100 χρόνια από την ιμπεριαλιστική Ειρήνη των Σεβρών

Η ειρήνη των Σεβρών / Πηγή: Wikipedia

Το ALT.GR δημοσιεύει σε τρεις συνέχειες, από την «Κομμουνιστική Επιθεώρηση» το θεωρητικό και πολιτικό όργανο της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, το άρθρο του Αναστάση Γκίκα, μέλος του Τμήματος Ιστορίας της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, με τίτλο «100 χρόνια από την ιμπεριαλιστική ειρήνη των Σεβρών (1920).

ΜΕΡΟΣ Α΄

100 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΙΡΗΝΗ ΤΩΝ ΣΕΒΡΩΝ (1920)

του Αναστάση Γκίκα*

Η Συνθήκη των Σεβρών έχει καταγραφεί στην ελληνική αστική ιστοριογραφία ως «η κορύφωση του ονείρου της Μεγάλης Ελλάδας», που επήλθε ως «φυσική» εκπλήρωση του «ιστορικού πεπρωμένου» της ή ως προσωπικό επίτευγμα του «διεθνούς εμβέλειας εθνικού ηγέτη» Ε. Βενιζέλου (πολύ συχνά και τα δύο). Η κατάρρευση αυτού του «ονείρου», 3 χρόνια αργότερα, αποδόθηκε στον «Εθνικό Διχασμό», στην «ακραία και πικρόχολη δημαγωγία» της αντιβενιζελικής παράταξης (με την οποία κέρδισε τις εκλογές του 1920 και «έριξε το ελληνικό καράβι στα βράχια»), ή ακόμα και σε «κομμουνιστικό δάκτυλο».1

Ωστόσο, τίποτε από τα παραπάνω δεν προσεγγίζει την ουσία και το βάθος – ή καν την αλήθεια – των πραγματικών αιτιών, που οδήγησαν τόσο στη Συνθήκη των Σεβρών, όσο και στην αναθεωρημένη εκδοχή της (της Λοζάνης), που την διαδέχθηκε λίγο αργότερα. Η ειρήνη των Σεβρών, όπως και κάθε ειρήνη που συνομολογείται έπειτα από μια ενδοϊμπεριαλιστική σύγκρουση, ήταν μια ιμπεριαλιστική ειρήνη. Ερχόταν δηλαδή να αποτυπώσει με όρους συνθήκης το αποτέλεσμα της όξυνσης των ανταγωνισμών μεταξύ μιας σειράς καπιταλιστικών κρατών που πήρε πολεμική μορφή και κατέληξε σε ένα νέο συσχετισμό (με νικητές και ηττημένους, ωφελημένους και «ριγμένους»). Από αυτήν την άποψη, η Συνθήκη των Σεβρών, όπως και κάθε ιμπεριαλιστική ειρήνη, ήταν εγγενώς θνησιγενής, εμπεριέχοντας εξαρχής τα ψήγματα του επόμενου ιμπεριαλιστικού πολέμου.

Ακολούθως, η Συνθήκη των Σεβρών (μια από τις πολλές επιμέρους συνθήκες ειρήνης του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου -και συγκεκριμένα μεταξύ των δυνάμεων της Αντάντ και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας), δε διέφερε πολύ από την αντίστοιχη των Βερσαλιών (μεταξύ των δυνάμεων της Αντάντ και της Γερμανίας), που σηματοδότησε την αντίστροφη μέτρηση για το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ωστόσο, οι αντιθέσεις που περιέκλειε ήταν τέτοιες, που οδήγησαν ακόμη ταχύτερα στην αμφισβήτηση και εν τέλει την αναθεώρησή της. Ας τα πάρουμε όμως από την «αρχή».2

Α’ ΜΕΡΟΣ: ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΠΑΖΑΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΗ ΝΟΜΗ ΤΗΣ ΛΕΙΑΣ

Τα παζάρια για τη νομή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ξεκίνησαν πριν καν παρέλθουν 6 μήνες αφότου η τελευταία μπήκε στον πόλεμο, στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων (Γερμανία-Αυστροουγγαρία). Πράγματι, με τη Συμφωνία της Κωνσταντινούπολης (18 Μάρτη 1915), οι τρεις κύριες δυνάμεις της Αντάντ (Βρετανία – Γαλλία – Ρωσία), προχώρησαν σε μια προκαταρκτική αλληλοαναγνώριση των συμφερόντων τους στην περιοχή, με πολλούς, βέβαια, αστερίσκους.

Ακολούθησαν οι διαπραγματεύσεις με την Ιταλία, προκειμένου να αλλάξει ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο και να μπει ενεργά στον πόλεμο με τις δυνάμεις της Αντάντ (έως τότε η Ιταλία, αν και σε συμμαχία με τη Γερμανία και την Αυστροουγγαρία από το 1882, είχε κρατήσει στάση ουδετερότητας Μεταξύ των σχετικών «ανταλλαγμάτων» που συνομολογήθηκαν στη Συνθήκη του Λονδίνου (26 Απρίλη 1915) ήταν και ένα «δίκαιο μερίδιο στην περιοχή της Μεσογείου, πέριξ της επαρχίας της Αττάλειας». Έτσι, «σε περίπτωση ολικού ή μερικού διαμελισμού» της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τα εδάφη αυτά «δεσμεύονταν για την Ιταλία, η οποία δικαιούτο να τα καταλάβει».

