Βήματα που καθορίζονται από το κριτήριο της ενίσχυσης της επιχειρηματικής λειτουργίας της Υγείας γίνονται με τη σύμβαση ανάμεσα στο κράτος και το ΑΠΘ για το Γενικό Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης ΑΧΕΠΑ, εξήγησε ο Γιώργος Λαμπρούλης, ειδικός αγορητής του ΚΚΕ, μιλώντας στη σημερινή συνεδρίαση της Ολομέλειας της Βουλής για το νομοσχέδιο του υπουργείου Υγείας που αφορά την κύρωση αυτής της σύμβασης.
Όπως είπε, πιο συγκεκριμένα, αυτή η κατεύθυνση δεν αποτελεί κεραυνό εν αιθρία, ακριβώς γιατί ανάλογες αναδιαρθρώσεις έχουν ήδη αρχίσει να γίνονται στον τομέα της Παιδείας και ιδιαίτερα στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Σημείωσε πως έχει διαμορφωθεί ένα νομοθετικό πλαίσιο που ενισχύει την επιχειρηματική και εμπορική λειτουργία των Πανεπιστημίων και την καταστολή σε αυτά προς όφελος της καπιταλιστικής κερδοφορίας, ενώ στηλίτευσε το γεγονός ότι ακόμα και οι χρηματοδοτήσεις των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων κινούνται σε αυτήν την κατεύθυνση και όχι στη στήριξη Πανεπιστημίων και επιστημόνων, προκειμένου να συμβάλλουν στην κάλυψη των σύγχρονων λαϊκών αναγκών με το έργο τους.
Σε αυτό το πλαίσιο, τόνισε ότι το νομοσχέδιο συμβάλλει στην προώθηση της επιχειρηματικής λειτουργίας σε Υγεία και Παιδεία μέσα από μια σειρά ρυθμίσεις, όπως με τη μεταβίβαση του νοσοκομείου στην ευθύνη του υπουργείου Παιδείας και στην πλήρη ευθύνη του ΑΠΘ, την ανάθεση από το ΑΠΘ στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων της μελέτης για την ανάπτυξη επενδυτικών έργων με στόχο την ανάπτυξη και λειτουργία του νοσοκομείου. Επίσης, προβλέπεται να χρηματοδοτούνται έργα και από ιδιώτες, υλοποιώντας την πολιτική της Σύμπραξης Δημόσιου – Ιδιωτικού Τομέα και εξασφαλίζοντας ότι ο προσανατολισμός και οι όροι λειτουργίας τους θα συμμορφώνονται με τις ανάγκες των επενδυτών, οι οποίοι, μάλιστα, θα απολαμβάνουν για ακόμη μια φορά μια σειρά από κίνητρα με στόχο την κερδοφορία τους.
Ειδική αναφορά έκανε και στη ρύθμιση για τη λειτουργία του νοσοκομείου σύμφωνα με τις επιλογές της διοίκησης του Πανεπιστημίου και με μόνο προαπαιτούμενο την «απλή έγκριση» του τελευταίου, διευκρινίζοντας ότι ο τρόπος χρηματοδοτήσεων τόσο του ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού, όσο και της ερευνητικής δραστηριότητας, είτε μέσα από διάφορα κονδύλια, είτε μέσα από έναν μηχανισμό σύμπραξης του Πανεπιστημίου με επιχειρηματικούς ομίλους αποδεικνύει ότι «γίνεται βαθύτερη η σύνδεση του Πανεπιστημίου με τις προτεραιότητες της αγοράς». Ακόμα για τον σχεδιασμό που εμπεριέχεται στο σχέδιο νόμου για ανακαίνιση του νοσοκομείου, ο Γ. Λαμπρούλης ανέδειξε τις τεράστιες ευθύνες διαχρονικά των κυβερνήσεων για την υποβάθμιση των υποδομών των δημόσιων μονάδων Υγείας στη λογική του «κόστους – οφέλους» και με ό,τι αυτό σημαίνει για την ασφάλεια των ασθενών. Πρόσθεσε ότι και σε αυτήν την περίπτωση της ανακαίνισης επιδιώκεται «ουσιαστικό άνοιγμα στους επιχειρηματίες» και σύμφωνα με τις προτεραιότητές τους, ενώ υπογράμμισε ότι αντίστοιχο «άνοιγμα» επιδιώκεται και με τη δημιουργία ενός Διεθνούς Ερευνητικού Κέντρου και ενός Βιοϊατρικού Κέντρου, το οποίο αποτελεί και απαίτηση των φαρμακοβιομηχάνων, σύμφωνα και με ομολογία του υπουργού εμπορίου της Υγείας Αδ. Γεωργιάδη.
