Αχ ψεύτη κι άδικε ντουνιά / άναψες τον καημό μου / είσαι μικρός και δε χωράς / τον αναστε… τον αναστεναγμό μου

Τα Ατταλιώτικα ή Πέτρινα -η Συνοικία το Όνειρο, κάποτε ήταν λατομείο, που έκλεισε όταν το αστικό κράτος «εγκαταστέστησε» εκεί περισσότερες από 800 οικογένειες προσφύγων (οι περισσότεροι από την Αττάλεια και την Αλάια της Μικρασίας)
Ο συνοικισμός αυτός έγινε ο κόσμος τους, το βιός τους: καλύβια από «πάσης φύσεως υλικά» λαμαρίνες, σανίδια και πισσόχαρτα, στην αρχιτεκτονική της βίαιης φτώχειας και της ανάγκης, το πολύ-πολύ δυο μέτρα ψηλά, χωρούσαν τις πολυμελείς οικογένειες και τα λιγοστά υπάρχοντά τους.

Μοσχοβολούν οι γειτονιές
βασιλικό κι ασβέστη,
παίζουν τον έρωτα κρυφά
στις μάντρες τα παιδιά.

Σαββάτο βράδυ μου έμορφο
ίδιο Χριστός Ανέστη,
ένα τραγούδι του Τσιτσάνη
κλαίει κάπου μακριά.

Πάει κι απόψε τ’ όμορφο
τ’ όμορφο τ’ απόβραδο…

Παρά τις επεμβάσεις της αστυνομίας και τις συχνές «κατεδαφίσεις αυθαιρέτων», παρέμειναν εκεί χτίζοντας και ξαναχτίζοντας το όνειρο, αντιστεκόμενοι σε έναν ακόμη διωγμό -επέμεναν να ζουν.
Βρίσκονται στην περιοχή του Ασύρματου, κοντά στα Άνω Πετράλωνα –τέρμα Υπερίωνος (νυν «in» περιοχή βιασμένη από 10άδες μεζεδοπωλεία…).

Έτσι οι κολασμένοι της γης πρόσφυγες -κατατρεγμένοι από το κράτος και τους ντόπιους, μετέτρεψαν τα σπλάχνα του βράχου σε οικισμό με- όπως συνήθως (βλ. Καισαριανή κλπ.) ό,τι υλικό υπήρχε διαθέσιμο.

Ο Μίκης έντυσε τις συγκλονιστικές ερμηνείες με τις νότες του και ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης (σε στίχους Τάσου Λειβαδίτη) ανέλαβε τα υπόλοιπα.
Αρχές της δεκαετίας του ’60 -μισό βήμα από το κέντρο της Αθήνας, φτώχεια, οικονομική εξαθλίωση για το λαό και κύματα μετανάστευσης προς τα εργασιακά δυτικοευρωπαϊκά σκλαβοπάζαρα, με συντριπτικό τον αριθμό των ανέργων και των μισοανέργων που απλώς επιβιώνουν – αν επιβιώνουν – όπως όπως.
Την εποχή που η Ελλάδα συνδέεται με την ΕΟΚ, λειτουργούν ακόμα στρατοδικεία, υπάρχει πλήθος φυλακισμένων πολιτικών κρατούμενων και εξόριστων και εξακολουθούν αμείωτες οι συλλήψεις και οι παντός είδους διώξεις των κομμουνιστών, ενώ τελούσε σε ισχύ το καθεστώς των «έκτακτων μέτρων» και οι δεξιές εφημερίδες της εποχής αρθρογραφούσαν εκβιαστικά υπέρ του μονοκομματισμού και σε περίπτωση αποτυχίας του «άλλος δρόμος από την δικτατορία δεν υπάρχει». Εγκλωβισμένοι σε αυτό το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο, κινούνται οι χαρακτήρες της αριστουργηματικής ταινίας του Αλέκου Αλεξανδράκη.

Μικρά κι ανήλιαγα στενά
και σπίτια χαμηλά μου
βρέχει στη φτωχογειτονιά
βρέχει και στην καρδιά μου
βρέχει στη φτωχογειτονιά
βρέχει και στην καρδιά μου.

Αχ ψεύτη κι άδικε ντουνιά
άναψες τον καημό μου
είσαι μικρός και δε χωράς
τον αναστε… τον αναστεναγμό μου
είσαι μικρός και δε χωράς
τον αναστε… τον αναστεναγμό μου

Οι συμφορές αμέτρητες
δεν έχει ο κόσμος άλλες
φεύγουν οι μέρες μου βαριά
σαν της βροχής τις στάλες.
φεύγουν οι μέρες μου βαριά
σαν της βροχής τις στάλες.