Στη συνέχεια, με τη Συμφωνία Sykes-Picot (Σάικς-Πικό), στις 16 Μάη 1916, Βρετανία και Γαλλία καταμέρισαν μεταξύ τους τις αραβικές επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ορίζοντας εδαφικές προσαρτήσεις και ακόμη ευρύτερες σφαίρες επιρροής (για τη μεν πρώτη στην περιοχή της Μεσοποταμίας και για τη δεύτερη σε Συρία και Κιλικία). Η Ρωσία, αν και δε μετείχε στις διαπραγματεύσεις, επικύρωσε την εν λόγω Συμφωνία. Η Ιταλία, από την άλλη μεριά, που ενημερώθηκε για το περιεχόμενό της αρκετούς μήνες αργότερα, αντέδρασε στον αποκλεισμό της από τη νομή της Μέσης Ανατολής, αυξάνοντας τις διεκδικήσεις της.

Οι τελευταίες ενσωματώθηκαν εν μέρει στη Συμφωνία του St. Jean de Maurienne (Σεν Ζαν ντε Μοριέν), στις 18 Αυγούστου 1917, με την οποία αναγνωρίστηκαν στην Ιταλία ενισχυμένα «δικαιώματα» επί της Μικράς Ασίας (συμπεριλαμβανομένης της Σμύρνης). Η Συμφωνία, ωστόσο, συνοδευόταν από μια σειρά όρους και προϋποθέσεις, που αντικειμενικά την καθιστούσαν μετέωρη και υπό αίρεση. Βρετανία και Γαλλία εξαρτούσαν την υλοποίηση των ιταλικών διεκδικήσεων, μεταξύ άλλων, από τη συγκατάθεση της Ρωσίας (που βρίσκονταν σε επαναστατικό αναβρασμό και απείχε των σχετικών διαπραγματεύσεων), από τη μεγαλύτερη πολεμική συνδρομή της Ιταλίας εναντίον των Οθωμανών, από τη μη διακύβευση των γαλλοβρετανικών συμφερόντων στην περιοχή (από την ιταλική επέκταση) κοκ. Όλες οι πλευρές «προσπαθούσαν διαρκώς να εξαπατήσουν οι μεν τους δε».5

ΟΙ ΕΠΙΔΙΩΞΕΙΣ ΒΡΕΤΑΝΙΑΣ, ΓΑΛΛΙΑΣ ΚΑΙ ΙΤΑΛΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΓΓΥΣ ΚΑΙ ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ

Η Βρετανία υπήρξε διαχρονικά από τους βασικότερους υποστηρικτές της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, εφόσον αυτό εξυπηρετούσε καλύτερα τα συμφέροντά της στην περιοχή και ευρύτερα (ιδιαίτερα σε σχέση με την απρόσκοπτη λειτουργία του θαλάσσιου εμπορίου με τις ασιατικές της αποικίες – και κυρίως την Ινδία). Ωστόσο, με την είσοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον πόλεμο, στο πλευρό του αντίπαλου ιμπεριαλιστικού συνασπισμού, η πολιτική της αυτή «ανεστράφη πλήρως».

Με τη Συμφωνία Sykes-Picot η Βρετανία -έχοντας ως γνώμονα τα παραπάνω πάγια συμφέροντά της- διεκδικούσε τον άμεσο ή έμμεσο έλεγχο των εδαφών που συνέδεαν την αποικία της Αιγύπτου με τον Περσικό Κόλπο. Στην πορεία του πολέμου, ωστόσο, οι βλέψεις της διευρύνθηκαν, αφού η επαναστατημένη Ρωσία είχε παραιτηθεί από τις αξιώσεις της, ενώ η Γαλλία θεωρήθηκε πως είχε ευνοηθεί «σκανδαλωδώς» κατά την αρχική μοιρασιά. Έτσι, το βρετανικό υπουργείο Εξωτερικών εκτίμησε πως «δε συντρέχουν πλέον οι λόγοι που υπαγόρευαν την πολιτική μας το 1915», τονίζοντας πως «το ζήτημα της Τουρκίας πρέπει να εξεταστεί εκ νέου». Ως εκ τούτου, οι βρετανικές βλέψεις επεκτάθηκαν στο σύνολο σχεδόν της Μεσοποταμίας. Η μεταπολεμική υπόσταση του τουρκικού κράτους (κατά τους τότε βρετανικούς σχεδιασμούς) θα περιοριζόταν βασικά στη Μικρά Ασία, με την ουσιαστική ή τυπική κυριαρχία επί μιας σειράς όμορων περιοχών (εφόσον δεν απειλούνταν τα βρετανικά συμφέροντα και διεκδικήσεις).

