38 χρόνια μετά… 38 χρόνια χωρίς το Μάνο Λοΐζο

Το ξημέρωμα της 14ης του Σεπτέμβρη του 1982 με βρήκε ξάγρυπνο. Η προτελευταία νύχτα πριν παρουσιαστώ στη Σχολή Ευελπίδων.

Κι όταν το επόμενο πρωινό, 15 Σεπτέμβρη, πέρασα τη μεταλλική πύλη, μαζί με τόσους άλλους, ξεκινώντας ένα ταξίδι τόσο ιδιαίτερο, όμορφο και δύσκολο, γοητευτικό και συνάμα απογοητευτικό, ήξερα πως όλα πια θα είναι αλλιώς…

Θυμάμαι αυτό το τραγούδι που με χάραξε και ακόμη, 38 χρόνια μετά, όταν το ακούω, με συγκλονίζει… Μοιραία βουρκώνω και ανατριχιάζω, με μια ανατριχίλα την ίδια μοναδική κάθε φορά…

Μάνος Λοΐζος και Κωστούλα Μητροπούλου από το δίσκο «Τα τραγούδια του δρόμου» που κυκλοφόρησε το 1974. Επίκαιρο πάντα, επίκαιρο κι εκείνα τα τελευταία βράδια, που προσπαθούσα να χωρέσω ζωή και παραστάσεις, στο σακίδιο μου…

Από την πρώτη στιγμή καθώς περπατούσαμε σε γραμμές, με τα μακριά μας μαλλιά και τη νοοτροπία της μετεφηβικής τρέλας, οι στίχοι αυτού του τραγουδιού με συνόδευαν. Μας πήγαν στο γιατρό, στις αποθήκες για ρουχισμό, οι στίχοι έφταναν στα χείλη μου, αλλά μέχρι εκεί.

Και μετά; Μόλις φόρεσα το χακί, άρχισαν τα ακόμη πιο δύσκολα. Εκείνο, το πρώτο βράδυ, δεν ξεχνιέται. Όλη η πρώτη μέρα. Κάθε στιγμή της.

«Του ‘παν θα βάλεις το χακί

θα μπεις στην πρώτη τη γραμμή…»

Και μετά; Οι μέρες κυλούσαν… Οι ώρες ήταν δύσκολες και δε μετριόντουσαν. Οι ώρες ήταν ασήκωτες, πολύ μεγάλες… Ο καιρός περνούσε…

Κυριακή πρωί, 26 Σεπτέμβρη, πήγαμε την πρώτη μας επίσκεψη εκπαιδευτικού χαρακτήρα, στην Ακρόπολη. Ήρθαν τα πούλμαν και επιβιβαστήκαμε. Στο μπροστινό κάθισμα, στο διχτάκι, είχε μια εφημερίδα με ημερομηνία 18/9/1982. Εκεί διάβασα την είδηση που με συγκλόνισε…

17/9/1982, πέθανε ο Μάνος!!! Το ιστορικό είχε ως εξής:

«Τον Οκτώβριο του 1981 ο Μάνος Λοΐζος εισάγεται στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο με περικαρδίτιδα, νεφρική ανεπάρκεια και πίεση.

Αποφασίζει να φύγει στη Μόσχα για ιατρικές εξετάσεις και αφού επιστρέψει, τον Ιούνιο του 1982, θα υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο και θα νοσηλευτεί για ένα μήνα σε νοσοκομείο. Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς ταξιδεύει ξανά στη Μόσχα για νοσηλεία και στις 7 Σεπτεμβρίου παθαίνει δεύτερο εγκεφαλικό επεισόδιο, το οποίο θα αποβεί μοιραίο.

Δέκα μέρες αργότερα, στις 17 Σεπτεμβρίου, θα φύγει για πάντα, αφήνοντας ένα μεγάλο κενό στην ελληνική μουσική».