Αχ ψεύτη κι άδικε ντουνιά
άναψες τον καημό μου
είσαι μικρός και δε χωράς
τον αναστε… τον αναστεναγμό μου
είσαι μικρός και δε χωράς
τον αναστε… τον αναστεναγμό μου

Πετσοκομμένη από την αδυσώπητη λογοκρισία γιατί «δυσφημούσε την εικόνα της ευημερούσας Ελλάδας». Την εικόνα της Ελλάδας στο εξωτερικό! (sic)
«Τι πράγματα είναι αυτά που δείχνετε; Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν πεινασμένοι, ούτε τρελοί που να κυκλοφορούν ελεύθεροι. Κάνετε κομμουνιστική προπαγάνδα». Απαγορεύτηκε αυστηρά η προβολή της ταινίας στην επαρχία – ιδιαίτερα στις εθνικά ευαίσθητες περιοχές – ενώ στην Αθήνα η προβολή της συνοδεύτηκε από επεισόδια, καθώς η αστυνομία αποπειράθηκε –χωρίς αποτέλεσμα, να εμποδίσει την είσοδο του κοινού στις κινηματογραφικές αίθουσες.

Μικρές ιστορίες συνδεδεμένες με ανάγκες της καθημερινής επιβίωσης για τους προδομένους ανθρώπους αυτής της λαϊκής γειτονιάς, με τα μικρά ασήμαντα όνειρα και τα απλοϊκά οράματα για ένα καλύτερο μέλλον, για ένα μικρό κομμάτι ευτυχίας … Ελλείψει ύπαρξης δουλειάς, εξωθούνται στην μικροαπατεωνιά, που, όμως, τυλίγεται στην ανθρωπιά τους και στην εγγενή τους ευγένεια… Η Στεφανία, η όμορφη της γειτονιάς, θέλει να φύγει για την Ρώμη – την συγγενή πόλη που έχει ρίζες, έχει ιστορία – και όχι για οπουδήποτε! Ξέρει, το βλέπει, ότι είναι παρακατιανή, ξένο σώμα, στην παρέα που έχει εισχωρήσει, στην παρέα των γόνων των αστών που πάσχουν από ακατάσχετη ανία, από κείνο το είδος της ιδιάζουσας – ιταλικής – αστικής, που βρίσκουμε στον Τσέζαρε Παβέζε, τον Μοράβια και τον Αντονιόνι… Η Στεφανία είναι αποφασισμένη να πληρώσει κάποιο τίμημα, δεν της βγαίνει, όμως, να ξεπουληθεί εντελώς μόνο για να πάει στην Ρώμη… Οι άνθρωποι της συνοικίας θέλουν να αλλάξουν τη ζωή τους, προσπαθούν να οικειοποιηθούν τις αγοραίες αρχές της κοινωνίας των δωσίλογων νικητών, αλλά τους είναι αδύνατον να μετακινηθούν από τις δικές τους αξίες και την ανθρώπινή τους αξιοπρέπεια, τόσο βαθιά ριζωμένες μέσα τους… γι’ αυτό και φτωχοί και άμοιροι!

Παίζουν: Αλέκος Αλεξανδράκης, Αλίκη Γεωργούλη, Μάνος Κατράκης, Αλέκα Παΐζη, Σαπφώ Νοταρά, Αθανασία Μουστάκα, Βασίλης Ανδρονίδης, Θανάσης Μυλωνάς, Γιώργος Τζώρτζης, Γιάννα Ολυμπίου, κ.ά.

Η Αλίκη Γεωργούλη (στην ταινία υποδύεται την Στεφανία), γυναίκα τότε του Αλεξανδράκη και συμπαραγωγός, ανέφερε στην «Επιθεώρηση Τέχνης», κάτι που και σήμερα ηχεί, τουλάχιστον, καινοτόμο και απαραίτητο: «Αυτοί που αποτελέσαμε την ομάδα τηςΣυνοικίαςδεν ξεκινήσαμε τυχαίαούτε σμίξαμε τυχαία για να καταπιαστούμε με μια δουλειά τόσο δημιουργική και υπεύθυνη.
Μας έφεραν κοντά, πάνω απ’ όλα, τα κοινά ιδανικά μας, οι κοινοί μας στόχοι, η πίστη του ενός στον άλλον και πρωταρχικά η συναίσθηση πως έχουμε όλοι μας την υποχρέωση να προσφέρουμε κάτι ουσιαστικό στην ελληνική κινηματογραφία, ξεκόβοντας πια από τις ανούσιες υπηρεσίες που της προσφέραμε, οι περισσότεροί μας, από πολλά χρόνια, ως πριν λίγους μήνες ακόμα.
Όλοι μας πιστέψαμε σε κάτι βασικό: Στο θετικό αποτέλεσμα που θα έβγαινε απ’ τη δουλειά του συνόλου. Φυσικά, υπήρχαν οι προσωπικές φιλοδοξίες, για να υπηρετήσουν, όμως, την ίδια την προσπάθεια και μέσα από το αποτέλεσμα να γίνει η ατομική προβολή του καθενός μας».