Η Γαλλία, από τη μεριά της, επιδίωκε τον άμεσο ή έμμεσο έλεγχο της Συρίας και των φυσικών της προεκτάσεων σε Κιλικία και Λίβανο. Ωστόσο, δεν ήταν υπέρ της διάλυσης ή του «υπερβολικού περιορισμού» της οθωμανικής επικράτειας. «Η Γαλλία», είχε τονίσει ο υπουργός Εξωτερικών της χώρας St. Pichon (Πισόν) (1918), είχε «αδιαμφισβήτητα δικαιώματα στη διασφάλιση της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας». «Η γαλλική κυβέρνηση», διευκρινίζονταν πιο συγκεκριμένα σε σχετικό υπόμνημα, «φρονεί ότι (…) θα ήταν σκόπιμο να διαφυλαχθεί βιώσιμο τουρκικό κράτος και να ακρωτηριαστεί εδαφικά όσο το δυνατό λιγότερο. Ο περιορισμός της οθωμανικής επικράτειας προφανώς δε μας συμφέρει. Οι Γάλλοι υπήκοοι κατέχουν εκεί προνομιακή θέση, την οποία όμως θα χάσουν σε όσες περιοχές κατοχυρωθούν σε κράτη όπου δεσπόζει κάποια μορφή αποκλειστικού εθνικισμού ή σε όσες τεθούν υπό την επιρροή κάποιας Μεγάλης Δύναμης αποφασισμένης να αποζημιωθεί για τις θυσίες και το κόστος του πολέμου. Οπωσδήποτε, δεν αποτελεί επαρκή αποζημίωση το να μας ανατεθεί εντολή για οποιαδήποτε περιοχή».

Πράγματι, παραμονές του πολέμου (Ιούλης 1914) η Γαλλία κατείχε τη μερίδα του λέοντος -και με διαφορά- μεταξύ των ξένων επενδυτών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, τόσο σε ιδιωτικά κεφάλαια (45%), όσο και επί του δημοσίου χρέους της χώρας (59,8%). Τα αντίστοιχα μεγέθη για τη Γερμανία ήταν 24,6% και 16,2%, ενώ για τη Βρετανία 16% και 13,7%. Η ειδοποιός αυτή διαφορά με το βασικό ανταγωνιστή της στη νομή της μεταπολεμικής λείας (τη Βρετανία), καθόρισε σε μεγάλο βαθμό και τη βάση πάνω στην οποία διαμορφώθηκαν κι εξελίχτηκαν οι διαφορετικές – και συχνά αντικρουόμενες – επιδιώξεις της κάθε δύναμης έναντι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η Ιταλία, που μπήκε στη «μοιρασιά» με σχετική καθυστέρηση (ενώ «αποκλείστηκε» και από τη Συμφωνία Sykes-Picot των «δύο μεγάλων»), πρόβαλλε, ως αναδυόμενη καπιταλιστική δύναμη, ιδιαίτερα επιθετικά και φιλόδοξα τις επιδιώξεις της. Αυτές (όπως διατυπώθηκαν στα τέλη του 1916) περιελάμβαναν τα βιλαέτια του Αϊδινίου, του Ικονίου και των Αδάνων. Στις ενστάσεις του Βρετανού υπουργού Εξωτερικών, Sir E. Grey (Γκρέι), πως οι ιταλικές αξιώσεις ήταν υπερβολικά μεγάλες, ο Ιταλός διπλωμάτης G. Imperiali (Ιμπεριάλι) απάντησε χαρακτηριστικά: «Όχι μεγαλύτερες από εκείνες της Γαλλίας.» Η τελευταία επίσης αντιμετώπιζε αρνητικά τις ιταλικές αξιώσεις, θεωρώντας πως η Ιταλία επιδίωκε «ίσο μερίδιο από τους καρπούς αλλότριων κόπων»!10

Οι ιταλικές βλέψεις τέμνονταν άμεσα με τις αντίστοιχες γαλλικές, ει-δικά στο βιλαέτι των Αδάνων, που, κατά το Γάλλο πρωθυπουργό, A. Briand (Μπριάν), ήταν «το κλειδί της άμυνας και ο σιτοβολώνας της Συρίας» (ενώ, όντας «επί αιώνες υπό την επιρροή της Γαλλίας», θεωρούνταν ως «αναπόσπαστο μέρος της εθνικής της κληρονομιάς»!). Αλλά και στο βιλαέτι του Αϊδινίου (Σμύρνη) οι Γάλλοι καπιταλιστές διέθεταν σημαντικά συμφέροντα, τα οποία ήθελαν να προστατέψουν.

Πάντως, μετά από τις διασυμμαχικές διαπραγματεύσεις για τη Μικρά Ασία (Λονδίνο, 29 Γενάρη 1917), που κατέληξαν σε αδιέξοδο για τις ιταλικές διεκδικήσεις, οι Γάλλοι «άρχισαν να ευνοούν την ιδέα να κατοχυρώσουν τη Σμύρνη στην Ιταλία, ελπίζοντας να εκτρέφουν έτσι τις βλέψεις της» από πιο μείζονος «ενδιαφέροντος» για εκείνη περιοχές, «όπως τα Άδανα και η Μερσίνα». Βρετανοί και Ρώσοι, από τη μεριά τους, που προόριζαν τη Μικρά Ασία ως το βασικό σώμα του μεταπολεμικού τουρκικού κράτους, ήταν κάθετα αντίθετοι στην απόδοση της Σμύρνης στην Ιταλία και πίεζαν για παραχωρήσεις σε βάρος των γαλλικών βλέψεων. «Οι Ιταλοί πάλι επέμεναν στην προσάρτηση της Σμύρνης, την οποία θεωρούσαν “φυσική πρωτεύουσα” της δικής τους ζώνης.»

Τελικά, με τη Συμφωνία του St. Jean de Maurienne λίγους μήνες αργότερα, θα αναγνωρίζονταν – όπως είδαμε ήδη – «ενισχυμένα δικαιώματα» της Ιταλίας στην περιοχή της Σμύρνης, αλλά με πολλούς αστερίσκους.

