Τεχνητή Νοημοσύνη και το ιδεολόγημα του «Πλήρως Αυτοματοποιημένου Καπιταλισμού της Αφθονίας»

Στα τέλη του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, στη λεγόμενη εποχή της «δεύτερης βιομηχανικής επανάστασης», η τεχνολογία φετιχοποιήθηκε από αστούς λογοτέχνες, οικονομολόγους και διανοούμενους ως αυτόνομη δύναμη προόδου και ευημερίας. Η τεχνολογική αισιοδοξία ορισμένων ουτοπικών σοσιαλιστικών και φουτουριστικών ρευμάτων βασιζόταν στην πεποίθηση ότι οι σύγχρονες μηχανές και η αυτοματοποίηση μπορούσαν να δημιουργήσουν την παραγωγική αφθονία που απαιτούνταν για τη μείωση της εξαντλητικής εργασίας εγκαινιάζοντας μια εποχή ευημερίας, ελεύθερου χρόνου και υλικής ασφάλειας για όλους.

Ο Edward Bellamy, στο σοσιαλιστικό ουτοπικό μυθιστόρημά του Looking Backward: 2000-1887, αφηγείται την ιστορία του Julian West, ο οποίος αποκοιμιέται στη Βοστόνη του 1887 και ξυπνά το έτος 2000 σε μια μετακαπιταλιστική κοινωνία, στην οποία η οργανωμένη παραγωγή εξασφαλίζει καθολική ευημερία και σημαντικά μειωμένο χρόνο εργασίας. Στην κοινωνία που περιγράφει ο Bellamy, το χρήμα και η μισθωτή αμοιβή έχουν καταργηθεί. Στην αρχή κάθε έτους εγγράφεται στον δημόσιο λογαριασμό κάθε πολίτη μια ισόποση πίστωση, η οποία αντιστοιχεί στο μερίδιό του από το ετήσιο εθνικό προϊόν και χρησιμοποιείται, μέσω μιας προσωπικής «πιστωτικής κάρτας», για την προμήθεια αγαθών από τις δημόσιες αποθήκες.Για τη μετάβαση στη μετακαπιταλιστική κοινωνία του Bellamy δεν απαιτείται προλεταριακή επανάσταση. Ο συγγραφέας φαντάζεται μια ειρηνική και εξελικτική διαδικασία: Η συγκέντρωση του κεφαλαίου οδηγεί τις επιχειρήσεις στη συνένωση σε ολοένα μεγαλύτερα μονοπώλια, προετοιμάζοντας έτσι οργανωτικά τη μετατροπή ολόκληρης της παραγωγής και της διανομής σε μια ενιαία δημόσια «εθνική βιομηχανία». Οταν η κοινή γνώμη ωριμάζει και η αναδιοργάνωση αυτή αναγνωρίζεται ως κοινό συμφέρον όλων των κοινωνικών τάξεων, ένα διαταξικό «Εθνικό Κόμμα» την πραγματοποιεί με πολιτικά και όχι με επαναστατικά μέσα.

Μια μεταγενέστερη και διαφορετική εκδοχή της προσδοκίας ότι η τεχνολογική πρόοδος θα δημιουργούσε τις υλικές προϋποθέσεις για γενικευμένη ευημερία διατυπώθηκε από τον John Maynard Keynes, ο οποίος στο δοκίμιο «Economic Possibilities for Our Grand children» (1930)1 προέβλεψε ότι η τεχνολογική πρόοδος και η συσσώρευση κεφαλαίου θα μπορούσαν, μέσα σε περίπου έναν αιώνα, να επιτρέψουν στην ανθρωπότητα να επιλύσει το «οικονομικό της πρόβλημα», περιορίζοντας την αναγκαία εργασία σε τρίωρες ημερήσιες βάρδιες ή σε δεκαπέντε ώρες την εβδομάδα και οδηγώντας την κοινωνία σε μια «εποχή ελεύθερου χρόνου και αφθονίας».

Η πρόβλεψη στηριζόταν στην πεποίθηση ότι η τεχνολογική πρόοδος και η συσσώρευση κεφαλαίου θα μπορούσαν να αυξήσουν τόσο πολύ την παραγωγικότητα και τον παραγόμενο πλούτο, ώστε το οικονομικό πρόβλημα της ανθρωπότητας να επιλυθεί μια για πάντα.