Καθώς βασική προϋπόθεση για τη δημιουργία μιας ταινίας είναι το κεφάλαιο (ειδικά σε μια σαν τη «Συνοικία» με πολλά –πανάκριβα τότε, εξωτερικά γυρίσματα), οι σεναριογράφοι Κώστας Κοτζιάς και Τάσος Λειβαδίτης άφησαν κάθε άλλη δουλειά τους, ο Τάσος Ζωγράφος άρχισε να προετοιμάζει τσαμπέ τα ντεκόρ, όσο για τη Γεωργούλη -«ψυχή» του τολμηρού πειράματος, παράλληλα με τους ρόλους της πρωταγωνίστριας και της διευθύντριας παραγωγής, ανέλαβε και καθήκοντα φροντιστή.
«Είχα βγάλει έναν κατάλογο από πάρα πολλά μεταχειρισμένα και φθαρμένα ρούχα, σκεύη και έπιπλα που ήταν αδύνατον να βρεθούν αλλού εκτός από τα ίδια τα σπίτια του συνοικισμού… η ποδιά με τα 100 μπαλώματα πάνω στα 100 άλλα μπαλώματα που φορά η Σαπφώ Νοταρά αποτελούσε το αναγκαίο υλικό»…

Η βαθιά ελληνικότητα συνιστά την οικουμενικότητα της ταινίας, η οποία διαμορφώνεται από τις συνιστώσες του νεορεαλισμού στο ύφος, τις στιλιστικές επιρροές του γαλλικού ποιητικού ρεαλισμού και τα δομικά στοιχεία από την αρχαία τραγωδία, ειδικά στα χορικά του τέλους, όταν πια η ειμαρμένη και αυτήν τη φορά νίκησε τους μικρούς θνητούς …
Ο νεορεαλισμός εδώ εμφανίζεται σαν κινηματογραφική διάσταση της φτώχειας, της φτώχειας σαν μια από τις ευκρινέστερες πλευρές της πραγματικότητας, οργανικά ριζωμένης στην άμεση μεταπολεμική απαισιοδοξία, όταν, για ακόμα μια φορά, τα όνειρα και τα οράματα των λαϊκών ανθρώπων ξεπουλιόνταν. Ο νεορεαλισμός ανακάλυψε ότι η πραγματικότητα, ιδίως σε ό,τι αφορά τα αστικά προβλήματα των μεταπολεμικών μεγαλουπόλεων, ήταν ένας καμβάς απ’ όπου μπορούσε κανείς να αντλήσει αστείρευτο θεματικό πλούτο, φτάνει να μάθαινε να την παρατηρεί και να την ερμηνεύει.
«Μια ταινία ποιότητας – έγραψε ο Αλέκος Αλεξανδράκης – δεν είναι έργο ενός ανθρώπου. Είναι αποτέλεσμα σωστής συνεργασίας και ταυτότητας ιδεολογικού “πιστεύω” όλων των βασικών παραγόντων που την δημιουργούν».

Αφηγηματική δομή με μικροελαττώματα, αποτελεσματικές αυτοσχέδιες τεχνικές και πολύ δυνατό καστ ηθοποιών, μείγμα πανάξιων επαγγελματιών και ερασιτεχνών, των κατοίκων της περιοχής.
Με την ευαίσθητη σκηνοθετική ματιά του Αλέκου Αλεξανδράκη, το ταξίδι, η φυγή μακριά στη «Συνοικία το όνειρο» συνιστά κύρια θεματική.
«Το ίδιο θέμα αποτελεί θεματική σταθερά του ποιητικού ρεαλισμού, του μείγματος λυρισμού και ρεαλισμού που διαμορφώθηκε την περίοδο 1934-40 με κύρια επίδραση από το λογοτεχνικό νατουραλισμό, αλλά και την πρακτική, τις παραδόσεις και τους πειραματισμούς κινηματογραφιστών σαν του Ρενέ Κλερ και του Ζαν Βιγκό. Ο ποιητικός ρεαλισμός και οι δυο φάσεις που τον διέπουν, εκείνη της αισιοδοξίας και η άλλη της απαισιοδοξίας είναι αμφότερες παρούσες» (Ριζοσπάστης).