ΤΑ «14 ΣΗΜΕΙΑ» ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΩΝ ΗΠΑ W. WILSON

Στις 8 Γενάρη 1918 ο Πρόεδρος των ΗΠΑ W. Wilson (Ουίλσον) εκφώνησε το περιβόητο διάγγελμά του των «14 Σημείων», στο οποίο γινόταν λόγος για αυτοδιάθεση των εθνών, κατάργηση της μυστικής διπλωματίας, ελευθερία του εμπορίου κλπ. Το 12ο «σημείο», μάλιστα, αφορούσε ειδικά την Οθωμανική Αυτοκρατορία και προέβλεπε για τα μεν «τουρκικά τμήματά της» τη «διασφάλιση» της «κυριαρχίας» τους, ενώ «για τις άλλες εθνότητες» τη «δυνατότητα απρόσκοπτης και αυτόνομης ανάπτυξής» τους.

Το διάγγελμα, που χαιρετίστηκε από μεγάλη μερίδα του αστικού κόσμου – και της σοσιαλδημοκρατίας – ως μνημείο «φιλειρηνισμού» και «προοδευτικότητας», αποτελούσε ουσιαστικά μια σύνοψη των όρων της ιμπεριαλιστικής ειρήνης που ευνοούσαν τις ΗΠΑ στο διαμορφούμενο μεταπολεμικό σκηνικό. Αυτό το – βαθύτερο και ουσιαστικό – νόημα είχε η έμφαση στην ανεμπόδιστη λειτουργία του διεθνούς εμπορίου (που θα ωφελούσε κυρίως τις ΗΠΑ, ως χώρα μη κατεστραμμένη από τον πόλεμο, με τεράστια υπερσυσσώρευση κεφαλαίων) και όχι στην εδαφική επέκταση των αποικιών, που θα ευνοούσε τις μεγάλες αποικιοκρατικές δυνάμεις της εποχής (Βρετανία και Γαλλία) οι οποίες ήταν και οι βασικοί ανταγωνιστές των ΗΠΑ. Άλλωστε, η εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών μιας περιοχής μέσω της οικονομικής διείσδυσης (και όχι μέσω της άμεσης αποικιοκρατικής κατοχής της, που ήταν και εξαιρετικά κοστοβόρα) υπήρξε μια ιμπεριαλιστική τακτική, η οποία, τις επόμενες δεκαετίες, θα κέρδιζε συνεχώς έδαφος μεταξύ των ισχυρών καπιταλιστικών κρατών.

τα 14 σημεία

Η ρητορική περί αυτοδιάθεσης κι ελευθερίας των εθνών, περί μη προσαρτήσεων κλπ. ερχόταν επιπλέον: α) Να λειτουργήσει «πυροσβεστικά» έναντι των απαιτήσεων ευρύτερων τμημάτων των λαϊκών στρωμάτων που είχαν αρχίσει να αντιδρούν πιο δυναμικά στην παγκόσμια αλληλοσφαγή, β) να «εξουδετερώσει» όσο το δυνατόν περισσότερο τη διεθνή απήχηση του μηνύματος της επαναστατημένης εργατικής τάξης της Ρωσίας για «δίκαιη, δημοκρατική ειρήνη (…) χωρίς προσαρτήσεις» και γ) να καλλιεργήσει αυταπάτες σχετικά με τη δυνατότητα ειρηνικής διευθέτησης των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών στο μέλλον.

Η υποκρισία των «ανθρωπιστικών» διακηρύξεων της αστικής τάξης των ΗΠΑ προσέκρουε βεβαίως στην ίδια την πραγματικότητα των πε-πραγμένων της την ίδια περίοδο σε Νικαράγουα, Αϊτή, Δομινικανή Δημοκρατία, Κούβα και Παναμά (χώρες όπου είχαν επέμβει στρατιωτικά, τις είχαν καταλάβει ή μετατρέψει σε προτεκτοράτα). Θα προσέκρουε και πάλι, λίγους μόλις μήνες μετά από τη διατύπωση των πολυδιατυμπανισμένων «14 Σημείων», στη στρατιωτική συμμετοχή των ΗΠΑ στη διεθνή επέμβαση κατά των επαναστατημένων λαών της Ρωσίας (για τους οποίους η «αρχή της αυτοδιάθεσης» δεν ίσχυε, καθώς αντέβαινε της «υπέρτατης αρχής» της προάσπισης της αστικής εξουσίας).

Φυσικά, η υποκρισία αυτή δεν αποτελούσε ίδιον χαρακτηριστικό της αστικής τάξης των ΗΠΑ. Με την ίδια ξεδιαντροπιά, το Δεκέμβρη του 1916, η Αντάντ, μέσω του πρωθυπουργού της Γαλλίας A. Briand, διατράνωνε πως «η κατοχύρωση της ειρήνης (…) δεν είναι δυνατή (…) εφόσον δε διασφαλιστεί (…) η αναγνώριση της αρχής των εθνοτήτων και της ελευθερίας ύπαρξης των κρατών», ενώ, ειδικά για την Οθωμανική Αυτοκρατορία διαβεβαίωνε πως σκοπός της συμμαχίας δεν ήταν άλλος παρά η «απελευθέρωση και χειραφέτηση των λαών που έχουν υποβληθεί στην αιματηρή τυραννία των Τούρκων».15 Και αυτά, ενώ είχαν ήδη μοιράσει τα οθωμανικά εδάφη μεταξύ τους.