11 μέρες στο απόλυτο σκοτάδι από πλευράς ειδήσεων και ξαφνικά, σε μια εκπαιδευτική επίσκεψη να μαθαίνεις αυτό… Και το χειρότερο; Να μη μπορείς να εκδηλωθείς, να ουρλιάξεις, να κλάψεις, να βρίσεις, να τραγουδήσεις

«Τίποτα δεν πάει χαμένο

στη χαμένη σου ζωή,

τ’ όνειρό σου ανασταίνω

και το κάθε σου “γιατί”»…

Κι όμως, δε μπορείς. Φοράς τη στολή υπ΄αριθμ. 8γ με δίκοχο. Είσαι ντυμένος στο χακί και αυτά δε γίνονται… Λες και αυτό που γίνεται μέσα μας αντέχει να φυλακίζεται επ΄ άπειρον…

Από το δίσκο «Τα τραγούδια της Χαρούλας» που κυκλοφόρησε το 1979, εννιά σε στίχους Ρασούλη και τρία του Πυθαγόρα, το τραγούδι «Τίποτα δεν πάει χαμένο».

Το ίδιο απόγευμα είχαμε το πρώτο μας επισκεπτήριο. Κάποιοι δεν άντεξαν κι έκλαψαν, κάποιοι άντεξαν και δεν έκλαψαν. Όλοι μας, όμως, δείξαμε πως κανένα χακί δε μπορεί να κρύψει το πάθος για τη ζωή…

Μάνος Λοΐζος

Στις 22 Οκτωβρη του 1937 γεννιέται στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου (κάποιες πηγές αναφέρουν πως γεννήθηκε στον Άγιο Βαβατσινιά, χωριό καταγωγής του πατέρα του) ο Εμμανουήλ Λοΐζος, που έμελλε να γίνει ένας από τους σπουδαιότερους σύγχρονους Έλληνες συνθέτες. Γονείς του ο Ανδρέας Λοΐζος και η Δέσποινα Μανάκη από τη Ρόδο και ο Μάνος ήταν το μοναδικό παιδί τους.

Ο μικρός Μάνος δείχνει την αγάπη του για τη μουσική από μικρή ηλικία και στα επτά του ξεκινά μαθήματα βιολιού στο Εθνικό Ωδείο της Αλεξάνδρειας, ενώ στην συνέχεια ασχολείται με την κιθάρα. Το 1954 αποφασίζει μαζί με φίλους του να φτιάξουν μία μικρή μπάντα, η οποία παίζει σε φιλικές και οικογενειακές εκδηλώσεις.
Το
1955, αποφοιτά από το Αβερώφειο Γυμνάσιο Αλεξάνδρειας, μετακομίζει στην Αθήνα και γράφεται στην Φαρμακευτική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στις αρχές του 1956, εγκαταλείπει τις σπουδές του στην Φαρμακευτική και γράφεται στην Ανωτάτη Εμπορική.

Τον επόμενο χρόνο, λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών στην Αίγυπτο, μετά την κατάληψη της εξουσίας από τον Νάσερ, ο Λοΐζος αποφασίζει να εγκατασταθεί μόνιμα στην Αθήνα. Αρχικά μένει στην Κυψέλη και στη συνέχεια, το 1958, μαζί με τον φίλο του, Φώτη Κωνσταντινίδη, μετακομίζουν στη Νέα Σμύρνη. Είναι η εποχή που ο Λοΐζος γνωρίζει την μαρξιστική ιδεολογία και ταυτόχρονα το νέο μουσικό κίνημα που έχει αρχίσει να εξελίσσεται με παρεμβάσεις του Μάνου Χατζιδάκι.

Το 1960 εγκαταλείπει το Πανεπιστήμιο για να ασχοληθεί με την μουσική. Για να μπορέσει να επιβιώσει εργάζεται περιστασιακά σε διάφορες δουλειές: από σερβιτόρος σε ταβέρνα στην Κω, μέχρι γραφίστας σε διαφημιστική εταιρεία και μουσικός σε διάφορες μπουάτ.

Τέλη του 1961 συμμετέχει σε μία πρωτοβουλία του Συλλόγου Φίλων της Ελληνικής Μουσικής, οι οποίοι διαμαρτύρονται για την μουσική του Μίκη Θεοδωράκη μέσω επιστολής διαμαρτυρίας στον Τύπο «δια την άδικον και αντιπνευματικήν στάσιν των Ραδιοφωνικών μας Σταθμών, έναντι των τραγουδιών του, δια του αποκλεισμού από τας εκπομπάς των».

