17-Αυγ-1944 – Κοκκινιά: «ΠΑΤΡΙΩΤΕΣ ΕΚΔΙΚΗΣΗ!»

Μπλόκο Κοκκινιάς

Η γιαγιά Ελένη είχε πολλές ιστορίες ν’ αφηγηθεί: πώς με τη Μικρασιατική καταστροφή μέσα σε μια νύχτα εγκατέλειψε με την οικογένειά της τον τόπο της κι ελπίζοντας πως μια μέρα θα επιστρέψει, έθαψε κάτω από το δέντρο της αυλής, την αγαπημένη της κούκλα… πώς βρέθηκε στο ορφανοτροφείο στη Σύρο, κέντρο περίθαλψης ορφανών- προσφύγων και γλίτωσε την τύφλωση από το λάθος κολλύριο των άγγλων γιατρών σε χιλιάδες παιδιά, επειδή εκείνη τη μέρα ήταν άρρωστη … πώς μεγάλωσε ολομόναχη στην Κατοχή δύο παιδιά (η μαμά δεν είχε γεννηθεί), επειδή ο άντρας της βρισκόταν αιχμάλωτος σε στρατόπεδο στη Γερμανία…

Είχε ν’αφηγηθεί και ιστορίες του παππού: τότε που χάθηκε από την οικογένειά του, στην προκυμαία της Σμύρνης και τον βρήκε μετά από καιρό η μητέρα του, στην Κοκκινιά, κρατώντας ένα χαρτάκι στα χέρια και ψάχνοντας στα στενά για το κουρείο που δούλευε ο μικρός ως βοηθός.
Τότε που τον βρήκε να κοιμάται μόνος σε μια καρέκλα κι άρχισε να χτυπάει τα τζάμια και να φωνάζει το όνομά του, μια και ο κουρέας, τα μεσημέρια κλείδωνε το μαγαζί, άφηνε μέσα το μικρό και πήγαινε σπίτι του να κοιμηθεί.
Και οι φωνές και τα κλάματα μάνας και γιου, από την αντάμωση, ξεσήκωσαν τη γειτονιά κι ανάγκασαν τον κουρέα να τρέχει με τα κλειδιά, να τους ανοίξει…

Είχε ν’ αφηγηθεί πολλές ιστορίες.
Αλλά κάθε χρόνο, 17 Αυγούστου, ήταν η κυρά Λένη της Κοκκινιάς που μεγάλωσε μονάχη της τέσσερα παλικάρια …

Ο άντρας της χάθηκε νωρίς.
Πήγαινε και καθάριζε τα σπίτια των πλουσίων στην Κηφισιά, έπαιρνε κι έπλενε στο σπίτι, στο χέρι ε; στην σκάφη με πράσινο σαπούνι, ποτάσα και αλισίβα, ξένα ρούχα, που τα σιδέρωνε με το βαρύ μανταμένιο σίδερο με τα κάρβουνα.

Τ΄ ανάθρεψε πάντως τα παιδιά σωστά και τα έφτασε τον μεγάλο στα είκοσι τρία και τον μικρό στα δεκάξι. Δεν ξέρω αν ήταν μπλεγμένα με την αντίσταση, οι τρεις μεγάλοι ίσως ναι.
Ο μικρός πάντως σίγουρα ήτανε σαλταδόρος. Ορμούσε με τους άλλους γαβριάδες στα Γερμανικά καμιόνια και τα αδειάζανε στο πι και φι από την πραμάτεια τους.

