Αφιέρωμα στο Νίκο Καββαδία

Πολιτισμός - Ποίηση - Νίκος Καββαδίας
Ο Νίκος Καββαδίας

«Ο Καββαδίας είναι ο ταξιδιώτης, ο ποιητής της περιπέτειας, του ονείρου, της φυγής από την πραγματικότητα. Πολλοί, ειδικότερα στην αρχή, τον θεωρούσαν «ναυτικό ποιητή» και αυτό κατά τη γνώμη μου είναι μεγάλο λάθος. Η θάλασσα, τα καράβια, οι ναύτες, μπορεί να ήταν για τον ποιητή καθημερινό βίωμα, αλλά ουσιαστικά ήταν το πεδίο πάνω στο οποίο η φαντασία του οργίαζε».

Με αυτά τα λόγια ο Θάνος Μικρούτσικος περιγράφει τον Νίκο Καββαδία.

Κι εδώ στη μοναδική δημοσιευμένη τηλεοπτική συνέντευξη του ποιητή Νίκου Καββαδία στον Κώστα Σερέζη στο ΡΙΚ το 1965.

Όμως ας ξετυλίξουμε το κουβάρι του ποιητή από την αρχή. Από τότε που γεννήθηκε, όπως τα περιγράφει τη αδελφή του Τζένια Καββαδία, διατηρώντας το πολυτονικό σύστημα στη γραφή, της εποχής.

«Ὁ Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε τὸ 1910 σὲ μία μικρὴ ἐπαρχιακὴ πόλη τῆς Μαντζουρίας, στὴν περιοχὴ τοῦ Χαρμπὶν ποὺ ἦταν στρατιωτικὴ βάση. Λεγόταν τότε Νικόλσκι Οὐσουρίσκι, κοντὰ στὸν ποταμὸ Οὐσσούρ. Ὁ πατέρας ἦταν ἐπιχειρηματίας. Διατηροῦσε γραφεῖο γενικοῦ ἐμπορίου -εἰσαγωγὲς / ἐξαγωγὲς / μεταφορές-, διακινοῦσε μεγάλες ποσότητες ἐμπορευμάτων, τροφίμων καὶ ἄλλων καταναλωτικῶν εἰδῶν καὶ συγχρόνως ἦταν προμηθευτὴς τοῦ τσαρικοῦ στρατοῦ. Σ᾿ αὐτὴ τὴ μικρὴ πόλη γεννήθηκαν τὰ τρία ἀπὸ τὰ τέσσερα παιδιὰ τῆς οἰκογένειας.

Τὸ 1914, στὴν ἀρχὴ τοῦ πρώτου παγκοσμίου πολέμου, ὁ πατέρας ἀποφάσισε νὰ φέρει τὴν οἰκογένεια στὴν Ἑλλάδα, καθὼς πλανιόταν στὸν ἀέρα ἡ ἐπερχόμενη ἀνατροπή. Ταξίδεψαν μὲ τὸν Ὑπερσιβηρικὸ σιδηρόδρομο δεκαπέντε ὁλόκληρες μέρες διασχίζοντας τὰ Οὐράλια Ὄρη κι ἕνα μεγάλο μέρος τῆς ἐνδοχώρας. Φτάσανε στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου βρήκανε τ᾿ ἀδέρφια τῆς μάνας ποὺ εἶχαν ναυτικὲς ἐπιχειρήσεις καὶ μὲ κάποιο καράβι τους, τοὺς περάσανε στὸ ἑλληνικὸ ἔδαφος. Φτάσανε στὴν Ἀθήνα ὅπου ἔμειναν στὸ ξενοδοχεῖο «Διάνα». Τὰ δύο μεγαλύτερα παιδιὰ εἶδαν γιὰ πρώτη φορὰ θέατρο – Τὰ «Παναθήναια» μὲ τὴ Μαρίκα Κοτοπούλη.