ΟΙ ΕΠΙΔΙΩΞΕΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ

Στο ξέσπασμα του Α Παγκόσμιου Πολέμου η αστική τάξη της Ελλάδας βρέθηκε διχασμένη έναντι των διαμορφούμενων ιμπεριαλιστικών στρατοπέδων. Ένα τμήμα της (που εκφράστηκε από την αστική πολιτική παράταξη με επικεφαλής τον πρωθυπουργό Ε. Βενιζέλο) υποστήριζε την ενεργό είσοδο στον πόλεμο με τις δυνάμεις της Αντάντ. Ένα άλλο (που εκφράστηκε από την αντίπαλη αστική πολιτική παράταξη με επικεφαλής το βασιλιά Κωνσταντίνο) υποστήριζε την «ουδετερότητα», ευνοώντας τις Κεντρικές Δυνάμεις.

Βεβαίως, οι ανταγωνισμοί σε μια περιοχή όπως η Βαλκανική, που είχε πρόσφατα αναδιανεμηθεί με δύο διαδοχικές πολεμικές συγκρούσεις (1912-1913), ανοίγοντας τις «ορέξεις» των νικητών και αφήνοντας ανοιχτούς λογαριασμούς με τους ηττημένους, ήταν ήδη οξυμένοι.16 Γεγονός το οποίο επιχείρησαν να αξιοποιήσουν και οι δύο αντιμαχόμενοι ιμπεριαλιστικοί συνασπισμοί στην προσπάθειά τους να προσελκύσουν με το μέρος τους τα βαλκανικά κράτη, με ανταλλάγματα, συχνά αλληλοεφαπτόμενα και αλληλοσυγκρουόμενα.

Ακολούθως, οι δυνάμεις της Αντάντ, στην προσπάθειά τους να προσεταιριστούν τη Βουλγαρία, πρότειναν – μεταξύ άλλων – την παραχώρηση σε αυτήν της περιοχής της Καβάλας και του τμήματος της Μακεδονίας που είχε ενσωματωθεί στο βασίλειο των Σέρβων με τους Βαλκανικούς Πολέμους. Σε αντιστάθμισμα προσέφεραν, στη μεν Ελλάδα παραχωρήσεις στη Μικρά Ασία, στη δε Σερβία επέκταση στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη και έξοδο στην Αδριατική. «Παράλληλα, προειδοποίησαν και την ελληνική κυβέρνηση ότι σε περίπτωση που αυτή επέμενε στη διατήρηση της ουδετερότητάς της, θα προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στη Σόφια για την απόκτηση της Ανατολικής Μακεδονίας.»

Η Σερβία συναίνεσε στην παραχώρηση μέρους της Μακεδονίας που κατέλαβε στους Βαλκανικούς Πολέμους έως το Μοναστήρι. Αντίστοιχα, σε υπόμνημά του στις 11 Γενάρη 1915, ο Βενιζέλος πρότεινε στο βασιλιά Κωνσταντίνο «να παραχωρηθή προς τους Βούλγαρους το τμήμα Καβάλας, Δράμας, Σαρισαμπάν [σ.σ.: Νέστου]» υπό ορισμένες προϋποθέσεις και με τα ανάλογα ανταλλάγματα. Το δέλεαρ μιας ενδεχόμενης επέκτασης (έστω και κάπως αόριστης) προς την εξαιρετικά πλούσια Μικρά Ασία ήταν πολύ μεγάλο για την ελληνική αστική τάξη ώστε να το αγνοήσει. «Εις στρογγυλούς αριθμούς, η Μικρασία ήτο (…) πλουσιωτέρα» της τότε Ελλάδας, με μεγάλη ανάπτυξη του ελληνικού κεφαλαίου [είναι χαρακτηριστικό πως τα 3/4 των εργοστασίων της περιοχής (4.008 στα 5.308) ήταν ελληνικών συμφερόντων].

Σημειωτέον πως, μόλις δύο χρόνια πριν, ο Βενιζέλος θεωρούσε αδιανόητη μια παραχώρηση της Καβάλας στη Βουλγαρία, αφού κάτι τέτοιο θα σήμαινε όχι μόνο «την παραχώρηση ελληνικότατων πληθυσμών», αλλά και «έκθεση της ασφάλειας των συνόρων της [χώρας] προς τη Θεσσαλονίκην». Η «λύση» που πρότεινε ο Βενιζέλος, για το πρώτο τουλάχιστον «πρόβλημα», ήταν η ανταλλαγή των ελληνικών πληθυσμών των υπό παραχώρηση εδαφών με τους «εν Μακεδονία Βουλγαρικούς».

Βεβαίως, εν τέλει, τίποτε απ’ όλα αυτά δεν πραγματοποιήθηκε, αφού η Βουλγαρία εισήλθε στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων, τερματίζοντας – προς το παρόν – τα σχετικά παζάρια [παρόλ’ αυτά, η πρόταση για παραχώρηση της Ανατολικής Μακεδονίας στη Βουλγαρία, προκειμένου να αλλάξει στρατόπεδο, θα πέσει και πάλι στο τραπέζι από το Βρετανό βουλευτή και Πρόεδρο της Βαλκανικής Επιτροπής N. Buxton (Μπάξτον) το 1917 κι ενώ η Ελλάδα πολεμούσε ήδη στο πλευρό της Αντάντ!].