Ξημερώματα της 17ης Αυγούστου του 1944, η γειτονιά μας πλημμύρισε Γερμανούς πάνοπλους και ταγματασφαλίτες. Αυτοί οι τελευταίοι ήταν κι οι χειρότεροι, λες και μισούσαν την φύτρα που τους έβγαλε. Με τα χωνιά καλούσανε τους άνδρες από δεκατεσσάρων, ως εξήντα χρονών να μαζευτούν στην πλατεία της Οσίας Ξένης. Άκου άνδρες, παιδιά δεκατεσσάρων χρόνων, αμούστακα! Κάποιοι ντύθηκαν κι ακολούθησαν την μοίρα τους, κάποιοι άλλοι, ψάξανε για κρυψώνες μέσα στα σπίτια τους. Τι κρυψώνες, δηλαδή, στα χαμόσπιτα; 

Τα παλικάρια της κυρά Λένης ήταν από τους δεύτερους. Το σπίτι τους, ναυτικός βλέπεις ο πατέρας, ήταν πέτρινο κι είχε μια καταπακτή που έβγαζε στο υπόγειο. Οι τρεις με τα εσώρουχα, χώθηκαν μέσα, ο μικρός πήδηξε σαν σκιά από το πίσω παράθυρο και χάθηκε σαν αίλουρος στα σκοτάδια. Η δόλια η μάνα, άνοιξε τρέμοντας την πόρτα. Όρμησαν μέσα και χωρίς πολλά λόγια, έκαναν το σπίτι φύλλο και φτερό.

Η κυρά Λένη, στεκόταν ακίνητη, όρθια με το κεφάλι στις χούφτες, πάνω στο μικρό κιλίμι που έκρυβε την καταπακτή.
Ετοιμαζότανε να φύγουν όταν – ποιος σου έβγαλε λένε το μάτι; ο αδερφός – ένας ταγματασφαλίτης με σκεπασμένο το πρόσωπο, την έσπρωξε βίαια. «Αυτό το σπίτι έχει κελάρι» φώναξε κι από το μίσος, λησμόνησε να αλλοιώσει τη φωνή του.

Ήταν ένας από αυτούς που στα χρόνια της ειρήνης του έπλενε τα πουκάμισα. Γονάτισε, άπλωσε τα κόκκινα πρησμένα από τις μπουγάδες χέρια προς το μέρος τους και τον παρακάλεσε, χωρίς να φανερώσει πως τον κατάλαβε: “Κύριε, λυπηθείτε τα παιδιά μου, με το αίμα μου αντίς για γάλα τα μεγάλωσα”

Φωτο από το βιβλίο «Στέμμα και Σβάστικα, Η Ελλάδα της κατοχής και της αντίστασης 1941-1944, – Β’» του Hagen Fleischerμε 
λεζάντα «Ο μασκοφόρος, ντόπιος καταδότης, αναζητεί εχθρούς της «Νέας Τάξης» ανάμεσα στους συγκεντρωμένους»

Ήδη όμως, οι Γερμανοί είχαν μπουκάρει στο υπόγειο και τα τρία παλικάρια, χωρίς να προλάβουν να αμυνθούν, σωριάστηκαν νεκρά. Φεύγοντας, ο ” Έλληνας”, που να τρίζουν τα κόκαλά του και να μην βρίσκει ανάπαψη στον αιώνα τον άπαντα, γύρισε και της είπε.”Τον μικρό σου τον χαρίζουμε”

Χιλιάδες μακέλεψαν εκείνο το ξημέρωμα. Χιλιάδες, οι πιο πολλοί αθώοι, μα όσοι ήσαν στην αντίσταση, δυο φορές αθώοι.
Μέσα στον θρήνο και τον ορυμαγδό, καθένας κοίταζε τον δικό του πόνο, κανείς δεν σκέφτηκε την κυρά Λένη. Την βρήκε το στερνοπούλι της, που σώθηκε ευτυχώς, τρία μερόνυχτα μετά, με τα μάτια στεγνά, βουτηγμένη στο ξερό πια αίμα των γιων της, ανάμεσα στις αλλοιωμένες από την ζέστη σωρούς, να τους τραγουδά ένα ριζίτικο μοιρολόι, ίσως και νανούρισμα, δεν θυμάμαι καλά.