Καταλήξανε στὴν Κεφαλονιὰ στὰ πατρικὰ σπίτια μὲ τὶς γιαγιάδες καὶ τοὺς παπποῦδες, τῆς μάνας στὴν Ἄσσο, τοῦ πατέρα στὸ Φισκάρδο. Δὲν ἔμειναν πολύ. Ἦρθαν στὸ Ἀργοστόλι ὅπου νοικίασαν ἕνα μεγάλο σπίτι μὲ περιβόλι στὸ δρόμο τῆς Λάσσης, καὶ γράψανε τὰ δύο μεγαλύτερα παιδιὰ στὸ Νηπιαγωγεῖο τῆς σχολῆς Ἑλένης Μαζαράκη, «Παρθεναγωγεῖο αἱ Μοῦσαι».

Ὁ πατέρας γύρισε στὴ Ρωσία γιὰ νὰ τακτοποιήσει τὶς ἐπιχειρήσεις του καὶ τὰ μικρὰ ἀπομεῖναν ξαφνιασμένα στὸ ἀνύποπτο ὡς τότε καὶ ἥσυχο Ἀργοστόλι, ποὺ ἄρχιζε νὰ τὸ τραντάζει ὁ ἀπόηχος τοῦ πολέμου. Ὑδροπλάνα, ὁπλιταγωγά,ἀτμάκατοι, συμμαχικὸς στρατός, Ἄγγλοι, Γάλλοι, Σενεγαλέζοι. Τὰ παιδιὰ τῆς οἰκογένειας βρίσκονταν κάθε ἀπόγευμα μὲ τὴ νταντὰ στὴν πλατεία.

Ὁ Νίκος Καββαδίας ξέφευγε κατὰ τὴ συνήθειά του γιὰ νὰ κάνει φιλίες μὲ στρατιῶτες τοῦ συμμαχικοῦ στρατοῦ, κατὰ προτίμηση τοὺς Σενεγαλέζους ποὺ τὸν ἐντυπωσίαζαν μὲ τὸ χρῶμα τους καὶ τὸ μπόι τους καθὼς τὸν σήκωναν ψηλὰ στὰ χέρια τους καὶ τοῦ χαρίζανε ταινίες ἀπὸ τὰ καπέλα τους καὶ ἄλλα ἀντικείμενα. Ἡ οἰκογένεια ἀποκλείστηκε στὴν Κεφαλονιὰ καὶ ὁ πατέρας ἀποκλείστηκε στὴ Ρωσία. Ἑφτὰ ὁλόκληρα χρόνια χάθηκαν τὰ ἴχνη του. Διώχθηκε, φυλακίστηκε, ἔχασε ὡς τὸ τελευταῖο του ρούβλι.

Γύρισε τὸ 1921, ταλαιπωρημένος, νευρασθενικός, ἄρρωστος -καὶ τὸ τραγικότερο, ξένος καὶ ἀνένταχτος. Μετακομίσαμε στὸν Πειραιᾶ, ὅπου ὁ Καββαδίας τελείωσε τὸ Δημοτικὸ στὴ σχολὴ ἀδελφῶν Μπάρδη. Συμμαθητές του ὁ Γιάννης Τσαρούχης καὶ ὁ πάπα-Πυρουνάκης. Ἐκεῖ στὸ Δημοτικό, ἄρχισε νὰ ἐκδηλώνει κάποια κλίση πρὸς τὸ γράψιμο. Μὲ συνδρομὲς ποὺ πῆρε ἀπὸ θεῖες, θείους καὶ φίλους ἔβγαλε ἕνα τετρασέλιδο φυλλάδιο σατιρικὸ ποὺ εἶχε τίτλο «Σχολικὸς Σάτυρος» (μὲ ὕψιλον ἀπὸ ἄγνοια βέβαια) ὅπου σατίριζε τοὺς συμμαθητές του. Τὸ φυλλάδιο αὐτὸ τυπώθηκε σὲ τυπογραφεῖο. Ἐκεῖ τὸν πῆγε ὁ πατέρας, ποὺ σ᾿ αὐτὰ βοηθοῦσε πρόθυμα τὸ μικρὸ γιὸ – ἦταν μάλιστα καὶ περήφανος. Στὸ τρίτο φύλλο ἔκλεισε καὶ οἱ συνδρομὲς ἐπιστράφηκαν.