Η αντίληψη αυτή εντάχθηκε αργότερα στη γενικότερη κεϋνσιανή θεώρηση, σύμφωνα με την οποία οι κρίσεις, η μαζική ανεργία και η ανεπάρκεια της ζήτησης μπορούσαν να αντιμετωπιστούν μέσω της κρατικής οικονομικής παρέμβασης και διαχείρισης, χωρίς να ανατραπούν οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής.

Η διαμόρφωση αυτής της θεωρίας συνδέθηκε ιστορικά με τη Μεγάλη Υφεση που ξέσπασε το 1929 και κλόνισε την πίστη ότι η «ελεύθερη αγορά» μπορούσε από μόνη της να εξασφαλίζει πλήρη απασχόληση και σταθερή οικονομική ανάπτυξη. Ως τέτοιο παράδειγμα κεϋνσιανής πολιτικής για την αντιμετώπιση της κρίσης αποτελεί το NewDeal («Νέα Συμφωνία») που εγκαινίασε ο Franklin D. Roosevelt στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1933. Το πρόγραμμα περιλάμβανε δημόσια έργα, άμεση δημιουργία θέσεων εργασίας, Κοινωνική Ασφάλιση, τραπεζική ρύθμιση και κρατικές παρεμβάσεις για τη στήριξη της παραγωγής και της ζήτησης.

Παρόμοια οικονομικά μέσα, δημόσια έργα, χρηματοδότηση και διεύρυνση των κρατικών παραγγελιών χρησιμοποιήθηκαν μετά το 1933 και στη ναζιστική Γερμανία. Η ιστορική πραγματικότητα απέδειξε, βέβαια, τα όρια και την αποτυχία αυτών των θεωριών να εξαλείψουν τις εγγενείς αντιφάσεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Οι κρατικές παρεμβάσεις και οι πολιτικές ενίσχυσης της ζήτησης περιόρισαν ορισμένες από τις άμεσες κοινωνικές συνέπειες της «Μεγάλης Υφεσης», αλλά δεν κατάργησαν τις βαθύτερες αιτίες των καπιταλιστικών κρίσεων ούτε απέτρεψαν την αναπαραγωγή τους. Η καπιταλιστική κρίση του Μεσοπολέμου όξυνε τους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, ενίσχυσε την άνοδο του φασισμού – ναζισμού και συνέβαλε στη διαμόρφωση των συνθηκών που οδήγησαν στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Αντί η αύξηση της παραγωγικότητας και η τεχνολογική πρόοδος να μετατραπούν σε μικρότερο χρόνο εργασίας και γενικευμένη κοινωνική ευημερία, ένα τεράστιο μέρος των παραγωγικών δυνάμεων υποτάχθηκε στον επανεξοπλισμό και στην πολεμική οικονομία. Η μαζική ανεργία περιορίστηκε τελικά, και μάλιστα μόνο προσωρινά, όχι μέσω της ειρηνικής πραγμάτωσης της υπεσχημένης «εποχής ελεύθερου χρόνου και αφθονίας», αλλά μέσα από τους εξοπλισμούς, την πολεμική παραγωγή και τη γενική επιστράτευση που συνδέθηκαν με τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο οποίος επέφερε ταυτόχρονα μια πρωτοφανή καταστροφή ανθρώπινων ζωών και παραγωγικών δυνάμεων.

Τα ιδεολογήματα περί πλήρους αυτοματοποίησης και προαιρετικής εργασίας στον καπιταλισμό

Σήμερα, με την ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών και ιδιαίτερα της Τεχνητής Νοημοσύνης, επανεμφανίζονται με σύγχρονο τεχνολογικό περίβλημα παρόμοια αστικά ιδεολογήματα με εκείνα που είχαν διατυπωθεί στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Οπως και στην ουτοπική κοινωνία που περιέγραψε ο Edward Bellamy, προβάλλεται εκ νέου η προσδοκία μιας ειρηνικής και σταδιακής μετάβασης σε μια μετακαπιταλιστική εποχή καθολικής αφθονίας, χωρίς ανατροπή των υφιστάμενων κοινωνικών σχέσεων.