Η μουσική πορεία του

Το 1962, με μεσολάβηση του Μίμη Πλέσσα στην εταιρεία «Philips», ηχογραφεί το πρώτο του σαρανταπεντάρι και το τραγούδι του «Τραγούδι του δρόμου», βασισμένο σε ποίημα του Λόρκα και ελληνική απόδοση του Νίκου Γκάτσου. Το τραγούδι ερμηνεύει ο Γιώργος Μούτσιος. Το ακούμε από τον ίδιο

Την ίδια χρονιά, γίνεται αντιπρόεδρος στο Σ.Φ.Ε.Μ. (Σύλλογος Φίλων Ελληνικών Μουσικής), ο οποίος δημιουργείται τον Απρίλιο, με σκοπό την στήριξη και προβολή νέων δημιουργών. Μέλη του Συλλόγου γίνονται πολλοί σπουδαίοι δημιουργοί, όπως ο Χρήστος Λεοντής, ο Γιάννης Μαρκόπουλος, ο Διονύσης Σαββόπουλος, η Μαρία Φαραντούρη, ο Νότης Μαυρουδής, ο Μάνος Ελευθερίου, κ.ά.
Τον Μάρτη του
1963 Μάνος Λοΐζος θα συνεργαστεί με τον Χρήστο Λεοντή και θα δώσουν την πρώτη τους συναυλία στο θέατρο «ΑΚΡΟΠΟΛ». Τη συναυλία προλογίζει ο Μίκης Θεοδωράκης και τους χαρίζει μία πέτρα, την οποία είχε εκτοξεύσει κάποιος εναντίον του σε συναυλία που είχε δώσει στη Νάουσα. Τα έσοδα της συναυλίας τους θα δοθούν στο Δ’ Πανσπουδαστικό Συνέδριο.

Το 1964 εμφανίζεται στην μπουάτ «Στοά» μαζί με την Μαρία Φαραντούρη και το Γιώργο Ζωγράφο. Σε μία από τις εμφανίσεις του, θα γνωρίσει ένα νεαρό κορίτσι, το οποίο θα του δώσει τους στίχους του τραγουδιού που έγινε μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της καριέρας του: «Ο δρόμος». Το κορίτσι αυτό ήταν η Κωστούλα Μητροπούλου.

Το 1965 αναλαμβάνει τη διεύθυνση της χορωδίας του Σ.Φ.Ε.Μ. και το καλοκαίρι συμμετέχουν στην μουσική παράσταση του Μίκη Θεοδωράκη «Όμορφη Πόλη», στο θέατρο ΠΑΡΚ. Η παράσταση γνωρίζει μεγάλη επιτυχία.
Το Μάρτη της ίδιας χρονιάς παντρεύεται τη Μάρω Λήμνου, συγγραφέα παιδικών βιβλίων, με την οποία έχουν γνωριστεί τρία χρόνια πριν στα παρασκήνια της παράστασης «Όμορφη Πόλη» και έχουν γράψει και τραγούδια μαζί.

Το 1966, γεννιέται η κόρη του Μυρσίνη.

Έχει ήδη ξεκινήσει η συνεργασία του με την δισκογραφική εταιρεία «Lyra» του Αλέκου Πατσιφά, με την οποία κυκλοφόρησε ένα δίσκο 45 στροφών με τα τραγούδια «Νύχτα μικρή αρχόντισσα» και «Φεγγάρι έρημο», τα οποία ερμηνεύει ο Γιάννης Πουλόπουλος. Με τον Πουλόπουλο θα συνεργαστεί κι άλλες φορές σε τραγούδια όπως «Καράβια-Αλήτες», «Μικρός ο κόσμος γύρω μου», «Ο δρόμος», «Η κιθάρα» και η «Πρωτομαγιά».

Εδώ το τραγούδι «Νύχτα μικρή αρχόντισσα»

Την ίδια χρονιά γνωρίζει το Γιάννη Νεγρεπόντη, ο οποίος του χαρίζει τους στίχους των τραγουδιών «Στρατιώτης» και «Τρίτος Παγκόσμιος», ενώ ταυτόχρονα γράφει μουσική για τις παραστάσεις «Το σπίτι της Μπερνάντα Άλμπα» με την Αλέκα Κατσέλη, «Ρέστια» με την Άλκηστη Γάσπαρη και «Ένα κορίτσι στο παράθυρο» με τον Μίμη Φωτόπουλο.