Ἔγραψε καὶ στὴ «Διάπλαση τῶν Παίδων» μὲ τὸ ψευδώνυμο «Ὁ μικρὸς ποιητής». Ἀργότερα ἄρχισε νὰ γράφει ποιήματα ποὺ τὰ ἔστελνε στὸν Πετμεζᾶ – Λαύρα στὸ περιοδικὸ τῆς Μεγάλης Ἑλληνικῆς Ἐγκυκλοπαίδειας τοῦ Μακρῆ, ποὺ τὰ δημοσίευε στὴ σελίδα τῆς ἀλληλογραφίας μὲ τὸ ψευδώνυμο Πέτρος Βαλχάλλας.

Σὲ μερικοὺς μῆνες, φτάσανε τὰ πλήθη τῆς προσφυγιᾶς ἀπὸ τὴ Μικρασιατικὴ καταστροφὴ – ἐφιάλτης μὲ ἄπειρη γραφικότητα. Σὲ πολλοὺς δρόμους σχηματίζονταν τεράστιες οὐρὲς ἔξω ἀπὸ σπίτια ποὺ εἶχαν τὴν ἐπιγραφὴ «Περίθαλψη προσφύγων» γιὰ νὰ πάρουν κάποιο χαρτὶ ἢ δελτίο ποὺ τοὺς ἔδινε δικαίωμα σὲ διάφορες παροχές. Ἄρχισαν νὰ σχηματίζονται στὶς ἀκραῖες γειτονιὲς οἰκισμοὶ ἀπὸ ξύλινες παράγκες ποὺ στὴν καθεμιὰ ζοῦσαν ἕξι ἢ ὀκτὼ ἄτομα χωρὶς ἀποχέτευση – μία κόλαση.

Ἦταν ὅμως ἄνθρωποι ἐργατικοί, πολυμήχανοι. Ὁ Πειραιᾶς γέμισε ξαφνικὰ ἀπὸ πλανόδια καροτσάκια ποὺ πουλοῦσαν διάφορα ἀνατολίτικα ζαχαρωτά, παγωτὰ σὲ χωνάκια καὶ σάμαλι. Ὁ σαλεπιτζῆς περνοῦσε κάθε πρωὶ διαλαλώντας τὸ ἐμπόρευμά του ἀπὸ τοὺς δρόμους τοῦ Πειραιᾶ. Οἱ γυναῖκες ἐκπληκτικὲς σὲ γενναιότητα καὶ ἐγκαρτέρηση. Τὸν πρῶτο καιρὸ λιγόστεψαν τὰ τρόφιμα – δὲν ἔφτανε τὸ νερό. Σκοτωμὸς γινότανε ὅταν περνοῦσε τὸ βράδυ ὁ νερουλᾶς καὶ κατέβαιναν οἱ ὑπηρέτριες ἀπὸ τὰ ψηλὰ σπίτια καὶ οἱ νοικοκυρὲς ἀπὸ τὰ χαμηλὰ γιὰ νὰ γεμίσουν τὴ στάμνα τους μὲ νερὸ τοῦ Πόρου.

Ἔκκληση ἔκαναν οἱ ἀρχὲς στὰ μεγάλα σπίτια νὰ νοικιάσουν ἕνα δωμάτιο σὲ πρόσφυγες. Ἦρθαν καὶ σὲ μᾶς (κρατούσαμε ἕνα σπίτι μὲ ἕξι δωμάτια) ἕνα ζευγάρι μεσήλικοι ἀπὸ τὸ Τσεσμέ, μὲ τὴν ψυχοκόρη τους. Ἦταν ἅγιοι ἄνθρωποι – βιβλικοὶ – ἀπὸ ἀρχοντικὴ οἰκογένεια. Ζήσαμε ἁρμονικὰ μαζί τους δύο ἢ τρία χρόνια. Τοὺς ἀγαπήσαμε καὶ μᾶς ἀγαπήσανε. Μᾶς μεταφέρανε ἕναν ἄλλο πολιτισμὸ καὶ τὴν καρτερία τους. Τέλεια ἀντίθεση μὲ τὸν πρόσφυγα τῆς τσαρικῆς Ρωσίας. Αὐτὸς δὲν σήκωσε τὸν ξεπεσμό. Πῶς νὰ προσαρμοστεῖ σ᾿ αὐτὴ τὴ στενεμένη ζωὴ ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔζησε σὲ μία ἀστικὴ κοινωνία τῆς ἀφθονίας, τοῦ πλούτου καὶ τῆς ἀλόγιστης σπατάλης.

