστική κυβέρνηση της Άγκυρας την «πλήρη αναγνώριση των συμφερόντων της στην Αττάλεια», έναντι της «άμεσης απόσυρσης των στρατευμάτων» της από τα μικρασιατικά εδάφη και τη διπλωματική της υποστήριξη αναφορικά με «την επιστροφή της Θράκης και της Σμύρνης» στην Τουρκία.85

Της ιταλοτουρκικής συμφωνίας είχε προηγηθεί αντίστοιχη γαλλο – τουρκική (Σύμφωνο B. Sami – A. Briand, 11 Μάρτη 1921) για την απόσυρση των στρατευμάτων της Γαλλίας από την Κιλικία, έτσι ώστε «να επικεντρωθούν όλες οι διαθέσιμες δυνάμεις στη διασφάλιση του ελέγχου της Συρίας». Η επικρατούσα άποψη συνολικά στον προσανατολισμό της γαλλικής αστικής τάξης ήταν πως «τα συμφέροντα της Γαλλίας στην περιοχή (…) εξασφαλίζονταν πιο αποτελεσματικά, επιδιώκοντας φιλικότερες σχέσεις με μια αναζωογονημένη Τουρκία, παρά επιχειρώντας την επιβολή των όρων μιας συνθήκης, που εν τέλει θα έβαινε επωφελής κυρίως για τη Βρετανία».86 Το Σύμφωνο Franklin Bouillon (Φραν- κλέν Μπουιγιόν) που ακολούθησε (20 Οκτώβρη 1921), έθεσε τις βάσεις για χωριστή ειρήνη της Γαλλίας με την Τουρκία, σηματοδοτώντας πρακτικά και το τέλος της Συνθήκης των Σεβρών.

Η απόσυρση των ιταλικών και -κυρίως- των γαλλικών στρατευμάτων (τον Ιούλη και Οκτώβρη του 1921 αντίστοιχα), που αριθμούσαν συνολικά κάπου 70.000 άντρες, επέτρεψε την αποδέσμευση σημαντικών τουρκικών δυνάμεων, που πλέον επικεντρώθηκαν στο ελληνοτουρκικό μέτωπο.

Η υπονόμευση των ελληνικών διεκδικήσεων (στο πλαίσιο της επιδιω- κόμενης αναθεώρησης των Σεβρών) δεν ήταν όμως μόνο έμμεση. Αναφορές για τον εξοπλισμό και την πολύμορφη γενικότερα συνδρομή των Ιταλών προς τις νεοσύστατες τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις στη Μ.

Ασία κατά των Ελλήνων, υπήρχαν από τα μέσα κιόλας του 1919. Ποικίλα προσκόμματα στη Μικρασιατική Εκστρατεία έθεταν επίσης οι Γάλλοι (όπως αναφέρει σχετικά σε τηλεγράφημά του στις 3 Μάρτη 1921 ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών Γ. Μπαλτατζής), ενώ στα μέσα του 1921 ο Ε. Βενιζέλος, αναφερόμενος στη Γαλλία, θα κάνει λόγο: «Για απροσπέλαστο εχθρό (…) ήτις οδηγεί τα ιδικά μας [συμφέροντα] εις άμεσον καταστροφήν..»87

Η δύναμη που επιθυμούσε λιγότερο από κάθε άλλη την αναθεώρηση της Συνθήκης των Σεβρών, επιμένοντας στην επιβολή της με τη δύναμη των ελληνικών όπλων, ήταν η Βρετανία. Όπως τόνιζε σε υπόμνημά του στα τέλη του 1920 ο H. Nicolson(τότε αξιωματούχος του Τμήματος Ανατολής του βρετανικού υπουργείου Εξωτερικών): «Η στήριξή μας στην Ελλάδα δεν πήγαζε από συναισθηματικά κίνητρα, αλλά τη φυσική έκφραση της διαχρονικής μας πολιτικής -της προστασίας της Ινδίας και της Διώρυγας του Σουέζ. Για έναν και πλέον αιώνα υποστηρίζαμε την Τουρκία ως την πρώτη γραμμή άμυνάς μας στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Τουρκία απέτυχε και έτσι αναδιπλωθήκαμε στη δεύτερη γραμμή[άμυνας], τη γραμμή από τη Σαλαμίνα στη Σμύρνη. Από γεωγραφική άποψη, η θέση της Ελλάδας ήταν μοναδική για τους σκοπούς μας.»88

Ωστόσο, ήδη από το φθινόπωρο του 1920, η στρατηγική της Βρετανίας στην Εγγύς Ανατολή είχε αρχίσει να αναπροσαρμόζεται. Κύριοι άξονες αυτής της αναπροσαρμογής ήταν: α) Η ανάγκη περιορισμού των στρατιωτικών της δεσμεύσεων διεθνώς, λόγω των επιτακτικών απαιτήσεων της οικονομικής μεταπολεμικής της ανασυγκρότησης, β) η εκτιμώμενη αδυναμία να υπερασπιστεί τα πρόσφατα «κέρδη» της στη Μέση Ανατολή σε περίπτωση γενικευμένης αναταραχής στην περιοχή, γ) η απροθυμία της να εμπλακεί μονομερώς (με δεδομένη τη στάση Γαλλίας – Ιταλίας) στη στρατιωτική στήριξη της Ελλάδας, προκειμένου να επιβληθούν οι όροι των Σεβρών, δ) η αυξανόμενη ανησυχία γύρω από τον αρνητικό αντίκτυπο της πολιτικής της στους μουσουλμανικούς πληθυσμούς της Ινδίας, και ε) η προοπτική μετατροπής της Τουρκίας σε ισχυρό ανάχωμα έναντι της Σοβιετικής Ρωσίας.89

Στα παραπάνω θα πρέπει να συνεκτιμηθεί και η σταδιακή προσέγγιση της τουρκικής αστικής τάξης με τη Βρετανία. Όπως πρότεινε ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών B. Sami στο Συνέδριο του Λονδίνου (1921), ο ρόλος που είχε αναθέσει η Βρετανία στους Έλληνες, μπορούσε «να εκπληρωθεί πιο εύκολα και με ευχαρίστηση από τους Τούρκους»,90 τοποθέτηση που κέρδιζε συνεχώς έδαφος στις γραμμές της βρετανικής αστικής τάξης.

Σε κάθε περίπτωση, αυτό που διαπιστώθηκε στο βρετανικό υπουργικό Συμβούλιο της 20ής Γενάρη 1921, ήταν πως η Συνθήκη των Σεβρών δεν μπορούσε πλέον να διατηρηθεί ως είχε.91 Ένας συμβιβασμός έπρεπε να επιτευχθεί, (όσο το δυνατό σε βάρος τρίτων) προκειμένου να διασφαλιστούν τα ζωτικά βρετανικά συμφέροντα στην Εγγύς Ανατολή.

Καταλυτικός παράγοντας των εξελίξεων στην ευρύτερη περιοχή παρέμενε ο ενδοϊμπεριαλιστικός ανταγωνισμός Βρετανίας – Γαλλίας, που ξεδιπλωνόταν ταυτόχρονα παντού, όπου υπήρχε σύγκρουση συμφερόντων. Η Εγγύς Ανατολή υπήρξε ένα από τα πολλά πεδία αυτής της σύγκρουσης τη δοσμένη περίοδο, στο οποίο εντάσσονταν τόσο η μονομερής προσέγγιση της Γαλλίας με τους Τούρκους αστούς εθνικιστές όσο και η εναντίωσή της στις ελληνικές επιδιώξεις (που έβλεπε ως επέκταση των αντίστοιχων βρετανικών).