Αντίθετος στο ενδεχόμενο επέκτασης στη Μικρά Ασία ήταν ο Ι. Μεταξάς (τότε αναπληρωτής αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού-ΓΕΣ). Οι ενστάσεις του Μεταξά επικεντρώνονταν στα εξής: α) Στο ότι «είναι δύσκολον να υποδιαιρέση τις τη χώραν ταύτην πολιτικώς, χωρίς να περιπέσει εις ανωμαλίας, αίτινες, έχουσαι αντίκτυπον επί του οικονομικού και εθνολογικού πεδίου, θα γεννήσωσι μοιραίως, εν τη εξελίξει του χρόνου, προστριβάς, αίτινες θα ανάγωσινεις αγώνας προς συνένωσιν πάλιν των χωρών τούτων δια της επικρατήσεως της μίας εξ αυτών.» β) Στο «ότι η Μ. Ασία έχει μεγάλην πλειονότητα τουρκικού πληθυσμού έναντι πολύ μειονεκτούντος ελληνικού πληθυσμού.» γ) Στο «ότι το Ελληνικόν Κράτος δεν είναι σήμερον προητοιμασμένον δια τη διοίκησιν και εκμετάλλευσιν τοιαύτης εκτεταμένης χώρας, ως αποικίας».

Ιωάννης Μεταξάς
Ο δικτάτορας Μεταξάς με το Ναζί υπουργό προπαγάνδας Γκέμπελς

Οι Κεντρικές Δυνάμεις προσέφεραν επίσης «ανταλλάγματα», προκειμένου να εξασφαλίσουν την ευμενή προς αυτές «ουδετερότητα» της Ελλάδας. Μεταξύ άλλων, υποσχέθηκαν «εδαφικήν επέκτασιν της Ελλάδος εν Μακεδονία και εν Αλβανία», «αναγνώρισιν εκ μέρους της Τουρκίας της Ελληνικής Κυριαρχίας επί των νήσων του Αιγαίου» και «απόλυτον προστασίαν και ελευθέραν διαβίωσιν των υποδούλων εν Τουρκία Ελληνικών πληθυσμών» (η Οθωμανική Αυτοκρατορία, θυμίζουμε, ανήκε στις Κεντρικές Δυνάμεις). Βεβαίως, τίποτε από τα παραπάνω δεν εμπόδισε τα γερμανοβουλγαρικά στρατεύματα από το να εισβάλουν το Μάη του 1916 στην Ανατολική Μακεδονία, παρότι αυτή βρισκόταν υπό τον έλεγχο της «ουδέτερης» φιλοβασιλικής – και φίλα προσκείμενης στις Κεντρικές Δυνάμεις – κυβέρνησης (που, με τη σειρά της, τους παρέδωσε αμαχητί το Ρούπελ και τη Δ’ Στρατιά της Καβάλας).

Η ουδετερότητα της Ελλάδας σε καμιά περίπτωση δεν εγγυόταν την «απόλυτον προστασία και ελευθέραν διαβίωσιν» των ελληνικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι εκτοπίσεις και μετεγκαταστάσεις σε βάρος τους είχαν ξεκινήσει ήδη από το 1913-1914 (σε συνθήκες ειρήνης δηλαδή), στο πλαίσιο διαμόρφωσης του τουρκικού αστικού έθνους-κράτους. Ο πόλεμος επιτάχυνε – και διευκόλυνε – τις εν λόγω διεργασίες, που πλέον «καλύπτονταν» ως προς τη σκληρότητά τους και πίσω από την εμπόλεμη κατάσταση.

Η Ελλάδα κήρυξε τον πόλεμο στις Κεντρικές Δυνάμεις στις 17 Ιούνη 1917, εισερχόμενη -και επίσημα πια- στην παγκόσμια ιμπεριαλιστική σύγκρουση με το στρατόπεδο της Αντάντ. Ωστόσο, η νομή της λείας επί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είχε ήδη σε ένα βαθμό καθοριστεί. Όπως ανέφερε ο επιτετραμμένος της Γαλλίας στο Λονδίνο, «θα αρκούσε να αποκαλυφθεί ότι έχουμε παραχωρήσει τη Σμύρνη στην Ιταλία για να ξεσπάσει στην Αθήνα σοβαρότατη κρίση, με ολέθριες συνέπειες για το καθεστώς του κ. Βενιζέλου και την επιρροή μας στη χώρα.»

Με την είσοδό της στον πόλεμο και τη συνακόλουθη διατύπωση των δικών της διεκδικήσεων, η Ελλάδα όχι μόνο εντάχτηκε στους ήδη υπάρχοντες ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς στην περιοχή, αλλά τους όξυνε κιόλας (εφόσον προσθέτονταν ένας ακόμη διεκδικητής πάνω σε μια ήδη συμφωνημένη μοιρασιά).