Θύμωνε μὲ τὸ τίποτα, τοῦ φταίγανε ὅλα. Σήκωνε τὸ μπαστούνι του, ἔσπαζε ὅ,τι ἔβρισκε, ἠλεκτρικοὺς λαμπτῆρες, τζάμια, γυαλικά. Κι ἐνῶ στὸ βάθος ἦταν ἕνας καλὸς ἄνθρωπος ἀνίκανος νὰ κάνει κακό, νόμιζες πὼς χαιρόταν νὰ τοὺς μεταδίδει τὸν πανικό. Τοὺς βασάνιζε ἄθελά του, πήγαινε τ᾿ ἀγόρια σπρώχνοντας τὰ ἀπὸ τὴ σκάλα στὸ κουρεῖο, νὰ τοὺς κόψουν τὰ μαλλιὰ μὲ τὴν ψιλὴ μηχανὴ – στὰ πρῶτα χρόνια της ἐφηβείας. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, μόλις εἶχε λίγα χρήματα, τοὺς ἀνέβαζε ὅλους στὴν Ἀθήνα, καὶ πήγαιναν στὸν Ἐλευθερουδάκη ὅπου οἱ μεγαλύτεροι γέμιζαν τὴν ἀγκαλιά τους μὲ βιβλία.

Τ᾿ ἀγόρια πήγαιναν καὶ στὸ θέατρο Χρυσοστομίδη στὸ Πασαλιμάνι, στὸν Καραγκιόζη, στὸν κινηματογράφο. Μὲ τὴν κόρη ἡ συμπεριφορά του ἦταν διαφορετική. Τὴν αὐστηρότητά του δὲν τὴν ἐπέβαλλε ἀπευθείας ἀλλὰ μέσω τῆς μάνας. Ἡ μάνα ποτὲ δὲν τοῦ συγχώρησε ὅτι δηλητηρίασε τὰ πρῶτα ἐφηβικά τους χρόνια. Ἂν περάσαμε ἀπὸ αὐτὴ τὴν περίοδο ἄθικτοι ψυχικὰ τὸ χρωστᾶμε σ᾿ αὐτὴ τὴν τέλεια μάνα -τὸ πρόσωπο τῆς θυσίας- ποὺ ξέχασε κάθε προσωπικό της δικαίωμα πάνω στὴ ζωὴ γιὰ νὰ στηρίξει τὰ παιδιά της διατηρώντας πάντα ἕνα ζεστὸ καὶ ὀργανωμένο σπιτικό.