ΟΙ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΟΥ 1920

Βασικό επιχείρημα της βενιζελικής αστικής παράταξης (που αναπαράγεται ως τα σήμερα από μεγάλο τμήμα της κρατούσας ιστοριογραφίας) ήταν πως καθοριστικός παράγοντας στην αρνητική εξέλιξη της Μικρασιατικής Εκστρατείας υπήρξε η εκλογική νίκη των αντιβενιζελικών δυνάμεων το Νοέμβρη του 1920 και η επιστροφή στο θρόνο του βασιλιά Κωνσταντίνου. Γεγονότα, που σύμφωνα με την ίδια εκδοχή, αντέστρεψαν τη μέχρι τότε ευνοϊκή στάση των Συμμάχων (λόγω του «φιλογερμανικού» παρελθόντος του Κωνσταντίνου), με καταστροφικές συνέπειες για τις ελληνικές διεκδικήσεις.

Τίποτε από τα παραπάνω δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Όπως είδαμε ήδη, οι σχέσεις της ιταλικής και της ελληνικής αστικής τάξης ήταν διαχρονικά τεταμένες, αφού οι επιδιώξεις τους αλληλοεφάπτονταν σε μεγάλο βαθμό. Ούτε όμως και με τις γαλλικές βλέψεις στην περιοχή συνάδαν, ασχέτως αν σε ορισμένες φάσεις των αλλεπάλληλων παζαριών εμφανίζονταν να διάκεινται ευνοϊκά. Όπως πολύ σωστά υπογραμμιζόταν σε κρυπτογράφημα της 3ης Μάρτη 1921: «Η στάση της Γαλλίας δεν οφειλόταν σε λόγους δυσμένειας προς το σημερινόν καθεστώς, αλλ’ ένεκα βαθύτερων αιτιών πολιτικής γενικωτέρας (…). Δεν απομένει αμφιβολία ότι η γαλλική εχθρότης οφείλεται εις την υπόνοιαν και το φόβον μη η Ελλάς καταστή εν Ανατολή πρόσκοπος των αγγλικών πολιτικών συμφερόντων.»92 Στους κόλπους της βρετανικής αστικής τάξης, επίσης, υπήρχαν διαφοροποιήσεις έναντι της Μικρασιατικής Εκστρατείας.

Η στρατηγική των ισχυρών καπιταλιστικών κρατών της Αντάντ χαρασ- σόταν με γνώμονα τα συμφέροντά τους, και, όπως υπογράμμισε ο Βρετανός πρωθυπουργός D. Lloyd George κατά τις γαλλοβρετανικές διαβουλεύσεις της 26ης Νοέμβρη 1920: «Κανείς Βασιλιάς της Ελλάδας δεν μπορούσε να επηρεάσει οτιδήποτε το ουσιώδες έναντι των Συμμάχων.» Βεβαίως, την ίδια στιγμή, τόσο οι Γάλλοι όσο και πολλά μέλη της Βρετανικής κυβέρνησης [όπως ο Churchill (Τσόρτσιλ), ο Chamberlain (Τσάμπερλεν), o Milne (Μιλν) κ.ά.] εκτιμούσαν πως η πολιτική αλλαγή στην Ελλάδα μπορούσε να αξιοποιηθεί κάλλιστα ως «δικαιολογία για μια ριζική αναθεώρηση στον προσανατολισμό της συμμαχικής πολιτικής στην Εγγύς Ανατολή».93

Το γεγονός, λοιπόν, μπορεί να αξιοποιήθηκε ως αφορμή και δικαιολογία – ειδικά από τη Γαλλία – για την αιτιολόγηση μιας ήδη διαμορφωμένης πολιτικής, όμως σε καμιά περίπτωση, δεν ήταν η αιτία της.«Είτε ο κ. Βενιζέλος ενίκα εις τας εκλογάς του 1920»,έγραφε ο Ι. Μεταξάς,«είτε οι αντίπαλοί του, η Ελλάς θα διεξήγε μόνη της τον πόλεμον κατά της Τουρκίας, εάν ήθελε να πραγματοποιήση τη Συνθήκη των Σεβρών, και συνεπώς μοιραίως θα απετύγχανεν, όπως απέτυχε. Το μόνον ζήτημα που έλυσαν αι εκλογαί ήτο το ποιος θα επλήρωνε τα σπασμένα: Ο κ. Βενιζέλος ή οι αντίπαλοί του. Τα πλήρωσαν οι δεύτεροι.»94

Τα «σπασμένα» βεβαίως των κοινών αστικών επιδιώξεων τα πλήρωσε ο ελληνικός λαός, με τους χιλιάδες νεκρούς και ξεριζωμένους του. Μόνο μέρος της πολιτικής ευθύνης της μικρασιατικής καταστροφής πλήρωσαν εξατομικευμένα ορισμένοι λίγοι εκ των ιθυνόντων της αντιβενιζελικής αστικής παράταξης, προκειμένου να καταλαγιάσει η λαϊκή οργή και να εξαγνιστεί από τις ευθύνες της το σύνολο της αστικής τάξης (βλ. «Δίκη των εξ»95).

Η ΟΜΟΨΥΧΙΑ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ – ΟΙ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Ο αστικός πολιτικός κόσμος, παρά τις έντονες εσωτερικές του αντιθέσεις και συγκρούσεις («Εθνικός Διχασμός»), στοιχήθηκε σύσσωμος πίσω από τις επιδιώξεις της αστικής τάξης στη Μικρά Ασία. Έτσι, η αντιβενιζελική παράταξη, η οποία κέρδισε τις εκλογές του 1920 υποσχόμενη τον τερματισμό της Μικρασιατικής Εκστρατείας (καπηλευόμενη τα αντιπολεμικά αισθήματα ενός λαού, που βρισκόταν σε πόλεμο σχεδόν αδιάκοπα από το 1912 και βίωνε τρομερή εξαθλίωση), όταν ανέλαβε την κυβερνητική διαχείριση, έκανε «στροφή» 180 μοιρών, με τον πρωθυπουργό Ν. Καλογερόπουλο να δηλώνει από το βήμα της Βουλής πως: «Η Ελληνική Κυβέρνησις δε δύναται να έχη άλλην αντίληψην από εκείνη που ηφαρμόσθη υπό της προκατόχου Κυβερνήσεως» και τον Ν. Στράτο να διατρανώνει πως: «Θεωρεί τη συνθήκην των Σεβρών ως το κατώτατον όριον ικανοποιήσεως των δικαίων του Έθνους.»96 Η ελληνική αποστολή στο Λονδίνο (με επικεφαλής τον ίδιο τον πρωθυπουργό) στις 21 Φλεβάρη 1921 διαβεβαίωνε τους Συμμάχους πως «ο ελληνικός στρατός ήταν σε θέση όχι μόνο να καταλάβει την Άγκυρα και να διαλύσει τις Κεμαλικές δυνάμεις, αλλά και να επεκτείνει τις επιχειρήσεις του και ανατολικό- τερα, αν αυτό απαιτούνταν ώστε να επιβληθούν οι όροι των Δυνάμεων στον Κεμάλ». Επιπλέον, διαβεβαίωνε πως η Ελλάδα μπορούσε να σηκώσει το οικονομικό βάρος της εκστρατείας, απλά με μια «ευμενή στάσιν των Δυνάμεων διά της οικονομικής πίστεως ημών», με το επιχείρημα μάλιστα πως «η Ελλάς είναι εξ όλων των συμμετασχουσών του πολέμου η ολιγώτερον διά φόρων βεβαρημένη».97

Η βενιζελική αστική παράταξη στοιχήθηκε πλήρως πίσω από την αντι- βενιζελική κυβέρνηση, με το στρατηγό Π. Δαγκλή να ενημερώνει τον Ε. Βενιζέλο (τον οποίο είχε αντικαταστήσει στην αρχηγεία του κόμματος των Φιλελευθέρων): «Το κόμμα μας (…) θεωρεί αναγκαίαν τη σύμπραξίν του διά τη διάσωσιν των εκ της συνθήκης των Σεβρών προκυψάντων δικαιωμάτων του Έθνους [βλ. κέρδη της ελληνικής αστικής τάξης], άτινα τελευταίον διά της μελετηθείσης αναθεωρήσεως εκινδύνευον.» Πρόσθετε δε πως: «Ο λαός θέλει υποστή πάσαν θυσίαν διά την ακεραίαν διάσωσιν των κεκτημένων.»98 Με τι ευκολία και πόσο απλόχερα, πράγματι, προσφέρονταν – και προσφέρονται – οι θυσίες του λαού για την προάσπιση των συμφερόντων της αστικής τάξης!