Επιστήμονες και εκπρόσωποι των μεγάλων τεχνολογικών μονοπωλίων περιγράφουν ένα μέλλον στο οποίο η Τεχνητή Νοημοσύνη και τα ρομπότ θα εκτελούν σχεδόν όλες τις παραγωγικές δραστηριότητες και η πλήρης αυτοματοποίηση θα δημιουργεί απεριόριστη αφθονία, απαλλάσσοντας τον άνθρωπο από την ανάγκη της εργασίας2. Είναι χαρακτηριστικό αυτό που είπε πρόσφατα ο Ελον Μασκ ότι «σε 10 έως 20 χρόνια η εργασία θα είναι προαιρετική και τα χρήματα θα είναι άνευ σημασίας χάρη στην ΤΝ και τη ρομποτική».

Στην ουσία ο στόχος είναι να εδραιώσουν στην κοινωνική συνείδηση και ιδιαίτερα στην εργατική τάξη και τη νεολαία την πεποίθηση ότι ο θεμελιώδης νόμος της υπεραξίας, η μαρξιστική θεωρία, δεν υφίσταται ή έχει πάψει να ισχύει στην εποχή της αυτοματοποίησης και της ΤΝ. Καλλιεργείται, δηλαδή, η εντύπωση μέσα από νεοκλασικές και νεοκεϋνσιανές οικονομικές θεωρίες ότι το καπιταλιστικό κέρδος δεν προέρχεται από την υπεραξία που δημιουργεί η απλήρωτη υπερεργασία της εργατικής τάξης και ιδιοποιείται το κεφάλαιο, αλλά αποτελεί φυσική απόδοση των μηχανών, των αλγορίθμων, της καινοτομίας και του ίδιου του κεφαλαίου.

Τα μέσα παραγωγής αποσπώνται έτσι από τις κοινωνικές σχέσεις ιδιοκτησίας και εκμετάλλευσης μέσα στις οποίες λειτουργούν και εμφανίζονται ως αυτοτελείς πηγές νέας αξίας και κέρδους. Αυτό που συσκοτίζεται είναι ότι η τεχνολογική ανάπτυξη και τα σύγχρονα μέσα παραγωγής, όπως είναι η ΤΝ, δεν καθορίζουν από μόνα τους ούτε τον σκοπό της παραγωγής ούτε τον τρόπο κατανομής των ωφελειών από την αύξηση της παραγωγικότητας.

Υπό καθεστώς καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, η τεχνολογία, η ΤΝ και η αυτοματοποίηση δεν χρησιμοποιούνται πρωτίστως για την καθολική μείωση του εργάσιμου χρόνου, αλλά για τη μείωση του κόστους, την παραγωγή σχετικής υπεραξίας και την ενίσχυση της ανταγωνιστικής θέσης κάθε κεφαλαίου. Ταυτόχρονα, μια οικονομία που θα περιόριζε δραστικά τη μισθωτή εργασία με την πλήρη αυτοματοποίηση θα περιόριζε και τη βασική πηγή αγοραστικής δύναμης της μεγάλης πλειονότητας του πληθυσμού. Το ερώτημα «ποιος θα αγοράζει τα προϊόντα;» μένει αναπάντητο.

Η πλήρης αυτοματοποίηση δεν είναι κατ’ ανάγκην τεχνικά αδύνατη. Είναι όμως ασύμβατη, ως σταθερή και γενικευμένη κατάσταση, με τη διατήρηση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, επειδή θα όξυνε μέχρι το έσχατο όριο δύο αλληλένδετες αντιφάσεις: Από τη μία πλευρά, θα περιόριζε τη ζωντανή εργασία η οποία αποτελεί τη μοναδική πηγή δημιουργίας νέας αξίας και, υπό τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, υπεραξίας.

Οι μηχανές και τα άλλα μέσα παραγωγής δεν δημιουργούν νέα αξία, αλλά μεταβιβάζουν στα προϊόντα την ήδη υπάρχουσα αξία τους. Επομένως, μια πλήρως αυτοματοποιημένη παραγωγή θα μπορούσε να παράγει μεγάλες ποσότητες προϊόντων, όχι όμως νέα υπεραξία και διατηρήσιμο συνολικό καπιταλιστικό κέρδος.