Για το Κέντρο Αποκατάστασης, κατέδειξε πως τη στιγμή που υπάρχουν τεράστιες ελλείψεις σε κλίνες αποκατάστασης στο δημόσιο σύστημα Υγείας, με αποτέλεσμα οι λαϊκές οικογένειες να προσανατολίζονται στον ιδιωτικό τομέα, βάζοντας πολύ βαθιά το χέρι στην τσέπη, το νομοσχέδιο προβλέπει ότι η Τράπεζα Ευρωπαϊκών Επενδύσεων θα καλείται να συμβουλεύει το ΑΠΘ για τον προσδιορισμό και την τεκμηρίωση «υφιστάμενων και πιθανών μελλοντικών συνεργειών, καθώς και νομικών και επιχειρηματικών σχέσεων» μεταξύ ΑΧΕΠΑ και προτεινόμενου Κέντρου Αποκατάστασης του Ερευνητικού Κέντρου και της Ιατρικής Σχολής του ΑΠΘ.
Τέλος, επικαλούμενος και την τοποθέτηση του προέδρου της ΟΕΝΓΕ Γ. Γαλανόπουλου στην ακρόαση φορέων στη Βουλή για το εν λόγω νομοσχέδιο, ο Γ. Λαμπρούλης σημείωσε πως αυτό δεν έρχεται να λύσει τίποτα σε ό,τι αφορά τις τραγικές ελλείψεις που υπάρχουν στο υγειονομικό προσωπικό. Συμπλήρωσε, μάλιστα, ότι οι πρόσφατες θέσεις που προκήρυξε η κυβέρνηση δεν καλύπτουν ούτε τις αποχωρήσεις του προηγούμενου διαστήματος, ούτε καν τα κενά των απαρχαιωμένων οργανογραμμάτων και μάλιστα σε μια περίοδο που ο φόρτος εργασίας για το υγειονομικό προσωπικό είναι αυξημένος, με αποτέλεσμα τη διαμόρφωση συνθηκών υπερεργασίας, εντατικοποίησης, εξοντωτικών ωραρίων, με ό,τι αυτό σημαίνει για τους ίδιους τους υγειονομικούς, αλλά και για τους ασθενείς. «Δεν τηρείται ούτε ο μνημονιακός κανόνας της αντικατάστασης όσων αποχωρούν ή συνταξιοδοτούνται ενώ πολλές από τις νέες θέσεις αφορούν μονιμοποίηση ήδη υπηρετούντων γιατρών και όχι πραγματική ενίσχυση του δημόσιου συστήματος Υγείας», ανέφερε χαρακτηριστικά, απαιτώντας να ικανοποιηθούν άμεσα τα δίκαια αιτήματα των υγειονομικών για γενναίες αυξήσεις στους μισθούς, επαναφορά 13ου και 14ου μισθού και ένταξη όλου του προσωπικού στα Βαρέα και Ανθυγιεινά. «Η αλήθεια λοιπόν είναι ότι υπάρχουν και παραϋπάρχουν υγειονομικοί που θέλουν να εργαστούν στο δημόσιο σύστημα, αλλά δεν αντέχουν και δεν αντέχουν τις συνθήκες εξουθένωσης, την υποστελέχωση και και τους χαμηλούς μισθούς που διαμορφώνει η πολιτική σας, η πολιτική της κυβέρνησής σας, η πολιτική των προηγούμενων κυβερνήσεων», είπε.