Ένα μήνα αργότερα (στις 25 και 29 Μάρτη 1921), οι Δ. Γούναρης (που διαδέχτηκε τον Ν. Καλογερόπουλο στην στην πρωθυπουργία), Π. Πρωτοπαπαδάκης (υπουργός Οικονομικών), Ν. Θεοτόκης (υπουργός Στρατιωτι­κών) και Αθ. Εξαδάκτυλος (αρχηγός ΓΕΣ) συναντήθηκαν με τον Ι. Μεταξά ώστε να τον πείσουν να αναλάβει τη γενική αρχηγεία του στρατεύματος. «Αι πολεμικαί προθέσεις της Κυβερνήσεως»,του είπαν (και κατέγραψε στο ημερολόγιό του), ήταν η«κατάληψις της Άγκυρας και του Ικονίου»,με τα οποία«θα κατελύετο η αντίστασις του Κεμάλ και θα επείθετο ούτος να υπογράψη την ειρήνην[σ.σ.: των Σεβρών].» Ο Μεταξάς, αφού υπογράμμισε το«ανεπαρκές της εν Μ. Ασία δυνάμεώς μας προς τοιαύτην ενεργείαν»,τόνισε πως δεν έβλεπε«το τέρμα του νυν διεξαγομένου πολέμου». «Αυτοί μας σφάζουν»,του είπε ο Εξαδάκτυλος. Για να λάβει την εξής απάντηση: «Μας σφάζουν (…) εφ’ όσον εθέσαμεν ως πρόγραμμά μας την κατάκτησίν των εν Μ. Ασία. (…) Αλλά δε σφάζωμεν και ημείς; Σφάζομεν, μου λέγει ο Εξαδάκτυλος. Βέβαια, θέλομεν και πρέπει να τους εξοντώσωμεν. Βλέπετε, λοιπόν, που μας άγει η πολιτική σας. Είναι πολιτική κατακτήσεως λαού μη εννοούντος να υποστή την κατάκτησιν (…). Έχομεν να κάμωμεν με (…) ένα λαόν αγωνιζόμενον υπέρ της υπάρξεώς του. (…) Διότι πράγματι ζητείτε την κατάκτησιν εν Μ. Ασία (…). Κατά το φαινόμενον μόνο πρόκειται περί της Συνθήκης των Σεβρών. Πράγματι πρόκειται περί διαλύσεως της Τουρκίας και εγκαθιδρύσεως του κράτους μας επί των χωρών της. (…) Ακόμη και εις τη Σμύρνην χώραν είμεθα εθνολογικώς μειονότης. Εις δε το εσωτερικόν της Μ. Ασίας ολίγιστον πληθυσμόν ιδικόν μας έχομεν.»Ακολούθως, η μόνη λύση κατά τον Μεταξά ήταν«να παραιτηθώμεν της στρατιωτικής κατοχής της Σμύρνης, και φυσικά, της κυριαρχίας μας εκεί (…) να δημιουργήσω- μεν ένα καθεστώς αυτόνομον, το οποίο να εξασφαλίζη την (…) βαθμηδόν επικράτησιν του Ελληνισμού».Στην επιμονή των λοιπών παραβρισκόμενων όπως αναλάβει την αρχηγία του στρατού, έστω για λόγους ψυχολο­γικούς, εκείνος απάντησε:«Μου ζητείτε να εξαπατήσω τον κόσμον. Διότι εγώ γνωρίζω ότι στρατιωτικώς δε δυνάμεθα να επιτύχομεν το σκοπόν μας.» «Μάλιστα»,αποκρίθηκε ο Πρωτοπαπαδάκης, «έστω να εξαπατήσωμεν τον κόσμον, εν ανάγκη και αυτό να γίνη.»Ο Μεταξάς, όμως, που δεν προτίθετο να γίνει μέρος μιας αναπόφευκτης καταστροφής, επέμενε στην άρνησή του.99

Αλλά και ο Αρχηγός Στρατιάς Μικράς Ασίας, αντιστράτηγος Α. Παπούλας, προειδοποιούσε το υπουργείο Στρατιωτικών στις 22 Αυγούστου 1921. «Η Στρατιά ούσα εν απολύτω αγνοία της εν γένει πολιτικής καταστάσεως δε δύναται να κρίνη αν τα προσδοκώμενα εκ της καταλήψεως της Άγκυρας οφέλη είναι τοιαύτα από πολιτικής απόψεως, ώστε να ριψοκινδυνεύση την αντί πάσης θυσίας, έστω και με κίνδυνον μιας ήττης και επομένως μιας αποτυχίας του όλου Μικρασιατικού Ζητήματος μετά- βασιν μέχρις εκεί.»100Τα προσδοκώμενα όμως οφέλη της αστικής τάξης ήταν τόσο μεγάλα, που ήταν έτοιμη να «ριψοκινδυνεύσει πάσα θυσία» – κόντρα στις προειδοποιήσεις των στρατιωτικών.

ΟΙ ΕΠΙΔΙΩΚΟΜΕΝΟΙ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΙ

ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗΣ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑΣ

Η πρώτη επίσημη προσπάθεια αναθεώρησης της Συνθήκης των Σεβρών πραγματοποιήθηκε στη Διάσκεψη του Λονδίνου (18 Φλεβάρη – 12 Μάρτη 1921), έξι μόλις μήνες μετά από την υπογραφή της, γεγονός που καταμαρτυρούσε – και αυτό – το μέγεθος των ανειρήνευτων αντιθέσεων, που περιέκλειε.

Η πρώτη πρόταση των Συμμάχων περιελάμβανε μια ορισμένη ευνοϊκότερη αναθεώρηση των ανατολικών συνόρων της Τουρκίας, την αναγνώριση της τουρκικής επικυριαρχίας στη Σμύρνη (που θα διατηρούσε την αυτονομία της) και την ορισμένη χαλάρωση των διεθνών περιορισμών και ελέγχων επί του νέου τουρκικού κράτους. Ωστόσο, ούτε η ελληνική, ούτε η τουρκική πλευρά ήταν διατεθειμένη να κάνει πίσω στο ζήτημα της Σμύρνης. «Καθώς δε και οι δύο πλευρές βάσιζαν τις αξιώσεις τους στην αρχή των εθνοτήτων και καθώς τα στατιστικά δεδομένα που παρουσίαζαν ήταν ξεκάθαρα αναξιόπιστα, οι Σύμμαχοι αποφάσισαν (…) να διεξαχθεί έρευνα για την εθνική σύνθεση των αμφιλεγόμενων περιοχών από μια ανεξάρτητη επιτροπή (τα αποτελέσματα της οποίας όφει- λαν κατόπιν να αποδεχτούν).» Η τουρκική πλευρά δέχτηκε την πρόταση (αφήνοντας ταυτόχρονα ανοιχτό το ζήτημα της αναθεώρησης και των υπόλοιπων όρων της Συνθήκης). Η ελληνική, ωστόσο, την απέρριψε.101