Το 1966 κυκλοφορεί από την δισκογραφική εταιρεία «Odeon» το πρώτο του τραγούδι σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου «Αυτό τ’ αγόρι» με την Αλέκα Μαβίλη, το οποίο γνωρίζει μεγάλη επιτυχία.

Η γνωριμία του με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, θα εξελιχτεί σε φιλία, η οποία θα κρατήσει μέχρι το τέλος της ζωής του.

Τον Δεκέμβριο του 1966 θα πραγματοποιήσει στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά με ερμηνευτές την Μαρία Φαραντούρη και το Γιώργο Ζωγράφο, συναυλία κατά την οποία θα παρουσιάσει τα τραγούδια του δίσκου «Τα Νέγρικα» σε στίχους του Γιάννη Νεγρεπόντη.

Ο γέρο νέγρο Τζιμ με τη Μαρία Φαραντούρη

Ο νέγρος ο Ζωγράφος πάλι με τη Μαρία Φαραντούρη

Το 1967, ακούγεται στην ταινία του Γρηγόρη Γρηγορίου «Τρούμπα ’67», το τραγούδι που έχει γράψει σε συνεργασία πάλι με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο και ερμηνεύτρια την Ελένη Ροδά, «Η δουλειά κάνει τους άντρες».

Στην ίδια ταινία ακούστηκαν και δυο ακόμη τραγούδια τα οποία «κόπηκαν» από τη λογοκρισία για πολιτικούς λόγους. Ήταν χαμένα και βρέθηκαν. Τα δυο τραγούδια ήταν σε ένα 45άρι δίσκο. Στη μια πλευρά ήταν το «Έλα λεβέντη μου». Και τα δυο ερμηνεύει η Μαρινέλλα

Το τραγούδι της άλλης πλευράς του σαρανταπενταριού είναι το “Πού να σε βρω”.

Μετά το πραξικόπημα, ματαιώνονται συναυλίες του και ο ίδιος για ν’ αποφύγει τη σύλληψη, εγκαταλείπει την χώρα και εγκαθίσταται στο Λονδίνο, όπου για να μπορέσει να επιβιώσει, αναγκάζεται να παίζει μπουζούκι σε κυπριακές ταβέρνες.
Τον επόμενο χρόνο επιστρέφει στην Αθήνα και μαζί με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο κυκλοφορεί τον δίσκο του «Ο Σταθμός», από την δισκογραφική εταιρεία «Μίνος».

Όλος ο δίσκος https://www.youtube.com/watch?v=cHKC4PNsz9Q

Την ίδια χρονιά γράφει την μουσική και τα τραγούδια για τις ταινίες του Ντίνου Δημόπουλου «Το Λεβεντόπαιδο» και «Η Νεράιδα και το Παλικάρι».

Από την πρώτη ταινία το ομώνυμο τραγούδι με το Γιάννη Καλατζή

Από τη δεύτερη ταινία το τραγούδι «Νανούρισμα». Ερμηνεύει η Αλίκη Βουγιουκλάκη


Το
1969 συνεχίζει την συνεργασία του με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, γράφοντας την μουσική και τα τραγούδια για την μουσικοθεατρική παράσταση του Άλκη Παππά «Γη S.O.S.» με τον Αλέκο Αλεξανδράκη.


Το
1970 κυκλοφορεί ο δεύτερος μεγάλος του δίσκος «Θαλασσογραφίες» πάλι σε στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου.

«Τζαμάικα» με τον Γιάννη Καλατζή

«Δέκα παλληκάρια» με το Γιώργο Νταλάρα

«Σεβάχ ο Θαλασσινός» με τον ίδιο να το ερμηνεύει

Ταυτόχρονα ηχογραφεί με την φωνή του Στέλιου Καζαντζίδη τα τραγούδια «Δε θα ξαναγαπήσω» και «Όταν βλέπετε να κλαίω»

και με το Γιάννη Καλατζή τα τραγούδια «Παραμυθάκι μου» και «Τα πλεούμενα»

Το 1971 είναι η χρονιά που γράφει την μουσική για την ταινία του Αλέξη Δαμιανού «Ευδοκία»