Από την άλλη, θα συρρίκνωνε τα εργατικά εισοδήματα μέσω των οποίων πραγματοποιείται ένα σημαντικό μέρος της παραχθείσας αξίας στην αγορά. Η κρατική αναδιανομή μέσω φορολογίας των μονοπωλίων (εφαρμογή μεταρρυθμιστικής νεοκεϋνσιανής διαχείρισης) μπορεί να μεταθέτει ή να μετριάζει προσωρινά τη δεύτερη αντίφαση, αλλά δεν μπορεί να καταργήσει την πρώτη, διότι η φορολογία και η αναδιανομή δεν δημιουργούν νέα αξία ανακατανέμουν αξία και εισόδημα που έχουν ήδη παραχθεί.

Η ιστορική εμπειρία έχει δείξει ότι τέτοιες μεταρρυθμιστικές πολιτικές μπορούν να περιορίσουν προσωρινά ορισμένες συνέπειες των κρίσεων, αλλά δεν μπορούν να εξαλείψουν τις αιτίες τους. Οι μεταπολεμικές κεϋνσιανές ρυθμίσεις δεν απέτρεψαν την εκδήλωση νέων κρίσεων, ενώ από τη δεκαετία του 1970 και μετά υποχώρησαν μπροστά στην πτώση της κερδοφορίας, στον πληθωρισμό και στη νέα επίθεση του κεφαλαίου στα εργατικά δικαιώματα.

Χωρίς ζωντανή εργασία δεν υπάρχει στον καπιταλισμό νέα υπεραξία και χωρίς νέα υπεραξία δεν μπορεί να αναπαράγεται διαρκώς το κεφάλαιο ως αυτοαξιοποιούμενη αξία, δηλαδή αξία που παράγει νέα αξία και που μεγαλώνει διαρκώς μέσω της εκμετάλλευσης της ζωντανής εργασίας.

Και η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος

Δεν απορρίπτουν, ωστόσο, όλοι οι αστοί οικονομολόγοι επιστήμονες και αναλυτές συλλήβδην κάθε στοιχείο της μαρξιστικής θεωρίας, η ορθότητα της οποίας έχει ιστορικά αποδειχτεί ξανά και ξανά. Μπροστά στις οξυνόμενες αντιφάσεις της σύγχρονης αυτοματοποίησης, ορισμένοι αναγνωρίζουν επιμέρους πλευρές της ανάλυσης του Μαρξ: Την εκτόπιση εργαζομένων από τις μηχανές, τη συγκέντρωση του πλούτου, τη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και την αντίφαση μεταξύ της αυξανόμενης παραγωγικής ικανότητας και της περιορισμένης αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το πρόσφατο τεύχος του«DerSpiegel»3,του οποίου το εξώφυλλο έφερε τον τίτλο «Marx hat es geahnt» («Ο Μαρξ το είχε προβλέψει») και τον υπότιτλο «Ο καπιταλισμός της Τεχνητής Νοημοσύνης απειλεί τις θέσεις εργασίας μας και τη δημοκρατία μας».

Το κεντρικό άρθρο αναγνωρίζει ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να καταστήσει περιττές πολλές μορφές ανθρώπινης εργασίας, ενώ ταυτόχρονα τα οφέλη και τα κέρδη της συγκεντρώνονται στους ιδιοκτήτες των τεχνολογικών επιχειρήσεων και υποδομών.

Το άρθρο προσεγγίζει τις συνέπειες της αυτοματοποίησης κυρίως ως πρόβλημα άνισης διανομής του εισοδήματος, απώλειας θέσεων εργασίας και απειλής για τη δημοκρατική σταθερότητα. Δεν αναλύει συστηματικά τη σχέση μεταξύ αναγκαίας εργασίας και υπερεργασίας ούτε αναγνωρίζει την απλήρωτη εργασία ως γενική πηγή της υπεραξίας και του καπιταλιστικού κέρδους. Αναγνωρίζει, επομένως, ορισμένες από τις εκδηλώσεις των αντιφάσεων που ανέλυσε ο Μαρξ, αλλά όχι αναγκαστικά την εσωτερική τους αιτία, δηλαδή τις ίδιες τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής.