Ὁ πατέρας προσπάθησε νὰ βρεῖ κάποια δουλειὰ στὰ βαπόρια τῶν συγγενῶν. Δὲν κατάφερε νὰ σταθεῖ – δὲν τὸν βοήθησαν. Τότε πουλήθηκαν τὰ κοσμήματα τῆς μάνας καὶ ὅ,τι ἀκριβὸ ὑπῆρχε μέσα στὸ σπίτι. Ἀργότερα μ᾿ ἕναν ἄλλο πρόσφυγα, πλούσιο ἐπιχειρηματία τῆς Πετρούπολης, ὁ πατέρας ἄνοιξε ἕνα μικρὸ κατάστημα τροφίμων, κοντὰ στὸ Πασαλιμάνι, μὲ ἕνα μεγάλο δωμάτιο στὸ πίσω μέρος. Ἐκεῖ μαζεύονταν οἱ Ρῶσοι ἐμιγκρέδες τοῦ Πειραιᾶ – γιατρὸς Σενιώφ, ναύαρχος Ρεβελιώτης, στρατηγὸς Ρασνερίσιν -, περνοῦσαν τ᾿ ἀπογεύματα πίνοντας βότκα καὶ κάνοντας σχέδια καὶ προγράμματα ἐπιστροφῆς στὴν πατρίδα. Ἕνας τόπος συνάντησης ναυαγῶν χωρὶς σωτηρία. Ἀπέναντι ἀκριβῶς βρισκόταν τὸ παλιὸ Γυμναστήριο τοῦ Πειραιᾶ καὶ κεῖ ἔρχονταν τ᾿ ἀπογεύματα νὰ παίξουν καὶ νὰ γυμναστοῦν ὁ Νίκος Καββαδίας καὶ τ᾿ ἀδέρφια του, κάτω ἀπὸ τὴν αὐστηρὴ ἐπίβλεψη τοῦ πατέρα.

Στὸ γυμναστήριο ὁ Καββαδίας γνώρισε τὸν πρωταθλητὴ τῆς πυγμαχίας Νίκο Μενεξῆ καὶ πῆρε μαζί του μαθήματα. Κι ἐνῶ ἡ κράση του καὶ ὁ χαρακτήρας του δὲν δικαιολογοῦσαν μία τέτοια ἐπίδοση, αὐτὸς σ᾿ ὅλη τὴ ζωή του δὲν ἔπαψε ν᾿ ἀγαπάει αὐτὸ τὸ ἄθλημα. Εὐτυχῶς τὸ καταφύγιο αὐτὸ τῶν Ρώσων ἐμιγκρέδων δὲν κράτησε πολὺ, ἔκλεισε πάνω στὸν δεύτερο χρόνο. Στὸν Πειραιᾶ ὁ Καββαδίας καὶ τ᾿ ἀδέρφια του τελειώσανε καὶ τὸ Γυμνάσιο. Ἐκεῖ εἶχε συμμαθητὴ τὸ γιὸ τοῦ Παύλου Νιρβάνα, τὸν Κώστα Ἀποστολίδη, ποὺ τοῦ γνώρισε τὸν πατέρα του. Μένανε σ᾿ ἕνα σπίτι στὸ Νέο Φάληρο. Ὁ Καββαδίας πήγαινε συχνὰ – ἡ αὐστηρὴ παρακολούθηση τοῦ πατέρα εἶχε χαλαρώσει. Ἡ ἀρρώστια εἶχε ἀρχίσει νὰ τὸν λυγίζει.

Ὁ Νιρβάνας ὑπῆρξε γιὰ τὸν δεκαπεντάχρονο Καββαδία ὁ πρῶτος δάσκαλος. Τοῦ διάβαζε τὰ ποιήματα ποὺ ἔγραφε – βρίσκεται ἀνάμεσα στὰ βιβλία τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἕνας μικρὸς τόμος μὲ χρονογραφήματα καὶ μὲ τὴν ἀφιέρωση: «Στὸ μικρό μου φίλο Ν. Καββαδία, ἀπὸ ἐκτίμηση στὸ νεαρό του τάλαντο.» Συχνὰ ὁ ἡλικιωμένος συγγραφέας καὶ ὁ νεαρὸς ποιητὴς κάνανε μακρινοὺς περιπάτους στοὺς ἥσυχους δρόμους τοῦ ἤρεμου προαστίου μὲ τὶς διάσπαρτες βίλες. Ἕνα εἶδος σιωπηλῆς λατρείας εἶχε ὁ μικρὸς Καββαδίας γιὰ τὸν πολιτισμένο καὶ σοφὸ ἄνθρωπο, ποὺ τοῦ φέρθηκε σὰν ἴσο πρὸς ἴσο. Μία τέτοια φιλία εἶχε ἀργότερα καὶ μὲ τὸν Κ. Καρθαῖο ποὺ κι αὐτὸς ὑπῆρξε δάσκαλος κι ὁδηγητής του.