και ηχογραφεί με τον Γιώργο Νταλάρα το τραγούδι «Αχ χελιδόνι μου»

Τον ίδιο χρόνο συνεργάζεται με τον Όμηρο Ευστρατιάδη για τις ταινίες του «Η Ιδιωτική μου Ζωή» και «Πρόκληση», ενώ γράφει την μουσική και τα τραγούδια για την ταινία του Ορέστη Λάσκου «Διακοπές στην Κύπρο». Στα γυρίσματα αυτής της ταινίας θα γνωρίσει την δεύτερη σύζυγό του, ηθοποιό Δώρα Σιτζάνη, με την οποία θα ζήσουν ένα μεγάλο έρωτα μέχρι το τέλος της ζωής του.

Το 1972, συνεχίζοντας την συνεργασία του με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, κυκλοφορεί τον τρίτο του μεγάλο δίσκο «Να’Χαμε τι να’Χαμε»

«Παποράκι του Μπουρνόβα» με το Γιάννη Καλατζή

«Ο Λιόντας» με το Γιώργο Νταλάρα

και μαζί γράφουν και τα τραγούδια «Ο αρχηγός» και «Θα κλείσω το παράθυρο».

«Ο αρχηγός» με τη Χαρούλα Αλεξίου

Επίσης έγραψαν και τα τραγούδια «Πρώτη Μαίου», «Τσε» και «Μέρμηγκα», σε στίχους και μουσική δικά του, τραγούδια τα οποία θα κοπούν από την λογοκρισία της δικτατορίας.

«Πρώτη Μαΐου» με το Βασίλη Παπακωνσταντίνου

«Τσε» με τον ίδιο

Τον ίδιο χρόνο γράφει και τα τραγούδια στην ταινία του Τάκη Βουγιουκλάκη «Η Αλίκη Δικτάτωρ».

Το 1973 γνωρίζει τον ποιητή Δημήτρη Χριστοδούλου και συνεργάζονται μαζί σε ένα τραγούδι για την ταινία των Θανάση Ρεντζή και Νίκου Ζερβού «Μαύρο-Άσπρο», το οποίο αργότερα θα γνωρίσει μεγάλη επιτυχία με στίχους του Λοίζου και με τίτλο «Καλημέρα ήλιε».

«Μια καλημέρα» με τη Χαρούλα Αλεξίου

«Κανένας δε μου μίλησε» με τον ίδιο το συνθέτη

«Δώδεκα παιδιά» με τον Κώστα Σμοκοβίτη

Ευρισκόμενος σε συνεχή αναζήτηση έξω από τα όρια του λαϊκού τραγουδιού, αρχίζει να μελοποιεί ποιήματα του μεγάλου Ναζίμ Χικμέτ σε μετάφραση του Γιάννη Ρίτσου

«Μονάκριβή μου» σε ανέκδοτη ηχογράφηση με το Μανώλη Ρασούλη

Τον Απρίλιο του 1974 θα κυκλοφορήσει ο δίσκος «Καλημέρα Ήλιε» σε στίχους του Δημήτρη Χριστοδούλου και θα λάβει μέρος σε πολλές λαϊκές συναυλίες της εποχής, με μεγαλύτερη όλων τη συναυλία στο Γήπεδο του Παναθηναϊκού, την οποία θα παρουσιάσει ο Νίκος Κούνδουρος στην ταινία του «Τραγούδια της Φωτιάς». Στο τέλος του 1974 κυκλοφορεί ο δίσκος του «Τα Τραγούδια του Δρόμου» με τα τραγούδια του που είχαν απαγορευτεί και δεν είχαν ηχογραφηθεί κατά την διάρκεια της επταετίας.

«Τρίτος Παγκόσμιος» με το Βασίλη Παπακωνσταντίνου

«Το ακορντεόν» ερμηνεύει ο ίδιος

Στο τέλος του 1975, εννιά χρόνια μετά την παρουσίαση σε συναυλίες, κυκλοφορούν σε δίσκο τα «Νέγρικα». Για το συγκεκριμένο δίσκο ο Μάνος Λοίζος αναφέρει:

Το τεράστιο τέρας που άλλοτε λέγεται φασισμός, άλλοτε μιλιταρισμός και άλλοτε δημοκρατία δυτικού τύπου -που δεν είναι τίποτε άλλο παρά προσωπεία του ιμπεριαλισμού- στέκεται από πάνω μας απειλητικό. Και η αντίδρασή μας είναι να τα ξεσκεπάσουμε και να φωνάξουμε μ’ όλη μας τη δύναμη ενάντια τους. Είμαστε πια συνειδητοί, “γνωρίζουμε”…

Το 1976 κυκλοφορεί ο δίσκος «Τα Τραγούδια μας» σε στίχους του Φώντα Λάδη, τα οποία περιγράφουν με έντονο πολιτικό λόγο το κλίμα της μεταπολιτευτικής εποχής.