«Ένα καλό βιβλίο για μένα είναι μια σειρά ιστορίες που μπλέκονται μεταξύ τους», έλεγε η Αλίκη Γεωργούλη χρόνια πριν αρχίσει να γράφει η ίδια το δικό της και όσο το έγραφε ρωτούσε συγγενείς και φίλους αν ήταν καλό, αν «άξιζε τίποτα» ή μήπως σ’ όλους φαινόταν τόσο όμορφο επειδή την ξέρανε και την αγαπούσαν.
Το βιβλίο είναι, όπως ήταν κι η Αλίκη -αριστερή εκείνων των χρόνων, με ιστορίες που μπλέκονται μεταξύ τους και αφηγούνται όχι τόσο τη ζωή της, όσο περιστατικά που έχουν πλάκα, ενδιαφέρον, συγκινήσεις και εικόνες από το τότε και το τώρα (10ετία 1990). Τα πρόσωπα που ήξερε κι αγαπούσε περνάνε μέσα από τις σελίδες λέγοντας τις δικές τους ιστορίες. Ο Τσαρούχης, ο Κατράκης, ο Κώστας Κοτζιάς, ο Γαβράς -ηθοποιοί, καλλιτέχνες, φίλοι λένε τις ατάκες τους και φεύγουν για να δώσουν τη θέση τους σε άλλους που συνεχίζουν απλά, φυσικά, όπως ακριβώς μιλάνε οι άνθρωποι μεταξύ τους, όταν δεν έχουν πολλά πράγματα να κρύψουν. χωρίς πάθος και αρνητικά συναισθήματα, με ειλικρίνεια και λεπτότητα, αποκαλύπτοντας αφώτιστες πτυχές του βίου.
Κυκλοφόρησε σε πάνω από μια εκδόσεις (Κάκτος, Κέδρος κλπ)

Η Αλίκη Γεωργούλη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1931 και μεγάλωσε στην Πλατεία Αγάμων (Πλατεία Αμερικής), την εποχή που οι πλατείες της Αθήνας έμοιαζαν μ’ εξοχές. Αφού απορρίφθηκε από τις εξετάσεις του Εθνικού και της Σχολής του Κουν, έγινε η πρώτη μαθήτρια του Ροντήρη στο Εθνικό Ωδείο Αθηνών κι άρχισε αμέσως να παίζει στο θέατρο, διαλέγοντας πάντα ποιοτικά έργα και καλούς ρόλους.
Μετά τη «Συνοικία» και τη δικτατορία, άνοιξε το Θέατρο Αποθήκη στου Ψυρρή, στην πιο «ντεμοντέ» τότε περιοχή της πόλης, που κατάφερε να το κρατήσει ζωντανό μέχρι το τέλος.
Πρωτοεμφανίστηκε στη σκηνή το 1953 στο έργο του Μπέρναρντ Σω “Ο άνθρωπος του διαβόλου”. Συνεργάστηκε πολλές φορές με τον Μάνο Κατράκη και με τον Αλέκο Αλεξανδράκη, με τον οποίο παντρεύτηκε το 1956 (χώρισαν το 1965). Στο σινεμά πρωτοεμφανίστηκε το 1953 στην ταινία «Εύα» της Μαρίας Πλυτά και πήρε μέρος σε 15 ταινίες (Το αγοροκόριτσο -1959, Ο Ηλίας του 16ου -1959, Έγκλημα στα παρασκήνια – 1960), Συνοικία το όνειρο (1961), Ο Θίασος -1975).
Πέθανε από καρκίνο στην Αθήνα στις 25-Ιουλ-1995.

Φιλμογραφία

  • Εύα (1953) … Άννυ
  • Ο δρόμος με τις ακακίες (1954)
  • Το νησί των γενναίων (1959) … Μαρία
  • Το αγοροκόριτσο (1959) … Τζένη
  • Ο Ηλίας του 16ου (1959) … Τασία Μπέρμπερη του Παντελή, υπηρέτρια
  • Είμαι αθώος (1960) … γυναίκα του ταγματάρχη Ανρί
  • Έγκλημα στα παρασκήνια (1960) … Μαίρη Λαμπρινού
  • Συνοικία το όνειρο (1961) … Στεφανία
  • Θρίαμβος (1962) … Νταίζη Ευφραίμογλου
  • Λουκάς ο αποστάτης-Σατανικές ερωμένες (1974) … Ρέα
  • Ο θίασος (1975) … μητέρα Ηλέκτρας
  • Οι κυνηγοί (1977) … η γυναίκα του εκδότη
  • Μελόδραμα (1980)
  • Ρόζα (1982) … η πασιονάρια
  • Τοπίο στην ομίχλη (1988)
  • Κάποιος που να ζει (1990)