Οι Σύμμαχοι, που επιθυμούσαν τη σταθεροποίηση της περιοχής και την κατοχύρωση των θέσεών τους σε αυτή (στο φόντο και της νικηφόρας πορείας των επαναστατικών δυνάμεων στη Ρωσία), επανήλθαν με νέα συμβιβαστική πρόταση, που, μεταξύ άλλων, έδινε ορισμένα δικαιώματα στην Τουρκία επί των Στενών (που θα παρέμεναν ωστόσο υπό διεθνή εποπτεία) κ.ά. Οι τουρκικές αντιπροσωπίες (του Σουλτάνου και του Κεμάλ) διατύπωσαν ενστάσεις, αλλά «συμφώνησαν να υποβάλλουν τις Συμμαχικές προτάσεις στις κυβερνήσεις τους για περαιτέρω μελέτη». Η ελληνική πλευρά, από την άλλη, «δεν είδε κάποιο πλεονέκτημα στη συνέχιση των διαπραγματεύσεων» και λίγες μέρες μετά από το Συνέδριο του Λονδίνου επανέλαβε τις επιθετικές επιχειρήσεις στο μικρασιατικό μέτωπο.102

Η ήττα και η αναδίπλωση του ελληνικού στρατού και η δυνατότητα πλέον προσβολής των Στενών από τις τουρκικές δυνάμεις, πυροδότησε μια νέα προσπάθεια ανεύρεσης συμβιβασμού από τη Βρετανία. Τη βρετανική πρωτοβουλία στήριξαν και οι Γάλλοι, που στο μεταξύ είχαν«θορυβηθεί από την εμφανή αλαζονεία των Τούρκων Εθνικιστών, οι οποίοι αρνήθηκαν να επιβεβαιώσουν τη συμφωνία BriandSamiκαι φοβούνταν πως μια ακόμη νίκη των Κεμαλικών, θα καθιστούσε τους Τούρκους (…) ακόμα πιο αδιάλλακτους απ’ ό,τι ήταν έως τώρα».Η νέα πρόταση περι- ελάμβανε ακόμη περισσότερες παραχωρήσεις προς την τουρκική αστική τάξη (συμπεριλαμβανομένης«της Σμύρνης, της αποστρατικοποίησης της Ανατολικής Θράκης, μιας ενδεχόμενης περαιτέρω χαλάρωσης των οικονομικών περιορισμών»,ακόμα και μιας«τουρκικής επέκτασης στον Καύκασο» κ.ά.). Η πρόταση θα παρουσιαζόταν πρώτα στην ελληνική πλευρά και κατόπιν – εφόσον συναινούσε – στην τουρκική. Αν η τελευταία απέρριπτε τις εν λόγω προτάσεις, τότε οι Σύμμαχοι θα ενίσχυαν ποικιλοτρόπως τις ελληνικές στρατιωτικές επιχειρήσεις. Το όλο εγχείρημα όμως δεν προχώρησε, αφού στις 25 Ιούνη 1921 «ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών ενημέρωσε το Βρετανό πρέσβη πως η ελληνική κυβέρνηση δεν αποδεχόταν τη προσφορά των Συμμάχων».103

Στις 18 Μάη 1921 οι Σύμμαχοι διακήρυξαν την «ουδετερότητά» τους στον ελληνοτουρκικό πόλεμο (και ας ήταν εκείνοι που είχαν «αναθέσει» στον ελληνικό στρατό την επιβολή της ιμπεριαλιστικής ειρήνης των Σεβρών). Ακολούθησε μια τυπική απαγόρευση πώλησης πολεμικού υλικού στους αντιμαχόμενους – κάτι που, βέβαια, ίσχυσε κατά το δοκούν. Όπως χαρακτηριστικά έγραφε ο H. Nicolson: «Ο ελληνικός στρατός στην Ανατολή βομβαρδιζόταν με κανόνια (…) και αεροπλάνα που παρείχαν στον Κεμάλ γαλλικές πηγές.»104

«Η άρνησις της κυβερνήσεως των Αθηνών να δεχθή και κατ’ αρχήν καν τη μεσολάβησιν των Δυνάμεων»,έγραφε στις 3 Ιούλη ο Ε. Βενιζέλος στον Π. Δαγκλή,«αποτελεί (…) έγκλημα. (…) Ήτο δυνατόν ποτέ να διανοηθώ εγώ τη διεξαγωγήν πολέμου προς την Τουρκία, χωρίς τη συμμαχίαν των συμμάχων μας και δη εν αντιθέσει προς αυτούς; Το δυστύχημα είναι ότι ούτε οι Φιλελεύθεροι αντελήφθησαν εξαρχής την αληθή κατάστασιν των πραγμάτων και εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η σημερινή κυβέρνησις συνεχίζει την εθνικήν μας πολιτικήν και υπερθεματίζουν μάλιστα εις την πολιτικήν αυτήν. Ενώ η συνέχισίς αυτής είχε καταστή αδύνατος, αφού εξέλειψεν η προϋπόθεσις αυτής, η συμμαχία μας δηλαδή μετά των Δυτικών Δυνάμεων και δη την Αγγλίαν. Επομένως, εις τους νυν κυβερνώντας δεν υπελείπετο άλλο παρά να επιδιώξουν συμβιβασμόν μέλλοντα να τερματίση την εμπόλεμον κατάστασιν και να σώση ότι ηδύνατο να σωθή από τα αποκτήματα της πολιτικής μας. (…) Διότι στρατιωτική νίκη, τοιαύτη, ήτις θα υπέτασεν τον εχθρόν εις τη θέλησίν μας και θα τον υποχρέωνε να υπογράψει και να εκτελέσει τη συνθήκην που θα του υπαγορεύαμεν, αποκλείεται απολύτως δια πάντα έχοντα σώας ακόμα τας φρένας.»105

Η ελληνική αστική τάξη, όπως είδαμε ήδη, δεν είχε «άγνοια κινδύνου».

Είχε γνώση του δυσμενούς διεθνούς συσχετισμού, των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, αλλά και των περιορισμών των στρατιωτικών δυνατοτήτων της. Τα οφέλη, όμως, ήταν τόσο μεγάλα, που ήταν έτοιμη να τα παίξει «όλα για όλα». Έτσι, τέλη Ιούνη, ο ελληνικός στρατός, έπειτα από σημαντική συγκέντρωση δυνάμεων και υπό την ηγεσία του ίδιου του βασιλιά Κωνσταντίνου, άρχισε και πάλι να προελαύνει με κατεύθυνση την Άγκυρα, δίχως ωστόσο να επιτύχει το στρατηγικό σκοπό του. Με την αποτυχία – ουσιαστικά – της επιχείρησης η πρωτοβουλία στο στρατιωτικό πεδίο πέρασε στην τουρκική αστική τάξη.