Οι λύσεις που προβάλλονται παραμένουν κατά κύριο λόγο μεταρρυθμιστικές νεοκεϋνσανές: Φορολόγηση των τεχνολογικών κολοσσών, αναδιανομή του εισοδήματος, ενίσχυση του κοινωνικού κράτους, βασικό εισόδημα και θεσμικός περιορισμός της μονοπωλιακής ισχύος.

Τέτοια μέτρα μπορούν να ανακουφίσουν προσωρινά τις συνέπειες της αυτοματοποίησης και αποτελούν συχνά κατακτήσεις της ταξικής πάλης. Δεν μεταβάλλουν, όμως, από μόνα τους την ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής ούτε καταργούν την εξουσία του κεφαλαίου πάνω στην εργασία. Η παραγόμενη τεχνολογία, τα δεδομένα, οι αλγόριθμοι και οι υπολογιστικές υποδομές εξακολουθούν να ανήκουν σε μια περιορισμένη τάξη ιδιοκτητών, η οποία αποφασίζει πώς θα χρησιμοποιηθούν και ιδιοποιείται το μεγαλύτερο μέρος των αποτελεσμάτων τους.

Η αναφορά του «Spiegel» στον Μαρξ έχει ιδιαίτερη ιδεολογική σημασία: Ακόμη και ένα βασικό έντυπο του αστικού Τύπου αναγκάζεται να αναγνωρίσει ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν εγγυάται αυτόματα γενική ευημερία και ότι, υπό την κυριαρχία του κεφαλαίου, μπορεί να οξύνει την ανεργία, την ανισότητα. Παραμένει όμως στο επίπεδο της μεταρρυθμιστικής νεοκεϋνσιανής διαχείρισης αυτών των αντιφάσεων αφήνοντας συγχρόνως να καλλιεργείται η προσδοκία ότι μια αποτελεσματικότερη κρατική ρύθμιση της Τεχνητής Νοημοσύνης, η αναδιανομή μέρους των τεχνολογικών κερδών και η συνεχιζόμενη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων θα μπορούσαν να οδηγήσουν σταδιακά και ειρηνικά σε μια μετακαπιταλιστική κοινωνία αφθονίας.

Και οι δύο αντιλήψεις, τόσο η δυνατότητα μόνιμης διαχείρισης των καπιταλιστικών αντιφάσεων όσο και η προσδοκία μιας σχεδόν αυτόματης ομαλής μετάβασης σε μια αταξική κοινωνία πέρα από τον καπιταλισμό, είναι επικίνδυνες για την εργατική τάξη και αποτελούν τις δυο όψεις του ίδιου κάλπικου νομίσματος. Καλλιεργούν την παθητική αναμονή, την καθιστούν θεατή των εξελίξεων και την απομακρύνουν από την οργανωμένη ταξική πάλη, μεταθέτοντας την κοινωνική απελευθέρωση σε ένα απροσδιόριστο τεχνολογικό μέλλον.

Παράλληλα, ενισχύουν την αυταπάτη ότι το αστικό κράτος αποτελεί ουδέτερο και υπερταξικό μηχανισμό, ο οποίος μπορεί, μέσω της κατάλληλης κυβέρνησης ή της ορθότερης τεχνοκρατικής διαχείρισης, να εξασφαλίσει τη δίκαιη κατανομή των ωφελειών της αυτοματοποίησης. Ομως, το κράτος δεν στέκεται πάνω από τις κοινωνικές τάξεις ούτε είναι ανεξάρτητο από τις κυρίαρχες σχέσεις ιδιοκτησίας. Αποτελεί προϊόν των ταξικών αντιθέσεων και βασικό μηχανισμό διασφάλισης της οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας της κυρίαρχης αστικής τάξης.

Οι κοινωνικές παραχωρήσεις που μπορεί να πραγματοποιεί υπό την πίεση της ταξικής πάλης δεν μεταβάλλουν από μόνες τους τον θεμελιώδη χαρακτήρα του ούτε καταργούν την ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Η ανάθεση, επομένως, στο αστικό κράτος της αποστολής να μετατρέψει την καπιταλιστική αυτοματοποίηση σε καθολική κοινωνική ευημερία ισοδυναμεί, μεταφορικά, με το να αναθέτει η εργατική τάξη «στον λύκο να φυλάει τα πρόβατα».