Τὸ 1929 ὁ πατέρας πέθανε ἀπὸ καρκίνο. Ὁ μικρὸς γιὸς εἶχε μπαρκάρει μὲ τὰ καράβια καὶ ἔγινε καπετάνιος σὲ φορτηγά. Ὁ Νίκος Καββαδίας πῆγε νὰ ἐργαστεῖ στὸ ναυτικὸ γραφεῖο τοῦ Ζωγράφου, ποὺ πρακτόρευε τὰ βαπόρια τῶν ἀδερφῶν τῆς μάνας του, μὰ γρήγορα ἄρχισε κι αὐτὸς νὰ φεύγει μὲ τὰ καράβια. Τὸ 1933 δημοσιεύει τὴν πρώτη του ποιητικὴ συλλογὴ «Μαραμπού», ποὺ τῆς ἀφιέρωσε πολὺ ἐπαινετικὴ κριτικὴ ὁ Φῶτος Πολίτης στὴν πρώτη σελίδα τῆς ἐφημερίδας «Πρωΐα».

Τὸ 1933 ἄφησαν τὸν Πειραιᾶ καὶ ἐγκαταστάθηκαν στὴν Ἀθήνα. Μείνανε στὴν Κυψέλη – τὰ περισσότερα χρόνια, στὸ σπίτι τῆς ὁδοῦ Ἁγ. Μελετίου 10. Ἐκεῖ τοὺς βρῆκε ὁ πόλεμος. Πῆρε μέρος στὸν Ἀλβανικὸ καὶ γύρισε ἀπὸ τοὺς τελευταίους μὲ τὰ πόδια, ταλαιπωρημένος, ἀδύνατος, τρώγοντας ὅ,τι τοῦ ῾διναν οἱ νοικοκυρὲς στὰ χωριὰ ἀπ᾿ ὅπου περνοῦσε.

Στὰ χρόνια της Γερμανικῆς Κατοχῆς ἔμεινε στὴν Ἀθήνα καὶ πῆρε μέρος στὴν Ἀντίσταση, μέσα ἀπὸ τὶς γραμμὲς τοῦ Κ.Κ.Ε. Ἐκεῖ ὅπου Ἕλληνες ἀπὸ τὴ μία μεριὰ καὶ Γερμανοὶ καὶ Ταγματασφαλίτες ἀπὸ τὴν ἄλλη ἔπαιζαν τὸ παιχνίδι τῆς γάτας μὲ τὰ ποντίκια. Τότε ποὺ γέμισαν τὰ Χαϊδάρια κι οἱ Καισαριανὲς καὶ δὲν ἤξερες ἂν τὸ βράδυ θὰ κοιμηθεῖς στὸ σπίτι σου ἢ στὴν Ἀσφάλεια τῆς ὁδοῦ Μέρλιν. Μετὰ τὴν ἀποχώρηση τοῦ Στρατοῦ Κατοχῆς μπαρκάρισε ὑπὸ περιοριστικοὺς ὅρους καὶ ταξίδεψε σ᾿ ὅλη τὴν ὑπόλοιπη ζωή του ὡς ἀσυρματιστής, μέχρι τὸ θάνατό του, στὶς 10 Φεβρουαρίου 1975.»

Τζένια Καββαδία

Η «παρουσία» του στην ελληνική δισκογραφία

Ο Νίκος Καββαδίας έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής χάρις στο Θάνο Μικρούτσικο, που μελοποίησε ποιήματά του στον εμβληματικό του δίσκο «Σταυρός του Νότου».