Έβαλε τις φωνές το παιδί, τρέξαμε την μαζέψαμε, την πλύναμε, της βάλαμε δικά μας καθαρά ρούχα, χωρίς εκείνη να πει ούτε μια λέξη. Φωνάξαμε το κάρο της Δημαρχίας και πήρε τα τυμπανισμένα πτώματα, καθαρίσαμε το σπίτι από τον θάνατο και τους φιλοξενήσαμε πότε ο ένας, πότε ο άλλος στα σπίτια μας, χαροκαμένα τα περισσότερα, έως ότου σβηστούν λιγάκι από το μυαλό της οι τραγικές εικόνες.

Η ζωή όμως συνεχίζεται και στην κατοχή η μια μέρα έμοιαζε χρόνος. Γύρισαν, η κυρα – Λένη το απαίτησε, στο σπιτικό τους. Από τότε, ζούσε μηχανικά ως την απελευθέρωση. 

Οι δωσίλογοι Ιωάννης Ράλλης και Ιωάννης Πλυτζανόπουλος, 1943

Μόλις έφυγαν οι Γερμανοί η κυρα Λένη κάθε βράδυ, έπαιρνε παραμάσχαλα το κιλίμι που κάλυπτε την καταπακτή εκείνο το μαύρο ξημέρωμα, πήγαινε έξω από το σπίτι του καταδότη, το άπλωνε κάτω από το παράθυρό του και με τα χέρια υψωμένα όπως τότε, τραγούδαγε το ίδιο μοιρολόι ή και νανούρισμα, τι να πω!

Πέντε σπίτια άλλαξε ο ταγματασφαλίτης που το ελληνικό κράτος, όπως τους περισσότερους από δαύτους δεν τον τιμώρησε, και τα πέντε τα βρήκε η κυρα Λένη. Τραγούδαγε ως το ξημέρωμα κι ύστερα πειθήνια ακολουθούσε τον γιο της, στο σπιτικό τους .Ο προδότης να παραπονεθεί στην αστυνομία δεν μπορούσε, γιατί έτσι θα αποκάλυπτε τον ρόλο του στην κατοχή. Να την σκοτώσει, θα τον έπιαναν, άσε που ο κόσμος που δεν ήξερε, συμπαθούσε την “τρελή”.

Στο έκτο σπίτι, μια ζεστή νύχτα της 17 Αυγούστου πάλι, άνοιξε το παράθυρο του, την φώναξε με το όνομά της και της είπε: “Αυτό δεν θες;” Σήκωσε το οπλισμένο με το Γερμανικό περίστροφο χέρι του και την σημάδεψε ανάμεσα στα μάτια.
Η κυρά Λένη αδιάφορη, συνέχισε το τραγούδι. Τότε αυτός, ίσως για μια και μοναδική φορά αισθάνθηκε άνθρωπος, το έστρεψε στον κρόταφό του και τίναξε τα μυαλά του στον αέρα.

“Κι η κυρά Λένη, γιαγιά;”

Η κυρά Λένη από τότε ηρέμησε. Το πενήντα που έφυγα από τη γειτονιά, γιατί ήρθε η μάνα σας κι ο θείος σας από τη μέση Ανατολή και δεν μας χωρούσε το σπίτι, ντυμένη στα μαύρα πάντα, ζούσε σαν όλες τις γυναίκες της ηλικίας της. Πάντρεψε μάλιστα τον γιο της κι έριξε την αγάπη και τις ελπίδες της, όπως εγώ αλλά κι όλες οι γιαγιάδες του κόσμου, στα εγγόνια της, που είχαν και τα τρία τα ονόματα των αδικοσκοτωμένων παλικαριών της”

“Γιαγιά, μισείς τους Γερμανούς;”

“Εκείνους που δίναν τις διαταγές ναι, όχι όλους, μα πιο πολύ μισώ, τους δικούς μας που πήγανε μαζί τους”

Οι ηρωικοί νεκροί της Κοκκινιάς έμελλε να σταθούν για άλλη μια φορά μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, όταν το Μάρτη του 1947 το Γ` Δικαστήριο δοσιλόγων αθώωσε τους προδότες εγκληματίες Πλυτζανόπουλο και Σγούρο (πρωταγωνιστές της σφαγής)!
Ο Πλυτζανόπουλος έγινε υποστράτηγος του κυβερνητικού στρατού και ο ανεψιός του έγινε δήμαρχος Κοκκινιάς απ’ τη Χούντα.