«Λιώνουν τα νιάτα μας» με το Γιώργο Νταλάρα

«Πάγωσε η τζιμινιέρα» με το Γιώργο Νταλάρα


Τρία χρόνια αργότερα, το
1979, κυκλοφορεί ο δίσκος «Τα Τραγούδια της Χαρούλας» σε στίχους των Μανώλη Ρασούλη και Πυθαγόρα.

«Την όγδοη μέρα» με τη Χαρούλα Αλεξίου

Τον Οκτώβριο του 1980 κυκλοφορεί ο δίσκος του «Για μια Μέρα Ζωής», με την συμμετοχή διαφόρων στιχουργών και με την μουσική του Μάνου Λοίζου να προσεγγίζει τον ηλεκτρικό ήχο της εποχής.

«Σ ακολουθώ» ερμηνεύει ο ίδιος

«Κι αν είμαι ροκ» με το Βασίλη Παπακωνσταντίνου

«Πόσο σ αγαπώ» με τη Δώρα Σιτζάνη


Το
1981 πραγματοποιεί σειρά συναυλιών σε μεγάλες χώρες του εξωτερικού, όπως Καναδά, Η.Π.Α., Αγγλία και Σουηδία και τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς ξεκινάει με τον Χρήστο Λεοντή και τον Θάνο Μικρούτσικο σειρά συναυλιών στην Ελλάδα.

Το 1983 κυκλοφορεί ο τελευταίος του δίσκος «Γράμματα στην Αγαπημένη» σε στίχους του ποιητή Ναζίμ Χικμέτ, σε μετάφραση στα ελληνικά του Γιάννη Ρίτσου.

Ο ρόλος της πολιτικής στη ζωή του

Ο Μάνος Λοΐζος ήταν μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος. Στην εικοσαετή μουσική του διαδρομή αγωνίστηκε για τα δικαιώματα της εργατικής τάξης και έγραψε τραγούδια που άγγιξαν τις καρδιές των λαϊκών ανθρώπων. Στα χρόνια της χούντας τα τραγούδια του λογοκρίθηκαν από την δικτατορία και ο ίδιος κυνηγήθηκε. Το βράδυ της 17ης Νοεμβρίου του 1972 θα συλληφθεί στο σπίτι του στο Χολαργό και θα κρατηθεί στην ασφάλεια για 10 μέρες. Την ίδια χρονιά θα γίνει στέλεχος της ΕΜΣΕ, του συνδικαλιστικού σωματείου των δημιουργών, με σκοπό την καταπολέμηση της κασετοπειρατείας και της λογοκρισίας.

Ο Μάνος Λοίζος με την ζωή του και τα τραγούδια του βρισκόταν πάντα δίπλα στους ταπεινούς και μαζί τους αγωνιζόταν για ειρήνη, ισότητα, ενάντια στην αδικία, την καταπίεση και τον κοινωνικό ρατσισμό.


Όπως ανέφερε το
1966 σε συνέντευξή του,

«Σαν μουσικός που γράφω τραγούδια, ξέρω καλά ότι μπορώ να κάνω τον κόσμο να συνειδητοποιήσει ορισμένα πράγματα κι αυτό το θεωρώ μια πολύ σοβαρή λειτουργία. Μ’ ενδιαφέρει να γράφω όχι ωραία πράγματα, αλλά πώς θα ‘ρθω σ’ επαφή με τον κόσμο που πονάει κι αγωνίζεται».