Η ποίησή του ανήκει σε μια κατηγορία από μόνη της. Διαθέτει έναν απίστευτο λυρισμό. Κανένας Έλληνας ποιητής δεν είναι τόσο λυρικός, όσο ο Καββαδίας, εκτός ίσως του Τάσου Λειβαδίτη. Χρησιμοποιούσε την «περίεργη» ναυτική γλώσσα που δεν ενοχλεί ακόμη κι αν δεν την ερμηνεύεις εξ ολοκλήρου σωστά και κυρίως μια μαγική ταξιδιωτική περιγραφή που κατακλύζει το έργο του είναι τα στοιχεία αυτά που κάνουν την ποίησή του να ξεχωρίζει. Ένα ακόμη σπουδαίο στοιχείο είναι και η περιγραφή των συναισθημάτων των ανθρώπων της θάλασσας, που την κάνει ιδιαίτερα προσιτή στον αναγνώστη μέσα από το πλήθος των καθημερινών εικόνων που  χρησιμοποιεί ο Καββαδίας για να περιγράψει τους ανθρώπους αυτούς.

Αναζητώντας ποιο ήταν το πρώτο μελοποιημένο ποίημα, αυτό βρίσκεται στο 1975. Τότε ο Γιάννης Σπανός κυκλοφορεί το δίσκο ”Ανθολογία Γ”’. Πρόκειται για μια δουλειά με διάφορα μελοποιημένα ελληνικά ποιήματα. Ένα από αυτά και το Mal du depart  ή αλλιώς ”Ιδανικός κι ανάξιος εραστής”, του Νίκου Καββαδία, που ερμήνευσε ο Κώστας Καράλης (στο δίσκο αναγράφεται ως Κώστας Καραγιαννόπουλος).

Δυο χρόνια αργότερα, το 1977, σειρά της Μαρίζας Κωχ στο δίσκο της ”Μαρίζα Κωχ” να μελοποιήσει 8 ποιήματα του Καββαδία (πρόκειται για τα: Φάτα Μοργκάνα, Πούσι, Αρμίδα, Μουσώνας, Σταυρός του Νότου, Θεσσαλονίκη ΙΙ, Νανούρισμα, Μαραμπού). Αυτό που ξεχώρισε και ακούγεται ως τις μέρες μας είναι η ”Φάτα Μοργκάνα”.

Και φτάνουμε στο 1979, τη χρονιά-σταθμό για την ποίηση του Νίκου Καββαδία, Τότε κυκλοφόρησε ένας δίσκος ορόσημο για την ελληνική μουσική, ο ”Σταυρός του Νότου”. Ο Θάνος Μικρούτσικος μελοποίησε 11 ποιήματα του Καββαδία και χάρισε στην ελληνική μουσική σκηνή έναν από τους πιο σημαντικούς της δίσκους. Πρόκειται για το δίσκο με τις περισσότερες πωλήσεις (αφού ξεπέρασε και το ”Δρόμο” των Πλέσσα – Παπαδόπουλου). Ο Πατσιφάς ”έβγαλε” το δίσκο γιατί αγαπούσε πολύ το Θάνο. Και οι κριτικές της εποχής ήταν από απογοητευτικές μέχρι ειρωνικές…Παρ ‘ όλα ταύτα η ιστορία δικαίωσε το δημιουργό και το δίσκο. Τα ποιήματα που μελοποιήθηκαν ήταν: Kuro Siwo, Θεσσαλονίκη, Σταυρός του Νότου, Ένα Μαχαίρι, Γυναίκα, Ένας νέγρος θερμαστής από το Τζιμπουτί, Federico Garcia Lorca, Αρμίδα, Cambay’s water, Εσμεράλδα, Πικρία. Ερμηνευτές ήταν ο Γιάννης Κούτρας, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου και η Αιμιλία Σαρρή. Ας θυμηθούμε τρία χαρακτηριστικά τραγούδια:

Kuro Siwo και Γιάννης Κούτρας

Ένα Μαχαίρι και Βασίλης Παπακωνσταντίνου

Σταυρός του Νότου και Αιμιλία Σαρρή

Εδώ να κάνουμε μια παρένθεση. Για το ποίημα «Θεσσαλονίκη» ο λόγος ή «Σαλονίκη», όπως φαίνεται στο χειρόγραφο που βρίσκεται στη Βιβλιοθήκη Στρατή Τσίρκα, το οποίο ο Καββαδίας φαίνεται ότι είχε στείλει το 1946, ένα χρόνο δηλαδή πριν κυκλοφορήσει η ποιητική συλλογή Πούσι, στη σύζυγο του Τσίρκα Αντιγόνη Χατζηανδρέα («Για την κυρία Αντιγόνη Τσίρκα» διαβάζουμε κάτω από τον τίτλο).