Θέατρο

  • Μίλα μου σαν τη βροχή (1966)
  • Αυτό το ζώο το παράξενο (1967)
  • Νύχτα στη μεσόγειο (1958)
  • Λεοκαντία (1958)
  • Όταν γυρίζουν τα χελιδόνια (1959)
  • Κολόμπ (1957)
  • Πικνίκ (1956)
  • Στρατήγημα εραστών (1956)
  • Ο έρωτας των τεσσάρων συνταγματαρχών (1955)

Τηλεοπτικό θέατρο

  • Λόξα και δόξα (1998) ΕΤ1
  • Τάνια (1980) ΕΡΤ

Εκπομπές

  • Ελληνικό τραπέζι (1987) ΕΡΤ 2

Σειρές

  • Ανατομία ενός εγκλήματος: Η τρίτη εντολή (1994) ΑΝΤ1
  • Τμήμα ηθών: Οι Αλβανοί (1992)
  • Το φάντασμα (1990) ΕΤ2
  • Οικογένεια Μουσαμά (1991) ΑΝΤ1
  • Στον ψυχίατρο (1992) ΑΝΤ1

Στο «Μια υπέροχη ζωή» (MEGA1993) η Α. Γεωργούλη αναφέρεται στους Αλεξανδράκη, Κατράκη, Παΐζη, Σαπφώ Νοταρά, Τάσο Λειβαδίτη, Κώστα Κοτζιά, Τάσο Ζωγράφο, στον Μπιθικώτση, στον Μίκη Θεοδωράκη… και «τόσους άλλους ιδεολόγους καλλιτέχνες με ταλέντο, οράματα, επιμονή και πείσμα»…

Στο εργοστάσιο

Με το βραβείο καλύτερης ταινίας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 1981 τιμήθηκε η ταινία του Τάσου Ψαρρά «Το εργοστάσιο», με κεντρικό πρόσωπο ένα μικροβιοτέχνη βυρσοδέψη που διατηρεί εργαστήρι επεξεργασίας (μαζί δουλεύει και ο γιος του) σε μια εποχή έντονων οικονομικών και κοινωνικών αλλαγών. Και οι δυο αγωνίζονται απεγνωσμένα να κρατήσουν την οικογενειακή επιχείρηση ζωντανή, να «βγάλουν το ψωμί τους με τη δουλειά τους», επιχειρώντας να την διασώσουν (και επεκτείνουν) με δάνειο, που –φυσικά, δεν εγκρίνεται.
Ενώ την ίδια στιγμή, το κράτος τον καλεί να καταβάλει φόρους που οφείλει, ο πατέρας απευθύνεται σε έναν επιτυχημένο μετανάστη, που –σε αντάλλαγμα, ζητάει την κόρη του, η οποία ονειρεύεται να γίνει ηθοποιός. Και ενώ η απόρριψη έρχεται από τη μεριά της κόρης που «δεν δέχεται το βιασμό της» τα χρέη πνίγουν τον βιοτέχνη και δεν έχει άλλη λύση απ’ το να γίνει με τη σειρά του, ακολουθώντας το παράδειγμα του γιου του, εργάτης στο κοντινό εργοστάσιο, του οποίου όμως η μακροημέρευση είναι το ίδιο επισφαλής.
Μια καυστική σάτιρα από έναν μαχόμενο σκηνοθέτη με πρωταγωνιστές Βασίλη Κολοβό, Δήμητρα Χατούπη και Δημήτρη Σπύρου (μουσική Δόμνας Σαμίου).

Ανεξάρτητα από τις αισθητικές ή ιδεολογικές απόψεις ή ενστάσεις για τη διαδρομή της γενιάς των κινηματογραφιστών που «δόμησαν» αυτό που η κριτική χαρακτηρίζει ως «νέο ελληνικό κινηματογράφο», είναι μάλλον δύσκολο να διαφωνήσει κανείς στο ότι αυτή η γενιά έκανε σινεμά επειδή είχε – και εν πολλοίς έχει – κάτι να πει καταρχήν στην κοινωνία και δευτερευόντως στο «εγώ» της -ένας άξιος από τους εκπροσώπους αυτής της γενιάς είναι ο σκηνοθέτης Τάσος Ψαρράς.