Στην απολογία του στο Β` Δικαστήριο δοσιλόγων ο Ν. Μπουραντάς είπε κυνικά:
«Εγώ τρώγω ένα ξεροκόμματο βουτηγμένο στο αίμα! Αλλά ρέει στις φλέβες μου άφθονο ελληνικό αίμα». Αναφερόμενος στο Μπλόκο της Κοκκινιάς ο ίδιος είπε ότι πήγε με το μηχανοκίνητο και την ξεκαθάρισε και «διευκόλυνε το έργο της Ειδικής και των Ταγμάτων που πήγαν την άλλη μέρα»…

Ο φασισμός δεν έρχεται από το μέλλον
καινούριο τάχα κάτι να μας φέρει.
Τι κρύβει μέσ’ στα δόντια του το ξέρω, 
καθώς μου δίνει γελαστός το χέρι.

Οι ρίζες του το σύστημα αγκαλιάζουν
και χάνονται βαθιά στα περασμένα.
Οι μάσκες του με τον καιρό αλλάζουν, 
μα όχι και το μίσος του για μένα.

Το φασισμό βαθιά κατάλαβέ τον. 
Δε θα πεθάνει μόνος, τσάκισέ τον.

Ο φασισμός δεν έρχεται από μέρος 
που λούζεται στον ήλιο και στ’ αγέρι, 
το κουρασμένο βήμα του το ξέρω 
και την περίσσεια νιότη μας την ξέρει.

Μα πάλι θέ ν’ απλώσει σαν χολέρα
πατώντας πάνω στην ανεμελιά σου, 
και δίπλα σου θα φτάσει κάποια μέρα 
αν χάσεις τα (ταξικά) γυαλιά σου.
___________________________

Όλο το χρονικό

Κοντά στις 2:30 το πρωί ξεκινά το δράμα της ομαδικής σφαγής που θα ακολουθήσει όταν ανέβει ο ήλιος ψηλά. Δεκάδες γερμανικά καμιόνια περικυκλώνουν τις γύρω περιοχές που περικλείουν την Κοκκινιά, από Κορυδαλλό, Αιγάλεω, Δαφνί και Ρέντη μέχρι Κερατσίνι, Φάληρο και Πειραιά, ο κλοιός σφίγγει.

Μαζί με τους Ναζί κατακτητές καταφθάνει στην προσφυγούπολη του Πειραιά, μια «Μικρή Μόσχα», όπως είχαν βαπτίσει την Κοκκινιά, και το μηχανοκίνητο τμήμα του δοσίλογου Ν. Μπουραντά.
Περί τους 3.000 βαριά οπλισμένους με πολυβόλα, όλμους, μυδράλια, ταχυβόλα, αυτόματα, Γερμανούς και Έλληνες ταγματασφαλίτες κυκλώνουν την πόλη που εκείνη την ώρα κοιμάται.