Ο Μάνος Λοΐζος, ήταν πάντα δίπλα στο ΚΚΕ και στους λαϊκούς αγώνες, γιατί όπως έλεγε και ο ίδιος:

«Πρέπει να υπάρχει στρατευμένη τέχνη, γιατί, μέσα στο δρόμο αυτής της σχολής, μπορούν να βγουν αριστουργηματικά έργα. Αλλά το πιο σπουδαίο είναι, ότι η στρατευμένη τέχνη είναι ένας ελάχιστος φόρος τιμής στις χιλιάδες των φτωχών παιδιών που πεινάνε, αγωνίζονται και σκοτώνονται καθημερινά».

Αυτός είναι ο ΜάνοςΛοΐζος. Αυτός είναι ο συνθέτης, ο στιχουργός, ο ερμηνευτής. Ο αδόκητος χαμός του, στα 45 χρόνια του, μάζεψε συγγενείς και φίλους στο αεροδρόμιο, για το τελευταίο του ταξίδι.

Όπως είχε πει ο Μίκης Θεοδωράκης, «Για μένα προσωπικά ήταν πιο πολύ από αδελφός, φίλος, συνάδελφος. Ήταν η περηφάνια μου. Γιατί μπόρεσε με ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο κι ένα τραγούδι, να πάει μια πήχη πιο πέρα τον ορίζοντα, συμπλήρωσε ο μεγάλος συνθέτης εκφράζοντας μάλλον το σύνολο των Ελλήνων που βρήκαν παρηγοριά και καταφύγιο στη μουσική του»….

Πέρασαν 38 χρόνια από τη ημέρα που το χαμόγελο έσβησε για πάντα. Έσβησε στ΄ αλήθεια; Εκείνη η εφημερίδα που έπιασα στα χέρια μου εκείνη την Κυριακή, ήταν η πιο βαθιά μαχαιριά. Κυρίως γιατί μας άφησε ένας νέος άνθρωπος, γεμάτος ταλέντο, αγάπη, πάθος για τη ζωή.

Πετώντας για εκείνο τον άγνωστο κόσμο, θα συνάντησε κι άλλους και θα τον βρήκαν κι άλλοι. Εμείς, που παραμένουμε εδώ, τον έχουμε μέσα μας, τον τραγουδάμε, τον θυμόμαστε…

Με την κιθάρα και το χαμόγελο… Κι ένα τσιγάρο στην άκρη στα χείλη…

Γιατί «η μέρα εκείνη δε θ αργήσει»

Δε μπορεί να αργήσει! Δε μπορεί ο κόσμος αυτός να μην αλλάξει, να μη νιώσει, να μην περπατήσει στο δρόμο των ονείρων του.

Κι ένα τραγούδι αγαπημένο, ας το ακούσουμε…

Κλείνοντας αυτό το αφιέρωμα, το κίνητρο για να γίνει, ήταν τα τελευταία βράδια πριν την 15η του Σεπτέμβρη. Τότε που μαζευόμαστε και τραγουδούσαμε… Και κάναμε όνειρα για έναν κόσμο πλασμένο στα μέτρα μας.

Μετά από 38 χρόνια, με γκριζαρισμένα γένια και την ίδια εφηβική διάθεση και ορμή, ας μου επιτραπεί κάτι προσωπικό. Απευθύνομαι σε όλους τους φίλους μου, συμμαθητές μου, που το 1982 διαβήκαμε εκείνη τη μεταλλική πύλη με όνειρα και ελπίδες. Κάναμε πολλά, χάσαμε περισσότερα.

Ας μη χάσουμε τους εαυτούς μας κι ας πορευτούμε αυτά τα χρόνια που έχουμε μπροστά μας, με θάρρος και ψηλά το κεφάλι. Σας καλώ, εδώ κοντά μας, γιατί σε αυτή τη μάχη είμαστε όλοι στο ίδιο μετερίζι. Για τη ζωή που μας αξίζει. Για τη ζωή που πρέπει να κυττάμε στα μάτια και να μετριόμαστε.

Οι στίχοι του Φώντα Λάδη τα λένε όλα.

«Στη διαδήλωση σε είδα

μ’ απόφαση να προχωράς.

Ανοίξαμε την αλυσίδα

κι έγινες ένας από μας».

Γιάννης Αγγέλου

Πηγές:

https://el.wikipedia.org
https://www.sansimera.gr
https://www.maxmag.gr

Ετικέτες:

Δείτε ακόμα...