«Το πρώτο υλικό είναι η πραγματικότητα» -συνέντευξη στο «Ριζοσπάστη» για το ρόλο που μπορεί και πρέπει να έχει ο κινηματογράφος σήμερα, με έναν από τους δυναμικότερους εκπροσώπους της γενιάς του «νέου ελληνικού κινηματογράφου»
Πολυβραβευμένος δημιουργός ταινιών όπως το «Δι’ ασήμαντον αφορμήν» (1974), το «Καραβάν Σαράι» (1986), «Μάης 1936» (1976) κ.ά, τηλεοπτικών σειρών μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ («Καρυωτάκης», «Εποχές και συγγραφείς» κ.ά.) βρίσκεται σε διαρκή κίνηση, με συνεχώς νέες ιδέες για τη μεγάλη αλλά και για τη μικρή οθόνη.


Ταυτόχρονα, είναι από τους κινηματογραφιστές που επιμένουν σε ένα σινεμά «συγκρουσιακό», όπως το χαρακτηρίζει ο ίδιος, αναδεικνύοντας τις αντιθέσεις και τις αντιφάσεις της ελληνικής κοινωνίας μέσα στην ιστορική της διαδρομή και τις κάθε φορά «μεταλλάξεις» του ίδιου εκμεταλλευτικού συστήματος. Και βέβαια, υπερασπίζεται αυτό το σινεμά και το ιδεολογικό πλαίσιο που «κουβαλάει», ανεξάρτητα από τα «κελεύσματα» της εποχής, λέγοντας απλά «το ΚΚΕ εκφράζει καταρχήν την εργατική τάξη -θα ήθελα όμως να υπενθυμίσω πως μαζί με τους κοινωνικούς αγώνες είναι πρωτοπόρο και στο χώρο του πολιτισμού, ανατρέποντας μια διαμορφωμένη από παλιά αντίληψη πως ο πολιτισμός είναι αγαθό για λίγους. Αντίθετα, με διαλέξεις, μελέτες, προβολές και συναυλίες φέρνει και στην πιο απομακρυσμένη γωνιά της πατρίδας μας τις τάσεις του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού. Το 20ό Συνέδριο δίνει νέες ελπίδες για ανάπτυξη του λαϊκού κινήματος που, μαζί με την ταυτόχρονη παρουσία του Πολιτισμού, μπορεί να δώσει το κάτι άλλο για να χαράξουμε μια διαδρομή για το μέλλον.

Ταινίες μεγάλου μήκους

  • Δι’ ασήμαντον αφορμήν -1974
  • Μάης – 1976
  • Το εργοστάσιο -1981
  • Καραβάν Σαράι -1987
  • Η άλλη όψη – 1991
  • Η Θεσσαλονίκη τον 20ο αιώνα -1997
  • Οι αριθμημένοι – 1998
  • Γράμμα στη μητέρα πατρίδα -1999
  • Η σκόνη που πέφτει -2004

Μικρού μήκους

  • Παρουσία -1969
  • 40,38 – 22,57 – 1970
  • Υπερθέαμα – 1971
  • Μελλελέ – 1972
  • Θαύμα – 1973
  • Δίον – 1988
  • Συγκοινωνίες – 1992

Τηλεοπτικές σειρές

  • Πορεία 090 -1980-ΥΕΝΕΔ
  • Ο χρυσός νοικοκύρης -1984- ΕΡΤ
  • Καραβάν σαράι -1988-ΕΡΤ1
  • Το μπουλούκι 1988-ΕΡΤ1
  • Ασημίνα Λαΐου 1989-ΕΡΤ3
  • Καθρέφτες 1991-ΕΡΤ2
  • Το 13ο κιβώτιο 1992-ΑΝΤ1
  • Πεζογραφία και πραγματικότητα-1995
  • Ο πρίγκιπας -1996- ΕΤ1
  • Οι λαοί των Βαλκανίων -2000-ΕΡΤ3
  • Εποχές και συγγραφείς 2002-2011-ΕΤ1
  • Ο θησαυρός της Αγγελίνας 2005-ΝΕΤ
  • Καρυωτάκης 2009-ΕΤ1
  • Η ζωή εν τάφω 2018-ΕΡΤ1

…Όνειρο για έναν Εσκιμώο, στην Αριζόνα

Το ArizonaDream είναι μια γαλλοαμερικανική σουρεαλιστική δραματική κωμωδία indie (σσ. ανεξάρτητη παραγωγή) του 1993, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Emir Νemania Muti (Emir Kusturica Εμίρ Κουστουρίτσα), με πρωταγωνιστές Johnny Depp, Jerry Lewis, Faye Dunaway, Lili Taylor και Vincent Gallo -Soundtrack Goran Bregović, επίσης τρία τραγούδια του Django Reinhardt.