Η γενίκευση της σύγκρουσης των αστικών τάξεων Ελλάδας και Τουρκίας είχε καταστροφικές συνέπειες για τους αντίστοιχους πληθυσμούς, που αξιολογούνταν εκατέρωθεν, άλλοτε ως εργαλείο και άλλοτε ως εμπόδιο, για την προώθηση των στόχων τους. Ακολούθως, οι εθνικές εκκαθαρίσεις, οι σφαγές και οι εκτοπίσεις εντατικοποιήθηκαν (τροφοδοτώντας παράλληλα και το μίσος ανάμεσα στους χριστιανικούς και μουσουλμανικούς πληθυσμούς, που δεν είχαν τίποτα να χωρίσουν μεταξύ τους). Οι ωμότητες κατά του άμαχου πληθυσμού στις περιοχές Yalovaκαι Guelmek(Μάης 1921) ήταν τέτοιες, που προκάλεσαν τη διενέργεια διασυμμαχικής έρευνας. «Όλα τα μουσουλμανικά χωριά στις περιοχές που εξετάστηκαν», ανέφερε το σχετικό πόρισμα, «ήταν εγκαταλελειμ- μένα και στην πλειοψηφία τους λεηλατημένα και πυρπολημένα από χριστιανικά ένοπλα σώματα. (…) Η καταστροφή φαίνεται πως διενεργήθηκε με συστηματικό τρόπο (…). Εξακριβώθηκε με βεβαιότητα πως γυναίκες και ανήμποροι ηλικιωμένοι άνδρες πυροβολήθηκαν ή κτυπήθηκαν στο κεφάλι (…) ορισμένες φορές, ακόμα και μέσα στα σπίτια τους.» Την ίδια στιγμή, «σφαγές σε μεγάλη κλίμακα, πραγματοποιήθηκαν (…) από κεμαλικά ένοπλα σώματα και στρατιώτες του τακτικού τουρκικού στρατού εναντίον του χριστιανικού πληθυσμού της περιοχής.»106

Η σύμπτυξη του ελληνικού στρατού το Σεπτέμβρη του 1921 και η υπογραφή του Συμφώνου Franklin-Bouillon τον αμέσως επόμενο μήνα θορύβησε τους Βρετανούς, αφού, πέραν των Στενών, απειλούνταν πλέον άμεσα και τα συμφέροντά τους στη Μέση Ανατολή (ιδιαίτερα τα πετρέλαια της Μοσούλης). Ακολούθως, με βρετανική πρωτοβουλία, και έπειτα από σειρά ζυμώσεων και διαβουλεύσεων, οι Σύμμαχοι κατέληξαν στο Παρίσι (22-25 Μάρτη 1922) σε νέα συμβιβαστική πρόταση, ως βάση για ένα νέο «Συνέδριο Ειρήνης». Η πρόταση περιελάμβανε, μεταξύ άλλων, την αποστρατικοποίηση της Μικράς Ασίας και την αποκατάσταση της τουρκικής κυριαρχίας επί των ασιατικών ακτών των Στενών και τμήματος της Ανατολικής Θράκης.107

Η ελληνική πλευρά συμφώνησε στους όρους της ανακωχής. Η τουρκική, από την άλλη, έθεσε ως προϋπόθεση την άμεση εκκένωση των εν λόγω περιοχών. Οι Σύμμαχοι απέρριψαν την αξίωση αυτή, μην επιθυμώντας να προχωρήσουν σε έμπρακτες παραχωρήσεις (που συν τοις άλλοις θα έφερναν τον τουρκικό στρατό στα πρόθυρα της Κωνσταντινούπολης) πριν τις τελικές διαπραγματεύσεις.

Καταστροφή της Σμύρνης
Καταστροφή της Σμύρνης – κάθε πλωτό μέσο επιστρατεύτηκε για να σωθεί ο ελληνικός πληθυσμός

Η πρόταση του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών στους Συμμάχους (29 Ιούλη 1922) να επιτραπεί στον ελληνικό στρατό να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη (που απορρίφθηκε κατηγορηματικά υπό την απειλή πολεμικής εμπλοκής), αποτελούσε ίσως την «τελευταία» απέλπιδα «ζαριά» της ελληνικής αστικής τάξης, προκειμένου να αποκτήσει κάποιο σημαντικό διαπραγματευτικό χαρτί «στις όποιες μελλοντικές διαπραγματεύσεις».108 Η διάρρηξη του μετώπου στα μέσα-τέλη Αυγούστου και η ταχεία προέλαση του τουρκικού στρατού προς τη Σμύρνη (την οποία και κατέλαβε στις 9 Σεπτέμβρη) σφράγισαν το στρατιωτικό σκέλος της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Στις 11 Οκτώβρη υπογράφτηκε η ανακωχή των Μουδανιών.

Η ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΙΡΗΝΗ ΤΗΣ ΛΟΖΑΝΗΣ

Στις 20 Νοέμβρη 1922 ξεκίνησε τις εργασίες του το Συνέδριο της Λοζάνης, το οποίο καλούνταν να αναδιαμορφώσει τους όρους της ιμπεριαλιστικής ειρήνης των Σεβρών (δηλαδή την καταληκτική νομή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας), υπό τις νέες συνθήκες και συσχετισμούς που είχαν διαμορφωθεί στο μεταξύ. Ακολούθως, υπήρξε πεδίο έντονων ενδοϊμπεριαλιστικών συγκρούσεων, των οποίων οι ελληνοτουρκικές αντιθέσεις υπήρξαν αναπόσπαστο – αλλά ένα μόνο – τμήμα τους. Όπως χαρακτηριστικά έγραφε ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών G. Curzon εν τω μέσω των διαπραγματεύσεων: «Οι εχθροί που πρέπει να αντιμετωπίσω και να νικήσω δε βρίσκονται στην Άγκυρα, αλλά στο Παρίσι και τη Ρώμη.»109

Οι βρετανογαλλικές αντιθέσεις γνώριζαν, πράγματι, νέα όξυνση την εν λόγω περίοδο. Η γαλλική αστική τάξη αντιμετώπισε με «ιδιαίτερη ικανοποίηση (…) την ελληνική ήττα» στη Μικρά Ασία, εκτιμώντας πως «αυτή θα οδηγούσε στην κατάρρευση της βρετανικής πολιτικής στην Εγγύς Ανατολή, που, σε συνδυασμό με μια νίκη του [Γάλλου πρωθυπουργού] M. Poincare όσον αφορά τις [γερμανικές] επανορθώσεις, θα είχε ως τελικό αποτέλεσμα (…) το γενικό θρίαμβο της γαλλικής πολιτικής στην Ευρώπη».110 Η κίνηση της Γαλλίας να προβεί μονομερώς στην κατοχή της πλούσιας βιομηχανικής ζώνης του Rurh (Ρουρ) (11 Γενάρη 1923), ως απάντηση στην αδυναμία της Γερμανίας να ανταπεξέλθει στις υπέρογκες επανορθώσεις που της είχαν επιβληθεί με τη Συνθήκη των Βερσαλλιών, έριξε κι άλλο λάδι στη φωτιά των μεταπολεμικών ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών.

Σε αντίθεση ίσως με την αντίληψη που έχει επικρατήσει στην ελληνική κρατούσα ιστοριογραφία, οι σκληρές διαπραγματεύσεις της Λοζάνης (που τράβηξαν κοντά 8 μήνες) δεν είχαν στο επίκεντρό τους τις ελληνοτουρκικές διαφορές, αλλά τη Μοσούλη και τα Στενά.

Η «εργαλειοποίηση» των μειονοτήτων προς εξυπηρέτηση ιμπεριαλιστικών συμφερόντων ήταν – για ακόμη μία φορά – εμφανής στη Λοζάνη. Όπως παρατήρησε ο S. Demirci:«Το ζήτημα των Μειονοτήτων δεν ήταν πρωταρχικού ενδιαφέροντος για τη Βρετανία, αλλά ένα χρήσιμο εργαλείο (…) που το αξιοποίησε εντέχνως για να επαναφέρει στην τάξη τους Τούρκους κάθε φορά που η στάση τους στο ζήτημα της Μοσούλης δυσκόλευε.»Οι βρετανικές παραχωρήσεις προς την Τουρκία, σημεί­ωνε σχετικά σοβιετική έκθεση, γίνονταν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην έχουν«κανέναν αντίκτυπο στα οικονομικά και αποικιοκρατικά συμφέροντα της Μ. Βρετανίας»,ανεξαρτήτως των συνεπειών τους, «κυρίως για τις μειονότητες».111