Οι εν λόγω διεκδικήσεις υπολογίζονταν κι επανυπολογίζονταν διαρκώς σε έναν κυκεώνα μεταβαλλόμενων συσχετισμών, συμμαχιών και σχετικών παζαριών που διαδραματίζονταν στα παρασκήνια. Οι ελληνικές επιδιώξεις έναντι της Μικράς Ασίας, λ.χ., θα επαναδιατυπώνονταν με διαφορετικό περιεχόμενο τουλάχιστον 3 φορές στο διάστημα 1917-1918. Στα παζάρια με την Ιταλία το Γενάρη του 1917, η ελληνική πλευρά δήλωνε έτοιμη «να αποδεχτεί την ιταλική κυριαρχία, αλλά (…) και να συμπράξει στην πολιτική, οικονομική και κοινωνική διείσδυσή τους στη μικρασιατική ενδοχώρα», με αντάλλαγμα την εξασφάλιση προνομιακής θέσης για το ελληνικό κεφάλαιο στην περιοχή και τη στήριξη της Ιταλίας σε άλλες εδαφικές διεκδικήσεις της (π.χ. στη Βόρεια Ήπειρο). Αργότερα, θα διεμήνυε σε Γαλλία και Βρετανία πως δε θα «είχε αντίρρηση να εγγυηθεί η Αντάντ την εδαφική ακεραιότητα του τουρκικού κράτους, εφόσον κάτι τέτοιο εξυπηρετούσε τα συμμαχικά σχέδια για απόσπαση της Τουρκίας από το συνασπισμό των Κεντρικών Δυνάμεων.» Στις 2 Νοέμβρη 1918, ο Βενιζέλος, ζυγίζοντας και πάλι τις συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί με την ανακωχή του Μούδρου δύο βδομάδες νωρίτερα, θα πρόβαλλε σε σχετικό του υπόμνημα αξιώσεις επί του συνόλου της δυτικής παράκτιας ζώνης της Μικράς Ασίας.

Οι επιδιώξεις της αστικής τάξης της Ελλάδας προσέκρουαν πρώτα και κύρια στις αντίστοιχες της ιταλικής, με τις οποίες τέμνονταν σε πολλαπλά μέτωπα είτε άμεσα (στις περιοχές που βρίσκονταν ήδη υπό ιταλική κατοχή, όπως τα Δωδεκάνησα και η Βόρεια Ήπειρος) είτε έμμεσα (στις περιοχές της ηττημένης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που διεκδικούνταν ως πολεμική λεία, όπως η Σμύρνη).

Αρνητική προς τις ελληνικές βλέψεις ήταν όμως και η Γαλλία, που εξαρχής είχε αντιμετωπίσει με επιφύλαξη τη συμμετοχή του ελληνικού στρατού στις επιχειρήσεις κατά της Τουρκίας (θεωρώντας πως «η ελληνική κυβέρνηση θα απαιτήσει (…) ως ανταμοιβή για τη συνεργασία της περισσότερα από όσα είμαστε διατεθειμένοι να της δώσουμε»). Ο επικεφαλής του πολιτικού τμήματος του γαλλικού υπουργείου Εξωτερικών J. Cambon (Καμπόν) υπήρξε κατηγορηματικός: «Ανο κ. Βενιζέλος», τόνιζε, «επιδιώξει να δημιουργήσει προβλήματα στη Θράκη και τη Μικρά Ασία (…) τότε θα προσκρούσει στις αρχές και τα συμφέροντά μας».

πολιορκία της αθήνας από δυνάμεις της αντάντ

Η αντίθεση της Γαλλίας προς τις ελληνικές βλέψεις απέρρεε και από έναν επιπλέον λόγο: Όσο περισσότερο η αστική τάξη της Ελλάδας συνέδεε τα συμφέροντα και τις επιδιώξεις της με τα αντίστοιχα της Βρετανίας τόσο αντιμετωπιζόταν από τους Γάλλους «ως συστατικό στοιχείο του ανταγωνισμού τους προς τους Βρετανούς». Η διαμορφούμενη μεταπο¬λεμική πρωτοκαθεδρία του βρετανικού ιμπεριαλισμού στην Ελλάδα (σε βάρος του γαλλικού) αποτυπώθηκε ανάγλυφα σε υπόμνημα του Γάλλου υπουργού Ναυτιλίας (20 Οκτώβρη 1918), στο οποίο επεσήμανε μεταξύ άλλων: «Η εμπορική κίνηση του Πειραιά (δηλαδή της Ελλάδας ολόκληρης) περιήλθε πλέον εντελώς υπό βρετανικό έλεγχο (…). Επιπλέον, η ελληνική κυβέρνηση φάνηκε άδικη απέναντί μας σε ό,τι αφορά το εμπόριο, τα ορυχεία, κλπ. Πρόσφατα μάλιστα, ο κ. Βενιζέλος δεν απέκρυψε (…) την πεποίθησή του ότι προάγοντας τα βρετανικά συμφέροντα, προάγει τα δικά του.»

Η Βρετανία αντιμετώπιζε θετικά ορισμένες από τις επιδιώξεις της ελληνικής αστικής τάξης (π.χ., αναφορικά με τα Δωδεκάνησα, τη Βόρεια Ήπειρο ή ακόμα και την Κύπρο), ωστόσο, ως και τα τέλη του 1918, το Foreign Office τασσόταν «σαφώς εναντίον της κατοχύρωσης της Δυτικής Μικράς Ασίας στην Ελλάδα.»