Ο Axel έχει ένα όνειρο …για έναν Εσκιμώο που πιάνει ένα σπάνιο πλατύψαρο και το φέρνει πίσω στην οικογένειά του σε ένα ιγκλού. Ο ξάδερφος του Paul, παρακινεί τον Άξελ από τη δουλειά του να επισημαίνει ψάρια στη Νέα Υόρκη στην Αριζόνα για να παρευρεθεί στον γάμο του θείου του Λέοντα (Leo) που –ως κεφαλαιοκράτης «ξέρει» να παίρνει από τη ζωή ό,τι επιθυμεί, οπότε εκτός από την αντιπροσωπεία της «Κάντιλακ» μια πολύ νεότερη γυναίκα –κούκλα (για τον ίδιο κάθε άλλο παρά femme fatale). Ο Κουστουρίτσα, μας παρουσιάζει τους ήρωές του ευάλωτους, αδύναμους, ονειροπόλους, που -αλίμονο για εκείνους, δεν μπορούν να πραγματοποιήσουν τα όνειρά τους. Τα εσωτερικά τους προβλήματα είναι μεγάλα, υπαρξιακά, αξεπέραστα.
Η ταινία απέσπασε το Ειδικό Βραβείο του Κοινού στο Φεστιβάλ του Βερολίνου.

Τι θέλει να δείξει με αυτή τη δημιουργία του αυτός ο «ποιητής» της 7ης Τέχνης; Τι προσπαθεί;
Ισως, ότι ο λυρισμός, η ποίηση, η ευαισθησία του ευρωπαϊκού κινηματογράφου, σβήνει μέσα στην απατηλή λάμψη της βιομηχανίας του πλαστού ονείρου της Μέκκας του κινηματογράφου;
Ονειρεύεται χαμένους παράδεισους, χαμένες πατρίδες, χαμένες ευκαιρίες, χαμένες Ιθάκες. Το “αμερικανικό όνειρο”, που παραπλανεί τους ντόπιους και παρασύρει τους ξένους, παρόλο που είναι σκληρό, τον άφησε αδιάφορο.
Ιδεολογικά η ταινία δεν πρωτοτυπεί είναι «Κουστουρίτσια», πολύ πίσω –κατά τη γνώμη μας, από το «Ο μπαμπάς λείπει για δουλιές» ή τον «Καιρό των Τσιγγάνων» που εισήγαγε στον κινηματογράφο τη σκληρή ποίηση των Βαλκανίων αλλά και τον ρεαλισμό.

Εδώ ο Άξελ συναντά δύο περίεργες γυναίκες, την Ιλέιν, που είχε πάντα όνειρο να κατασκευάσει μια ιπτάμενη μηχανή και τη θετή κόρη της Γκρέις, που τη ζηλεύει …και ονειρεύεται να αυτοκτονήσει και να μετενσαρκωθεί ως χελώνα.
Η Γκρέις έχει την ιδέα να παίξει μαζί του ρωσική ρουλέτα… ο Άξελ τραβάει τη σκανδάλη πολλές φορές.
Ελπίσαμε να συμβεί και θα το εκλαμβάναμε ως αυτοκαταστροφή … | Να σου δώσω μιά να σπάσεις,
Άχ βρε κόσμε γυάλινε | Και φτιάξω μιά καινούργια, Κοινωνία άλληνε | Να φτιάξω φίλο αληθινό, Τον φίλο να πονάει | Τα βάσανα καί οι καημοί | Να λείψουνε απ’την ζωή | Και όμορφη να κυλάει … Να σου δώσω μια να σπάσεις, Άχ βρε κόσμε γυάλινε

Αλλά τίποτε! Το όπλο δεν πυροβολεί ! Axel, Elaine και Grace έρχονται στο talent show του Paul, αποφασίζοντας να παίξουν τον ρόλο του Cary Grant στο North by Northwest (Στη σκιά των τεσσάρων γιγάντων- Χίτσκοκ) με τη διάσημη σκηνή του crop duster. Ο Άξελ συνειδητοποιεί ότι ο Λίο πεθαίνει και καλεί μάταια ασθενοφόρο…

Μήνες αργότερα, Άξελ και Πολ επιστρέφουν γιορτάζοντας τα γενέθλια της Ελέιν …η Γκρέις μένει έξω για να ελευθερώσει τις χελώνες της, λέγοντάς τους «Πήγαινε να παίξεις», ο Άξελ ανεβαίνει πάνω με τη Γκρέις και παίρνει δώρο… μια υδρόγειο, λέγοντάς του ότι θέλει να έχει τον κόσμο και αυτός υπόσχεται … να πάει στην Αλάσκα, ενώ και οι τέσσερις (Άξελ, Ελέιν, Γκρέις και Πολ) μιλούν για τους τρόπους με τους οποίους θέλουν να πεθάνουν… και «απογειώνονται»
(η συνέχεια επί της οθόνης και όποιος αντέξει)