Όπως αναφέρει ο ίδιος ο G. Curzon, «η Τουρκία θα συναινούσε σε όλους τους όρους μας, θα συνομολογούσε σε μια ικανοποιητική συνθήκη (…) αρκεί να της δίναμε το βιλαέτι της Μοσούλης.» «Αν το ζήτημα της Μοσούλης διευθετούταν υπέρ της Τουρκίας», επιβεβαιώνει ο Τούρκος διπλωμάτης A. Rustem (Ρουστέμ), «θα υπήρχε συμφωνία για τη συνθήκη την επόμενη μέρα.»112 Ο βρετανικός ιμπεριαλισμός, ωστόσο, ήταν ανένδοτος ως προς αυτό, μεταχειριζόμενος άλλες παραχωρήσεις (κυρίως σε βάρος τρίτων) ή ακόμα και απειλές περί πολεμικής εμπλοκής, προκειμένου να διατηρήσει τον έλεγχο της Μοσούλης και των πολύτιμων πετρελαίων της. Πράγματι, η τουρκική αστική τάξη θα πετύχαινε το σύνολο σχεδόν των στόχων της (ακόμα και αυτών που αντέβαιναν εξόφθαλμα τη λεγόμενη «αρχή των εθνοτήτων», όπως, π.χ., με την προσάρτηση της Ανατολικής Θράκης, όπου ο ελληνικός πληθυσμός ήταν πλειοψηφία, ή με τη μη συγκρότηση ανεξάρτητου αρμενικού και κουρδικού113 κράτους), εκτός των διεκδικήσεών της στο Βόρειο Ιράκ και τη Βόρεια Συρία (όπου έρχονταν σε αντίθεση με τα αντίστοιχα βρετανογαλλικά συμφέροντα).

Πέραν των αντιθέσεων, ωστόσο, υπήρχε και σύγκλιση συμφερόντων. Οι καπιταλιστικές δυνάμεις της Δύσης επιθυμούσαν τη σταθεροποίηση της περιοχής, τόσο για να εδραιώσουν τις θέσεις τους στη Μέση Ανατολή όσο και ως ανάχωμα στη νεαρή Σοβιετική Ένωση. Από την άλλη, η τουρκική αστική τάξη επιδίωκε την ενίσχυση των διεθνών συμμαχιών της για την ανοικοδόμηση του κράτους της. Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε ο RefetPasha(Ρεφέτ Πασάς) σε συνέντευξή του σε βρετανική εφημερίδα την περίοδο των διαπραγματεύσεων της Λοζάνης: «Θα χρειαστούμε τους Άγγλους, Γάλλους και Αμερικανούς καπιταλιστές, τεχνικούς συμβούλους και ειδικούς (…) στην οικοδόμηση του νέου κράτους μας.”114

Με τη Συνθήκη της Λοζάνης, που υπογράφτηκε τελικά στις 24 Ιούλη 1923, Βρετανία και Γαλλία, διασφάλιζαν τη νομή των αραβικών εδαφών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που προέβλεπε η Συνθήκη των Σεβρών (με ελάχιστες προσαρμογές). Επιπλέον, η Τουρκία αναγνώριζε τη βρετανική προσάρτηση της Κύπρου το 1914, ενώ παραιτούνταν των όποιων δικαιωμάτων της επί της Δωδεκανήσου και της Λιβύης υπέρ της Ιταλίας. Τέλος, προβλεπόταν η ελεύθερη ναυσιπλοΐα στα Στενά (τόσο σε καιρούς ειρήνης όσο και σε καιρούς πολέμου).

Ειδικότερα, όσον αφορά τα εδαφικά ζητήματα Ελλάδας-Τουρκίας: Η Τουρκία επανέκτησε τη ζώνη της Σμύρνης, την Ανατολική Θράκη και τα νησιά Ίμβρος, Τένεδος και Λαγούσες, ενώ επικύρωσε την κυριαρχία της Ελλάδας επί των νησιών Λήμνου, Σαμοθράκης, Μυτιλήνης, Χίου, Σάμου και Ικαρίας. Η Ελλάδα διατήρησε τη Δυτική Θράκη (πλην της περιοχής του Καραγάτς, που αποδόθηκε στην Τουρκία ως πολεμική αποζημίωση για τη Μικρασιατική Εκστρατεία).115

Με ειδική σύμβαση, που συνομολογήθηκε στο πλαίσιο της Λοζάνης (30 Γενάρη 1923), οι αστικές τάξεις Ελλάδας και Τουρκίας επιχείρησαν να «ξεμπερδέψουν» με το εθνικό-μειονοτικό τους «πρόβλημα», με την αναγκαστική «ανταλλαγή»-προσφυγοποίηση συνολικά 2.000.000 περίπου ανθρώπων.116 Βεβαίως, ο λυσσαλέος πολεμικός ανταγωνισμός τους είχε δηλητηριάσει σε μεγάλο βαθμό τις σχέσεις των χριστιανικών και μουσουλμανικών κοινοτήτων (που σε γενικές γραμμές ως τότε ζούσαν αρμονικά μεταξύ τους).117 Ωστόσο, η ανταλλαγή πληθυσμών δεν έγινε με κύριο γνώμονα την προστασία τους (που ουδέποτε άλλωστε υπήρξε πρώτη προτεραιότητα), αλλά την εξάλειψή τους ως «ερείσματος» σε μελλοντικούς ανταγωνισμούς και διεκδικήσεις. Η εξόντωση, εκτόπιση ή αναγκαστική αφομοίωση των αλλοεθνών-αλλόθρησκων πληθυσμών υπήρξε – δυστυχώς – «τυπικό» γνώρισμα της διαμόρφωσης των αστικών εθνών – κρατών στα Βαλκάνια (και γενικότερα).

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Η αναφορά και εμβάθυνση στα γεγονότα της περιόδου δεν έχει αποκλειστικά και μόνο επετειακό χαρακτήρα. Δεν αφορά αποκλειστικά και μόνο το παρελθόν. Αντιθέτως, αποτελεί χρήσιμο εργαλείο στην εξέταση και βαθύτερη κατανόηση των όσων συμβαίνουν σήμερα στην περιοχή μας (και όχι μόνο), επιβεβαιώνοντας τις θέσεις του ΚΚΕ για τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και την ιμπεριαλιστική ειρήνη, για το τι πραγματικά κινεί τις τρέχουσες γεωπολιτικές εξελίξεις και ποια είναι τα αντικειμενικά (από ταξική σκοπιά) συμφέροντα-καθήκοντα των λαών μπροστά σε αυτές.118

Η Συνθήκη των Σεβρών υπήρξε ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα ιμπεριαλιστικής ειρήνης. Ως προϊόν ενός συγκεκριμένου συσχετισμού σε μια δοσμένη συγκυρία, που εσώκλειε ένα σύνολο ανταγωνισμών και αντιθέσεων, ήταν αναπόφευκτο πως θα αναθεωρούταν, όταν ο συσχετισμός αυτός μεταβαλλόταν και πάλι σε κρίσιμο σημείο. Γι’ αυτό και όλες οι ιμπεριαλιστικές συνθήκες ειρήνης (και το λεγόμενο «διεθνές δίκαιο» ή «κεκτημένο» που συνθέτουν), είναι αντικειμενικά θνησιγενείς. Αποτελούν τους όρους σε έναν αδυσώπητο αγώνα μεταξύ των απανταχού εκ- μεταλλευτών-καπιταλιστών, για ένα όλο και μεγαλύτερο μερίδιο στις διεθνείς αγορές και πλουτοπαραγωγικές πηγές.119 Όροι, που διαρκώς αμφισβητούνται, γράφονται και ξαναγράφονται, με καταστροφικές συνέπειες για τους λαούς (σε όποια πλευρά και αν βρίσκεται η αστική τους τάξη, είτε του νικητή είτε του ηττημένου).