Ο Μαρξ και ο Ενγκελς το είχαν προβλέψει: Στον καπιταλισμό η ΤΝ αποτελεί καταστροφική δύναμη

Στις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, η ΤΝ, η ρομποτική υποτάσσεται αναγκαστικά στη λογική της διατήρησης της ταξικής κυριαρχίας. Ετσι λειτουργεί ως όργανο εντατικοποίησης της εκμετάλλευσης και της επιτάχυνσης του ρυθμού απόσπασης υπεραξίας. Λειτουργεί ως όργανο επιτήρησης και καταστολής, ενισχύοντας τους μηχανισμούς αστυνόμευσης της εργατικής τάξης και καταστολής κάθε αμφισβήτησης της αστικής τάξης. Λειτουργεί ως όργανο ιδεολογικής χειραγώγησης, μέσω του ελέγχου και διοχέτευσης της επιθυμητής από την αστική τάξη πληροφορίας και, τέλος, ως πραγματική καταστροφική δύναμη μέσω της ανάπτυξης αυτοματοποιημένων πολεμικών συστημάτων εξόντωσης που υπηρετούν τον ανταγωνισμό των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων για τον έλεγχο αγορών, πρώτων υλών και σφαιρών επιρροής.

O Μαρξ γράφει ότι η μηχανή, ενώ καθαυτή αποτελεί νίκη του ανθρώπου πάνω στις δυνάμεις της φύσης, «στα χέρια του κεφαλαίου μετατρέπει τον άνθρωπο σε δούλο αυτών των δυνάμεων»4 ενώ στη Γερμανική Ιδεολογία, οι Μαρξ και Ενγκελς γενικεύουν αυτήν την αντίφαση, επισημαίνοντας ότι, «υπό το καθεστώς της ατομικής ιδιοκτησίας, οι παραγωγικές δυνάμεις αναπτύσσονται μονόπλευρα και μετατρέπονται για την πλειονότητα σε καταστροφικές δυνάμεις»5.

Η σύγχρονη ανάπτυξη της ΤΝ επιβεβαιώνει επίσης τη λενινιστική ανάλυση περί συγχώνευσης τραπεζικού και βιομηχανικού κεφαλαίου σε χρηματιστικό κεφάλαιο και περί μονοπωλιακής συγκέντρωσης της παραγωγής: Ελέγχεται από έναν στενό πυρήνα μονοπωλιακών ομίλων – τεχνολογικών κολοσσών στενά συνδεδεμένων με χρηματιστικό κεφάλαιο που συγκεντρώνουν τους αναγκαίους πόρους (υπολογιστική ισχύ, δεδομένα, εξειδικευμένο προσωπικό) σε κλίμακα απρόσιτη για μικρότερους ανταγωνιστές, οξύνοντας τη γενική τάση προς τη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου.

Η κυριαρχία στην ΤΝ συγκεντρώνεται σε λίγες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, ενώ οι εξαρτημένες χώρες περιορίζονται σε ρόλο προμηθευτή πρώτων υλών (Ενέργεια, ορυκτά) και φθηνής ή απλήρωτης εργασίας (π.χ. στην επισήμανση δεδομένων), αναπαράγοντας σε νέα μορφή τη σχέση ιμπεριαλιστικής εξάρτησης. Παράλληλα, το ίδιο το αστικό κράτος επιστρατεύεται για να χρηματοδοτήσει, να ρυθμίσει προς όφελος των μονοπωλίων και να στρατιωτικοποιήσει την ανάπτυξη της ΤΝ, ιδίως στο πλαίσιο του ανταγωνισμού των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων για στρατιωτική και οικονομική υπεροχή για την επαναδιανομή του ήδη μοιρασμένου κόσμου.

Μόνο στον σοσιαλισμό μπορεί η ΤΝ να αξιοποιηθεί για την ικανοποίηση των διευρυμένων κοινωνικών αναγκών

Η αξιοποίηση της Τεχνητής Νοημοσύνης προς όφελος των λαϊκών στρωμάτων δεν μπορεί να στηριχθεί στην καλή θέληση της αστικής τάξης ή στην «ουδετερότητα» του κράτους της, αλλά προϋποθέτει τη ριζική μεταβολή των σχέσεων ιδιοκτησίας και εξουσίας.