Στρατευμένη Τέχνη

(κάτι σαν επίλογος)
Αυτή η «σπονδυλωτή» παρουσίαση των ονείρων, που πιστεύουμε μέσα από το παρελθόν και το παρόν μπορεί να ατενίσει με αισιοδοξία το μέλλον –σε δύσκολους είναι αλήθεια καιρούς, μας έφερε στο νου τα λόγια του (πρόωρα αδικοχαμένου –έφυγε στα 53 του, τέτοιες μέρες το 1982, 2η μέρα του 8ου Φεστιβάλ ΚΝΕ-ΟΔΗΓΗΤΗ) στρατευμένου αγωνιστή της μαχόμενης Αριστεράς Μάνου Λοΐζου με την ενότητα ζωής και έργου, που σπάνια πετυχαίνεται.
«Βεβαίως, έλεγε ο ίδιος σε συνέντευξή του στην “Εβδομάδα” (το απόσπασμα από το βιβλίο του Θανάση Συλιβού «Μάνος Λοϊζος… η δική του ιστορία»), και πρέπει ο καλλιτέχνης να είναι στρατευμένος ιδεολογικά. Το θέμα είναι να μπορείς να είσαι στρατευμένος και συγχρόνως γνήσιος καλλιτέχνης, λέγοντας αυτά που πιστεύεις. Πρέπει να υπάρχει στρατευμένη τέχνη, γιατί, μέσα στο δρόμο αυτής της σχολής, μπορούν να βγουν αριστουργηματικά έργα. Αλλά το πιο σπουδαίο είναι ότι η στρατευμένη τέχνη είναι ένας ελάχιστος φόρος τιμής στις χιλιάδες των φτωχών παιδιών που πεινάνε, αγωνίζονται και σκοτώνονται καθημερινά».Και παρακάτω «Αν θεωρήσουμε στράτευση τη διαρκή εξυπηρέτηση της κοινωνικής συνείδησης, τότε, σαν ένα ενεργό μέρος κι εγώ αυτής της κοινωνικής συνείδησης, θεωρώ τον εαυτό μου στρατευμένο».

Αστοί κι εργάτες

Η στράτευση, σύμφωνα με την αστική αισθητική, είναι καταστροφική για την τέχνη, αλλά μόνο για την τέχνη που επηρεάζεται από την κομμουνιστική ιδεολογία.
Η –στην αντίπερα όχθη στρατευμένη τέχνη όταν μας δείχνει πώς να δράσουμε για να μην αλλάξει ο κόσμος – μας καλεί για παράδειγμα να συμπεριφερθούμε σαν να ζούμε τρεις αιώνες πριν, τότε που η αστική τάξη ήταν επαναστατική, και διεκδικούσε την εξουσία σε συμμαχία με τα φτωχά λαϊκά στρώματα, ή τότε που το ιστορικό ζητούμενο ήταν η εθνική απελευθέρωση, η δημιουργία του κράτους – έθνους και όχι η κοινωνική – ταξική απελευθέρωση – αποκαλείται ελεύθερη τέχνη.
Οταν όμως η τέχνη τολμά να θίξει την ιερότητα του εκμεταλλευτικού συστήματος καλώντας σε ανατροπή του, τότε λέγεται δεσμευμένη, στρατευμένη.
Ταπεινό χαρακτηρίζεται ό,τι είναι ωφέλιμο για τους ταπεινωμένους, όπως θα έλεγε κι ο Μπρεχτ, που με το λιτό – κοφτό στιλ του ξεκαθάριζε πως οι «αστράτευτοι», είναι στρατευμένοι στην άρχουσα τάξη.
Στο ίδιο θέμα ο Γιάννης Ρίτσος έλεγε χαρακτηριστικά σε συνέντευξή του στο «Ριζοσπάστη»: «Η τέχνη είναι πάντα κοινωνική λειτουργία. Οι στρατευμένοι της αποστράτευσης, εκείνοι που κάνουν απολίτικη τέχνη στην ουσία κάνουν πολιτική, δηλαδή τείνουν να αποφύγουν μια πολιτική θέση και να συμβουλέψουν και τους άλλους να αδρανήσουν».

Επιμέλεια: Γιάννης Παπαγιάννης

Ετικέτες:

Δείτε ακόμα...