Επικεφαλής της κτηνωδίας που θα εξελιχθεί σε λίγες ώρες, ο συνταγματάρχης Πλυντζανόπουλος, ο ταγματάρχης Γιώργος Σγούρος και ο διοικητής του μηχανοκίνητου τμήματος της Αστυνομίας Νίκος Μπουραντάς. Μετά τις 6:00 π.μ. ακούγονται τα «χωνιά» στους δρόμους της Κοκκινιάς. Όχι τα χωνιά της ΕΠΟΝ και του ΕΛΑΣ που καλούσαν κάθε τόσο τον Κοκκινιώτικο λαό σε αντίσταση και του έδιναν κουράγιο, μα τα χωνιά των ταγματασφαλιτών:

«Προσοχή-προσοχή! Σας μιλάνε τα τάγματα ασφαλείας. Όλοι οι άνδρες από 14-60 ετών να πάνε στην πλατεία της Οσίας Ξένης για έλεγχο ταυτοτήτων. Όσοι πιαστούν στα σπίτια τους θα τουφεκίζονται επί τόπου». Πανικός σε κάθε σπίτι και σε κάθε δρόμο της πόλης. Μερικοί κρύβονται όπως-όπως σε στέγες, καταπακτές, πηγάδια, όπου βρουν. Με υποκόπανους γκρεμίζονται οι πόρτες των φτωχών παραγκόσπιτων και με βρισιές και κλωτσιές σέρνονται κυριολεκτικά προς τον τόπο του Μαρτυρίου, εκατοντάδες συμπολίτες μας αγωνιστές. Αρκετοί ήταν εκείνοι που δεν υπάκουσαν στην εντολή και εκτελέστηκαν επί τόπου στα σπίτια τους.

Οι γυναίκες με τα παιδιά κλαίνε και οδύρονται ακολουθώντας με αγωνία τους δικούς τους ανθρώπους.

Οι Γερμανοί αρχίζουν να καίνε τα σπίτια. Οι ταγματασφαλίτες μπαίνουν στα σπίτια και αρπάζουν ότι βρουν, καταστρέφουν, καίνε, βρίζουν και χτυπούν τα γυναικόπαιδα. Η μικρή αντίσταση που πρόλαβαν να δεχτούν από ομάδες ΕΛΑΣιτών πνίγεται στο αίμα. Οι πρώτοι νεκροί πέφτουν σε διάφορους δρόμους.

Γύρω στις 8.00 π.μ. η πλατεία της Οσίας Ξένης, αλλά και οι γύρω δρόμοι, έχουν γεμίσει από κόσμο. Περίπου 25.000 άτομα. Χωρίζονται κατά ομάδες σε πεντάδες με κενά μεταξύ τους για να μπορούν οι δήμιοι και να υποδεικνύουν όποιον θέλουν. Η εντολή είναι να κάθονται γονατιστοί με ψηλά το κεφάλι. Η ζέστη είναι αφόρητη και αρκετοί είναι αυτοί που λιποθυμούν και ζητούν εναγωνίως λίγες σταγόνες νερό. Όσες γυναίκες προσπαθούν να πλησιάσουν τους κρατούμενους προσφέροντάς τους από τις πήλινες στάμνες λίγο νερό, κακοποιούνται μπροστά σε όλους……

Στην πλατεία εμφανίζονται ελάχιστοι Κοκκινιώτες που φορούν μαύρες κουκούλες και έχουν καλυμμένα τα πρόσωπά τους. Ο ρόλος τους είναι συγκεκριμένος, ως γνήσιοι προδότες υποδεικνύουν ποιους να εκτελέσουν. Οι προδότες Κιρκόρ Μπαταβιάν, Γρηγόρης Ιωαννίδης, Μπεμπέκογλου, Μεϊμάρης κ.α. αρχίζουν να υποδεικνύουν πατριώτες.

Ο γνωστός χαφιές της Κοκκινιάς, Μπατράνης, διακρίνει μέσα στο πλήθος το λοχαγό του ΕΛΑΣ Αποστόλη Χατζηβασιλείου και με ειρωνεία τον χαιρετά «τα σέβη μου λοχαγέ» και δίνει το σύνθημα. Αφού με την ξιφολόγχη του βγάζουν το μάτι και του σχίζουν τα μάγουλα, τον περιφέρουν ανάμεσα στο πλήθος ζητώντας του να προδώσει. Η απάντηση του ΕΛΑΣίτη λοχαγού ήταν «Πατριώτες, σηκώστε το κεφάλι, μη φοβάστε. Δεν πρόκειται να προδώσω κανέναν». Σέρνεται για να κρεμαστεί αναίσθητος. Λίγο πριν το τέλος του ψέλλισε. «ΠΑΤΡΙΩΤΕΣ ΕΚΔΙΚΗΣΗ»!!!………..