Σήμερα, η επιδίωξη της τουρκικής αστικής τάξης για αναθεώρηση των υφιστάμενων Συνθηκών (που καθορίζουν τα σύνορα Ελλάδας – Τουρκίας κ.ά.), συνιστά ακριβώς μια οξυνόμενη επιθετική ιμπεριαλιστική τακτική στο συνεχιζόμενο ανταγωνισμό μεταξύ των αστικών τάξεων Ελλάδας και Τουρκίας. Μία τακτική με σκοπό την απόσπαση μεριδίου από την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων στο Αιγαίο, αλλά και τη γενικότερη αναβάθμιση της Τουρκίας στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα. Μια τακτική που ελλοχεύει κινδύνους για όλους τους λαούς της περιοχής.

Η επέτειος των 100 χρόνων από τη Συνθήκη των Σεβρών έρχεται να μας υπενθυμίσει την πραγματική γενεσιουργό αιτία των πολέμων, των εθνοκαθάρσεων και ξεριζωμών, που έχουν κοινή μήτρα με τη φτώχεια, την ανεργία και την πείνα. Πρόκειται για το σάπιο σύστημα της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, τον καπιταλισμό.

Έρχεται επίσης να μας υπενθυμίσει το τι πραγματικά σημαίνει «εθνικό συμφέρον» (συμφέρον της αστικής τάξης) και «εθνική ομοψυχία» (συναίνεση, συστοίχιση και υποταγή στις εκάστοτε επιδιώξεις της). Αυτό που είναι σίγουρο, πέρα από κάθε αμφιβολία, είναι πως ό,τι αποτελεί «εθνικό» για την αστική τάξη μιας χώρας, εξαργυρώνεται πάντοτε σε βάρος του εργαζόμενου λαού της, είτε σε καιρούς ειρήνης (με ουρές εξαθλιωμένων) είτε σε καιρούς πολέμους (με εκατόμβες νεκρών).

Η ιμπεριαλιστική Συνθήκη ειρήνης των Σεβρών (και η αναθεωρημένη της Λοζάνης) γράφτηκε με το αίμα εκατομμυρίων απλών ανθρώπων: Τ ων περίπου 3.000.000 στρατευμένων εργατόπαιδων και αγροτόπαιδων όλων των πλευρών, που σκοτώθηκαν, τραυματίστηκαν ή έμειναν ανάπηροι στα διάφορα θέρετρα του πολέμου στην Εγγύς και Μέση Ανατολή. Των 91.215 νεκρών, τραυματιών και αγνοουμένων του ελληνικού στρατού κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Των περίπου 1.600.000 Τούρκων (μόνο στις ανατολικές επαρχίες της Τουρκίας), 1.500.000 Αρμενίων, 750.000 Ελλήνων της Μικράς Ασίας και του Πόντου, 500.000 Σύριων, 350.000 Κούρδων, 250.000 Ασσυρίων και άλλων (Αράβων, Εβραίων κ.ο.κ.) αμάχων, που πέθαναν από τις διώξεις, τις σφαγές, τους εκτοπισμούς, την πείνα και τις κακουχίες. Των εκατομμυρίων ξεριζωμένων.120

Αυτοί ήταν που πλήρωσαν το τίμημα της νομής και αναδιανομής της λείας του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου στην περιοχή. Οι δε συνέπειες της εν λόγω πολιτικής, διαρκώς ανατροφοδοτούμενες με παλιές και νέες αντιθέσεις και ανταγωνισμούς, συνεχίζουν να γεννούν καινούργιους ολέθρους έως τις μέρες μας.

Μόνη -πραγματική- λύση για τους λαούς, δεν είναι η ιμπεριαλιστική ειρήνη των εκμεταλλευτών τους (δικών τους ή ξένων, συμμάχων ή αντιπάλων). Μόνη – πραγματική – λύση για τους λαούς ήταν και παραμένει, όπως διακήρυττε το ΚΚΕ έναν αιώνα πριν, η δική τους ειρήνη, «εκείνη που θα καταργήσει τους πολέμους και θα αδερφώσει όλους τους ανθρώπους (…) που θα καταργήσει την εκμετάλλευσιν της εργασίας των πολλών από τους λίγους (…) που θα καθίσει στο σκαμνί τους εγκληματίας του πολέμου και που θα αποδώσει εις την κοινωνίαν τα πλούτη που αυτοί εσφετερίσθησαν».121

85 Sevtap Demirci,The Lausanne Conference: The evolution of Turkish and British diplomatic strategies, 1922-1923,σελ. 21-22, Διδακτορική διατριβή, LSE, UK, 1997.

86 Alexander Macfie, «The revision of the Treaty of Sevres: The first phase», στο Balkan Studies, τόμ. 24, σελ. 57-58, 1983.

87 Φάκελοι 20/78, 21/127, 21/10, 28/15, 3/32 (Αρχείο Ε. Βενιζέλου).

88 Documents on British Foreign Policy, 1st Series, v. XIII, εκδ. H. M. Stationary Office, London, 1963, doc. no. 488.

89 CAB 24/116, CAB 24/138, CAB 23/23, WO 106/1505 (PRO).

90 Alexander Macfie, «The revision of the Treaty of Sevres: The first phase», στο Balkan Studies, τόμ. 24, σελ. 67, 1983.

91 CAB 23/3 (PRO).

92 Επιβεβαιώνοντας τις υπόνοιες αυτές, ο ίδιος ο γραφών (ο υπουργός Εξωτερικών Γ. Μπαλτατζής) θα καταλήξει: «Πάσα μείωσις του Ελληνισμού οποθενδήποτε και αν προ- καλήται, πληγώνει συγχρόνως και τα αγγλικά συμφέροντα εν Ανατολή.»Φάκελοι 18/117 και 28/15 (Αρχείο Ε. Βενιζέλου).

93 Alexander Macfie, «The revision of the Treaty of Sevres: The first phase», στο Balkan Studies, τόμ. 24, σελ. 57-61,1983.

94 Ιωάννης Μεταξάς, Η ιστορία του εθνικού διχασμού και της μικρασιατικής καταστροφής, σελ. 21, εκδ. Εκάτη, Αθήνα, 2007.

95 Πρόκειται για τη δίκη και καταδίκη σε θάνατο (15/28 Νοέμβρη 1922) έξι ηγετικών παραγόντων της αντιβενιζελικής αστικής παράταξης ως υπευθύνων της μικρασιατικής καταστροφής (πρόκειται για τους Δ. Γούναρη, Ν. Στράτο, Π. Πρωτοπαπαδάκη, Ν. Θεο- τόκη, Γ. Μπαλτατζή και Γ. Χατζανέστη). Όπως παραδέχτηκε σε συνέντευξή του, τέσσερις και πλέον δεκαετίες αργότερα, ο Θ. Πάγκαλος (ένας από τους βενιζελικούς στρατιωτικούς παράγοντες που πρωτοστάτησαν στην εκτέλεσή τους), οι καταδικασθέντες «υπήρξαν μοιραία και αναγκαία θύματα εις το βωμόν της Πατρίδος [βλέπε στο βωμό της σταθερότητας της αστικής εξουσίας] κατά τας κρισίμους εκείνας στιγμάς» (Γρηγόριος Δαφνής, Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων, τόμ. Α’, σελ. 27, εκδ. Το Βήμα, Αθήνα, 2020).

96 Πρακτικά της Γ’ Εθνικής Συνελεύσεως, τόμ. Α’, σελ. 55.

97 Φάκελοι 28/10 και 28/18 (Αρχείο Ε. Βενιζέλου).

98 Φάκελος 3/30 (Αρχείο Ε. Βενιζέλου). Μετά από τις εκλογές του 1920 ο Βενιζέλος εγκαταστάθηκε στο Παρίσι.