Η ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗ «ΑΥΤΟΔΙΑΘΕΣΗ» ΤΩΝ ΑΡΑΒΙΚΩΝ ΛΑΩΝ

Την ίδια περίοδο που οι δυνάμεις της Αντάντ παζάρευαν και μοίραζαν μεταξύ τους τα αραβικά εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, υπόσχονταν ταυτόχρονα στους αυτόχθονες λαούς τους «ελευθερία» και «ανεξαρτησία». Πράγματι, το Μάρτη του 1916, ο ύπατος αρμοστής της Βρετανίας στην Αίγυπτο Sir H. McMahon (ΜακΜάχον) και ο Σαρίφης της Μέκκας H. ibn Ali (ιμπν Αλί), κατέληξαν σε συμφωνία, κατά την οποία οι αραβικοί λαοί θα ξεσηκώνονταν κατά της οθωμανικής κυριαρχίας με αντάλλαγμα τη συγκρότηση δικού τους ανεξάρτητου κράτους, μετά από τον πόλεμο. Δύο μόλις μήνες μετά, Βρετανία και Γαλλία μοίραζαν σε μυστική συμφωνία τα εν λόγω εδάφη μεταξύ τους (Συμφωνία Sykes-Picot).

Όταν η νεαρή σοβιετική εξουσία έφερε στο φως το περιεχόμενο των μυστικών αυτών συμφωνιών, προκαλώντας αγανάκτηση και αναβρασμό στον αραβικό κόσμο, η βρετανική κυβέρνηση – εκ μέρους της Αντάντ – έσπευσε να τους καθησυχάσει για τις «καλές προθέσεις» των Συμμάχων, «επιβεβαιώνοντας» τη «δέσμευσή» τους ως προς τα συμφωνηθέντα (Γενάρης 1918). Έξι μήνες αργότερα, η ίδια, σε διακοίνωσή της προς τους ηγέτες των Αράβων, θα επαναλάμβανε τα περί «πλήρους και κυρίαρχης ανεξαρτησίας» των λαών της περιοχής, διαβεβαιώνοντάς τους πως η τύχη των αραβικών εδαφών, που τότε βρίσκονταν πλέον υπό την κατοχή των δυνάμεων της Αντάντ, θα οριζόταν «επί της αρχής της συναίνεσης» των πληθυσμών τους. Στο ίδιο πνεύμα και η κοινή γαλλοβρετανική διακοίνωση που εκδόθηκε αμέσως μετά από την ανακωχή του Μούδρου (7 Νοέμβρη 1918) και διατράνωνε πως «στόχος» των δύο δυνάμεων στη Μέση Ανατολή ήταν «η πλήρης και αδιαμφισβήτητη απελευθέρωση των λαών που για τόσο καιρό καταπιέζονταν από τους Τούρκους και η συγκρότηση εθνικών κυβερνήσεων (…) εδραζόμενων στην πρωτοβουλία και την ελεύθερη βούληση των γηγενών πληθυσμών.»

Βεβαίως, τίποτε απ’ όλα αυτά δεν ανταποκρινόταν στις πραγματικές επιδιώξεις των ιμπεριαλιστών. Το γεγονός ήρθε να επιβεβαιωθεί με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο λίγο αργότερα (και ενώ το Συνέδριο «Ειρήνης» του Παρισιού βρισκόταν σε εξέλιξη), όταν οι Άραβες της Συρίας και του Ιράκ, διεκδικώντας την ανεξαρτησία τους, ξεσηκώθηκαν κατά των γαλλοβρετανικών στρατευμάτων κατοχής, για να κατασταλούν ανηλεώς. Οι Βρετανοί χρησιμοποίησαν κατά των εξεγερμένων ακόμη και χημικά όπλα (αέριο μουστάρδας), ενώ οι τρομοκρατικές αεροπορικές επιδρομές κατά αμάχων άφησαν πίσω τους χιλιάδες θύματα. Οι Συνθήκες των Σεβρών και – εν συνεχεία – της Λοζάνης «επισημοποίησαν» τη νομή της περιοχής μεταξύ Γαλλίας και Βρετανίας.

* Ο Αναστάσης Γκίκας είναι μέλος του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ.

1 Βλ. ενδεικτικά: Ελλάδα: 20ός αιώνας 1910-1920, σελ. 87, τ. Α, έκδ. Καθημερινή, Αθήνα, 2017, Πώς γεννήθηκε και κατέρρευσε το όνειρο της Μεγάλης Ελλάδας, 2018, έκδ. ΤΑ ΝΕΑ, Αθήνα, εισαγωγή, Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, Η απόφαση για την επέκταση της ελληνικής κυριαρχίας στη Μικρά Ασία, σελ. 62, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 2009, κ.ά. Για το ιδεολόγημα του «κεμαλομπολσεβικισμού» βλ. Αναστάσης Γκίκας, Οι Έλληνες στη διαδικασία οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, σελ. 93-100, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2007.

2 Οι ρίζες του ζητήματος αναμφίβολα διατρέχουν πολύ πιο πίσω από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στην εξέλιξη του λεγάμενου Ανατολικού Ζητήματος (που αφορούσε την τύχη της παρακμάζουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας). Ωστόσο, για τις ανάγκες του άρθρου, θα περιοριστούμε στην τελευταία φάση του: Στον πόλεμο που επιτάχυνε και σφράγισε το διαμελισμό – και τη διάλυση – της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Ετικέτες:

Δείτε ακόμα...