Την ώρα των ομαδικών εκτελέσεων μια ομάδα ανταρτών με επικεφαλής τους την ηρωίδα και ξακουστή αντάρτισσα Διαμάντω Κουμπάκη κρύβονται στο βόρειο τμήμα της πόλης σε σπίτια συναγωνιστών τους. Ξαφνικά γερμανικά καμιόνια ζώνουν την περιοχή και αρχίζουν να καίνε τα σπίτια. Από τα 90 σπίτια της περιοχής καίγονται τα 80. Για το λόγο αυτό η συνοικία του 4ου Καραβά ονομάστηκε «Καμένα». Γύρω στις 11:00 π.μ., οι Γερμανοί πληροφορούνται ότι στη Νεάπολη προδόθηκε (σύμφωνα με μαρτυρίες, από τον Τάσο Μπαλασάκη) το κρησφύγετο μιας ομάδας του εφεδρικού ΕΛΑΣ, στην οποία συμμετείχε η Διαμάντω Κουμπάκη. Η χαρά των Γερμανών ήταν μεγάλη διότι κατάφεραν να την συλλάβουν. Καθώς τη χτυπούσαν κατευθυνόμενοι προς τη Μάντρα η Διαμάντω τους έβριζε και τους απαντούσε «σαν και εσάς προδότες εγώ έφαγα 65!». Παρά το άγριο ξυλοδαρμό της με τους υποκόπανους των όπλων, φθάνοντας στη Μάντρα του μαρτυρίου και λίγο πριν την εκτελέσουν βρήκε το κουράγιο να φωνάξει «Μια ζωή τη χρωστάμε, ας μην την πάρουν οι προδότες. Υπάρχουν χιλιάδες λεβέντες. Θα τους εκδικηθούν».

Παρόμοια κατάληξη θα έχει και μια άλλη ηρωίδα, η Αθηνά Μαύρου. Καθώς την έσερναν βίαια στην Οσία Ξένη, για να μαρτυρήσει όσους γνώριζε, φώναξε: «αδέλφια το κεφάλι ψηλά, δε γνωρίζω κανέναν και ας με φάει το βόλι του Γερμανού».

Δείτε επίσης από το Ψηφιακό Αρχείο της ΕΡΤ το ιστορικό ντοκιμαντέρ που περιγράφει το μπλόκο της Κοκκινιάς, τον ΑΥΓΟΥΣΤΟ του 1944. 

Μέσα από μαρτυρίες επιζώντων και συγγενών των θυμάτων, φωτογραφίες και πλάνα, ζωντανεύει η ατμόσφαιρα της κατεχόμενης Αθήνας και των ημερών πριν και μετά το μπλόκο, ενώ περιγράφεται παραστατικά και άμεσα η τραγική εκείνη ημέρα.

Το ιστορικό ντοκιμαντέρ του Διονύση Γρηγοράτου περιγράφει το Μπλόκο της Κοκκινιάς, μέσα από μαρτυρίες επιζώντων και συγγενών των θυμάτων, φωτογραφίες και πλάνα, ζωντανεύοντας την ατμόσφαιρα της κατεχόμενης Αθήνας και των ημερών πριν και μετά το Μπλόκο, ενώ περιγράφεται παραστατικά και άμεσα η τραγική εκείνη ημέρα.

Αφηγήσεις και προσωπικές παρουσίες από τους αυτόπτες μάρτυρες και πρωταγωνιστές στα γεγονότα.

Δείτε ακόμα...