99 Παναγιώτης Σιφναίος (επιμ.), Ι. Μεταξάς. Το προσωπικό του ημερολόγιο, τόμ. 3, σελ. 72, 83-86, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 1964.

100 Ιστορία των Ελλήνων, τόμ. 15, σελ. 218, εκδ. Δομή, Αθήνα.

101 Alexander Macfie, «The revision of the Treaty of Sevres: The first phase», στο Balkan Studies, τόμ. 24, σελ. 63-64, 1983.

102 Ό.π., σελ. 65-68.

103 Alexander Macfie, «The revision of the Treaty of Sevres: The first phase», στο Balkan Studies, τόμ. 24, σελ. 69-73, 1983.

104 Harold Nicolson, Curzon, the last phase, 1919-1925, σελ. 264, εκδ. Constable & Co., London, 1934.

105 Φάκελος 3/32 (Αρχείο Ε. Βενιζέλου).

106 Reports on atrocities in the districts of Yalova and Guelmek, and in the Ismid Peninsula, σελ. 3-4, εκδ. HM Stationary Office, London, 1921. Ανάλογες επισημάνσεις είχε κάνει ως αυτόπτης μάρτυρας και ο Βρετανός ιστορικός (τότε ανταποκριτής της ManchesterGuardian στην Κωνσταντινούπολη) A. Toynbee (Τόινμπι), γράφοντας μεταξύ άλλων: «Στις αρχές του καλοκαιριού του 1921 είχα για βδομάδες άμεση επαφή με τους Έλληνες στρατιώτες και πολίτες που μετείχαν στις φρικαλεότητες εναντίον των Τούρκων χωρικών, καθώς και με τους επιζώντες εκ των θυμάτων τους (…). Η μεγαλύτερη εντύπωση μου από αυτήν τη φρικτή εμπειρία ήταν η απανθρωπιά, που αποτυπωνόταν τόσο στην αιμοδιψία των θυτών όσο και στον τρόμο των θυμάτων. (…) Οι τακτικές που εφαρμόστηκαν σε αυτές τις οργανωμένες φρικαλεότητες και από τις δύο πλευρές (…) λίγο διέφεραν μεταξύ τους.» (Arnold Toynbee, The Western question in Greece and Turkey, σελ. 262 και 290, εκδ. Constable & Co., London, 1922.)

107 Cabinet meeting, 1.11.1921 στο CAB 23/27 και Ch. Hardinge to FO, 25.3.1922 στο WO 106/1421 (PRO).

108 Harold Nicolson, Curzon, the last phase, 1919-1925, σελ. 269-270, εκδ. Constable & Co., London, 1934.

109 Cabinet meeting, 1.11.1921 στο CAB 23/27 και Ch. Hardinge to FO, 25.3.1922 στο WO 106/1421 (PRO).

110 Harold Nicolson, Curzon, the last phase, 1919-1925, σελ. 269-270, εκδ. Constable & Co., London, 1934.

111 Sevtap Demirci, The Lausanne Conference: The evolution of Turkish and British diplomatic strategies, 1922-1923, σελ. 108, Διδακτορική διατριβή, LSE, UK, 1997.

112 Ό.π., σελ. 103, 117.

113 «Το Ηνωμένο Βασίλειο», αναφέρει σχετικά ο Othman Ali, «που αρχικά είχε ενθαρρύνει τον [κουρδικό] εθνικισμό», εν συνεχεία «υπήρξε αντίθετο στη συγκρότηση κουρδικού κράτους σε μια προσπάθεια να κατευνάσει την κεμαλική Τουρκία κατά τις διαπραγματεύσεις της Λοζάνης. Η Συνθήκη της Λοζάνης (…) επισημοποίησε την defacto νομή των εδαφών όπου κατοικούσαν οι Κούρδοι μεταξύ της Τουρκίας, του [βρετανοκρατούμενου] Ιράκ και της [γαλλοκρατούμενης] Συρίας.» Othman Ali, «The Kurds and the Lausanne Peace Negotations, 1922-23», στο Middle Eastern Studies, τεύχ. 3 (33), σελ. 521, Ιούλης 1997.

114 Sevtap Demirci, The Lausanne Conference: The evolution of Turkish and British diplomatic strategies, 1922-1923, σελ. 89, Διδακτορική διατριβή, LSE, UK, 1997.

115 Martin Lawrence, The Treaties of peace, 1919-1923, τόμ. 2, σελ. 959-1055, εκδ. LawbookExchenge, NewJersey, 2007.

116 Η «λύση» προτάθηκε από τον Ε. Βενιζέλο στην Κοινωνία των Εθνών στις 16 Οκτώβρη 1922 και έγινε άμεσα αποδεκτή από την τουρκική πλευρά ως μέσο «αντιμετώπισης του ελληνικού αλυτρωτισμού στην Τουρκία».(Sarah Shields, «The Greek-Turkish Population Exchange», στο Middle East Report, τεύχ. 267, σελ. 2-4, 2013). Από το μέτρο εξαιρέθηκαν οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης και της Ίμβρου-Τένεδου, καθώς και οι μουσουλμάνοι της Δ. Θράκης.

117 Πράγματι, είναι πολλές οι μαρτυρίες των ξεριζωμένων Ελλήνων που περιγράφουν τους μέχρι πρότινος Τούρκους γείτονές τους να «κλαίνε και να τους παρακαλούν να μη φύγουνε». (Μαρτυρία Πολυξένης Κατραντζή, στο Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Η Έξοδος, τόμ. Β’, σ. 9-11, Αθήνα, 1982. Ομοίως στη συνέντευξη Αναστασίας Αχταρίδου, στο Μαριάννα Γραφάκου, Η αστική αποκατάσταση των προσφύγων από την Κιουτάχεια, σελ. 206, Διπλωματική, Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, 2016.)

118 Βλ. ενδεικτικά Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για το 20ό Συνέδριο, σελ. 11-17, και Γιώρ­γος Μαρίνος, «Οι διεθνείς ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί, η επίδρασή τους στην περιοχή μας και η στρατηγική των αστικών τάξεων Ελλάδας-Τουρκίας», ΚΟΜΕΠ, τεύχ. 2/2020, σελ. 15-56.

119 Στον αδυσώπητο διεθνή ενδοϊμπεριαλιστικό ανταγωνισμό, οι συμμαχίες μεταξύ καπιταλιστικών κρατών έχουν τόση έκταση και βάθος όσο εξυπηρετεί η προάσπιση των δικών τους – χωριστών – συμφερόντων και μόνο. Αυτό το περιεχόμενο και αυτήν την αξία έχουν οι διεθνείς συμμαχίες μιας αστικής τάξης (παρά τις όποιες διακηρύξεις περί του αντιθέτου, πως προσθέτουν, π.χ., αμοιβαία «ασφάλεια», «αποτρεπτική-αμυντική» δύναμη, «διαπραγματευτικό πλεονέκτημα» κ.ο.κ.).

120 Βλ. μεταξύ άλλων: ΓΕΣ/ΔΙΣ, Επίτομος Ιστορία Εκστρατείας Μικράς Ασίας 1919­1922, εκδ. ΓΕΣ/ΔΙΣ, Αθήνα, 1967, Justin McCarthy, Death and Exile. The Ethnic Cleans­ing of Ottoman Muslims, 1821-1922, σελ. 339, εκδ. Princenton University Press, Prince­ton, 1999, Talha Cicek, War and State Formation in Syria, σελ. 232-236, εκδ. Routledge, New York 2014, Adam Jones, Genocide: A comprehensive introduction, σελ. 150-151, εκδ. Routlegde, New York, 2011, Dominic Schaller & Jurgen Zimmerer, Late Ottoman Genocides, εκδ. Routlegde, New York, 2009.

121 Ριζοσπάστης, 13.9.1920.

Ετικέτες:

Δείτε ακόμα...