Μόνο στις σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής, όπου τα βασικά μέσα παραγωγής μετατρέπονται σε κοινωνική ιδιοκτησία και η οικονομική δραστηριότητα οργανώνεται με κριτήριο την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών και όχι την καπιταλιστική κερδοφορία, η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να αποτελέσει ισχυρό εργαλείο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων.

Μόνο όταν ο σχεδιασμός, η κατεύθυνση και οι σκοποί της τεχνολογικής ανάπτυξης υπόκεινται στον έλεγχο της εργατικής τάξης και του σοσιαλιστικού κράτους της και όχι στις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής και τον ανταγωνισμό για κέρδος μπορεί η ΤΝ και η αυτοματοποίηση να μετατραπούν από απειλή σε εργαλείο απελευθέρωσης: Μείωση του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας, κατάργηση της αντίθεσης χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας, ανάπτυξη του ελεύθερου χρόνου ως πεδίου ολόπλευρης ανάπτυξης της προσωπικότητας.

Η ΤΝ, η ρομποτική και η αυτοματοποίηση διευρύνουν τις αντικειμενικές δυνατότητες συντονισμού μιας πολύπλοκης κοινωνικής παραγωγής. Μπορούν να επεξεργάζονται μεγάλο όγκο δεδομένων, να εντοπίζουν μεταβολές στις κοινωνικές ανάγκες, να υπολογίζουν εναλλακτικά παραγωγικά σχέδια, να περιορίζουν τη σπατάλη πρώτων υλών και Ενέργειας και να συντονίζουν την παραγωγή, τις μεταφορές, τα αποθέματα και τη διανομή. Δεν καταργούν, ωστόσο, την ανάγκη του κοινωνικού καθορισμού των στόχων. Ο αλγόριθμος μπορεί να υπολογίσει τα βέλτιστα μέσα. Δεν μπορεί να αποφασίσει από μόνος του ποιες κοινωνικές ανάγκες πρέπει να έχουν προτεραιότητα.

Ο Λένιν υπογράμμιζε ότι η στατιστική και τα στοιχεία για την παραγωγή δεν έπρεπε να παραμένουν αποκλειστικό πεδίο των κρατικών υπαλλήλων ή ενός στενού κύκλου ειδικών, όπως συμβαίνει στον καπιταλισμό6. Επρεπε να γίνουν προσιτά στις εργαζόμενες μάζες, ώστε οι ίδιοι οι εργαζόμενοι να μαθαίνουν να κατανοούν «πόσο χρόνο και με ποιον τρόπο πρέπει να εργάζονται» και «πόσο χρόνο και με ποιον τρόπο μπορούν να αναπαύονται», συμμετέχοντας συνειδητά στον έλεγχο και στην οργάνωση της κοινωνικής παραγωγής.

Σήμερα, τα παραπάνω σημαίνουν ότι τα δεδομένα, τα υπολογιστικά συστήματα και η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν πρέπει να αποτελούν αδιαφανή εργαλεία μιας απομακρυσμένης διοικητικής οικονομικής ή τεχνοκρατικής ελίτ, αλλά μέσα κοινωνικού σχεδιασμού, ελέγχου και συμμετοχής των ίδιων των εργαζομένων.

Μόνο, όμως, στο πλαίσιο της εργατικής εξουσίας και του σοσιαλισμού μπορούν οι νέες τεχνολογίες και η ΤΝ να αποκτήσουν πραγματικά απελευθερωτικό περιεχόμενο, συνδεόμενη με την κατάργηση της εκμετάλλευσης και τη διαρκή βελτίωση των υλικών και πνευματικών όρων ζωής του λαού. Στα πλαίσια αυτά, ένας επιστημονικός κεντρικός σχεδιασμός, συνδυασμένος με τον εργατικό και κοινωνικό έλεγχο, θα μπορούσε να αξιοποιήσει την ΤΝ όχι ως μια «παντογνώστρια» μηχανή για την αύξηση της σχετικής υπεραξίας, αλλά ως εργαλείο μιας παραγωγής την οποία θα διευθύνουν συνειδητά οι ίδιοι οι εργαζόμενοι:

  • Για την καταγραφή και επεξεργασία των υπαρχόντων παραγωγικών δυνατοτήτων και των κοινωνικών αναγκών.
  • Για τον συντονισμό μεταξύ βιομηχανίας, γεωργίας, Ενέργειας, Μεταφορών και Κατασκευών.
  • Για την έγκαιρη πρόβλεψη αναγκών σε τρόφιμα, φάρμακα, κατοικία, σχολικές μονάδες και υποδομές.
  • Για τη μείωση της άσκοπης κατανάλωσης πρώτων υλών και της περιβαλλοντικής επιβάρυνσης.
  • Για τον εντοπισμό παραγωγικών αδυναμιών, ελλείψεων και περιφερειακών ανισοτήτων.
  • Για τη διαμόρφωση διαφορετικών εναλλακτικών σχεδίων, τα οποία θα αξιολογούνται και θα αποφασίζονται από τα εργατικά όργανα.
  • Για τη μείωση του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας και τη βελτίωση των συνθηκών ζωής, απελευθερώνοντας χρόνο ώστε η διαχείριση των κοινών υποθέσεων να γίνει υπόθεση όλου του λαού, χρόνο που θα διατίθεται παράλληλα και για τον πολιτισμό, την ανάπαυση και την ολόπλευρη ανάπτυξη της προσωπικότητας.

Η σοσιαλιστική οικοδόμηση προϋποθέτει, εν τέλει, ανώτερη παραγωγικότητα της εργασίας από αυτή του καπιταλισμού. Η ΤΝ και οι νέες τεχνολογίες, η ρομποτική, αποτελούν δυνητικά ισχυρά εργαλεία προς αυτή την κατεύθυνση. Ωστόσο, η ανώτερη παραγωγικότητα αποκτά πραγματικά σοσιαλιστικό περιεχόμενο μόνο όταν συνδέεται με την κατάργηση της εκμετάλλευσης και τη διαρκή βελτίωση των υλικών και πνευματικών όρων ζωής του λαού και όχι απλώς με την αύξηση του όγκου παραγωγής.

Μόνο η εργατική εξουσία και ο σοσιαλισμός μπορούν να το πετύχουν αυτό. Να αξιοποιήσουν, δηλαδή, την Τεχνητή Νοημοσύνη και τις νέες τεχνολογίες πραγματικά υπέρ της εργατικής τάξης και γενικότερα του λαού.

Πηγές:

1. John Maynard Keynes, «Economic Possibilities for Our Grandchildren» (1930), στο Essays in Persuasion, Essays in Persuasion, New York: W. W. Norton & Co., 1963, pp. 358-373., https://www.marxists.org/reference/subject/economics/keynes/1930/our-grandchildren.htm.
2. Preston Fore, «”Godfather of AI” says billionaires like Elon Musk are right about the future of work-but he predicts mass unemployment is on its way,» Fortune, 16 Αυγούστου2026. https://fortune.com/article/godfather-of-ai-geoffrey-hinton-massive-unemployment-warning-big-tech-replacing-workers/
3. «Der Spiegel», «Marx hat es geahnt: Der KI-Kapitalismus bedroht unsere Jobs – und unsere Demokratie», αρ. 33/2026, SPIEGEL-Verlag, 7 Αυγούστου2026. https://shop.spiegel.de/der-spiegel-33-2026/sp-2026033.
4. Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος Α΄, κεφάλαιο 15, «Μηχανές και μεγάλη βιομηχανία», ενότητα 6, «Η θεωρία της αντιστάθμισης σχετικά με τους εργάτες που εκτοπίζονται από τις μηχανές».
5. Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ενγκελς, Η Γερμανική Ιδεολογία, Μέρος Ι, «Feuerbach», ενότητα 4. Most Extensive Division of Labour. Large-Scale Industry1845-1846.
6. Β. Ι. Λένιν, «The Immediate Tasks of the Soviet Government», Collected Works, τόμ. 27.
Μ. Τσέτλιν

Δείτε ακόμα...