Το χειρόγραφο διασώζει μια προηγούμενη, από τη γνωστή γραφή του ποιήματος, ασφαλώς λιγότερο δουλεμένη από την τελική. Συγκεκριμένα:

α. Ο τίτλος του ποιήματος είναι «Σαλονίκη» αντί «Θεσσαλονίκη», όπως δηλαδή αναφέρεται η πόλη και στην τελευταία στροφή του ποιήματος.

β. Στον πρώτο στίχο της πρώτης στροφής αντί «Ήτανε κείνη τη νυχτιά που φύσαγε ο Βαρδάρης» διαβάζουμε το πιο ιδιωματικό «δούλευε ο Βαρδάρης». Αμελητέο για τον αναγνώστη, όχι όμως και για τον φιλόλογο, στο τέλος του δεύτερου στίχου δεν υπάρχει τελεία όπως στην τελική γραφή.

γ. Στην αρχή της δεύτερης στροφής γράφει «Το τραγουδάκι ξέχασες» αντί «Ξέχασες κείνο το σκοπό». Η τοποθέτηση του ρήματος στην αρχή του στίχου και η αντικατάσταση της αδύναμης ποιητικά και χωρίς δραματική χροιά (το αντίθετο, μάλλον) λέξης «τραγουδάκι» από τον «σκοπό» δίνει μεγαλύτερη ένταση στον στίχο.

Στον δεύτερο στίχο, αντίθετα, έχουμε μια εύλογη αποδραματοποίηση καθώς το αρμόζον σε μια στιγμή κινδύνου «Άγιε Νικόλα πρόφτασε» του χειρογράφου μετατρέπεται στο ηπιότερο «Άγιε Νικόλα φύλαγε», που ταιριάζει να είναι ο στίχος του τραγουδιού που επαναλαμβάνουν οι χιλιάνοι.

δ. Στην τρίτη στροφή διαβάζουμε «fore pick», το οποίο επαναλαμβάνεται και στην έκδοση Καραβία αλλά θα διορθωθεί στις επόμενες στο ορθό «fore peak», που είναι η πρωραία δεξαμενή ζυγοστάθμισης.

ε. Στην τέταρτη στροφή, η μόνη αλλαγή είναι το «εκτός» του τρίτου στίχου που γίνεται «εχτός», κατά το «τρομαχτικός» του τέταρτου στίχου.

στ. Στον πρώτο στίχο της πέμπτης στροφής αντί του «Ο ναύτης ρίχνει τα χαρτιά» βρίσκουμε στο χειρόγραφο το λιγότερο σαφές για το υπονοούμενο παιχνίδι του ναυτικού με την τύχη-μοίρα «Ο ναύτης παίζει τα χαρτιά».

ζ. Στην έκτη και τελευταία στροφή, ο πρώτος στίχος δεν κλείνει με τελεία όπως στην τελική έκδοση, ενώ στον τελευταίο στίχο διαβάζουμε «μάταια θα ψάχνεις τη στροφή» αντί «το στρατί».

Το χειρόγραφο που βρέθηκε στην βιβλιοθήκη Τσίρκα είναι ένα τεκμήριο που μας βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα τον τρόπο εργασίας του ποιητή. Είναι σαφές ότι η τελική εκδοχή του ποιήματος είναι πιο δουλεμένη απ’ αυτήν που βλέπουμε στο χειρόγραφο, κυρίως επειδή οι εικόνες έχουν γίνει πιο συγκεκριμένες και κατά συνέπεια, ποιητικά, πιο δραστικές.

Μετά την παρένθεση, συνέχεια στη μελοποιημένη ποίηση του Καββαδία.

Το 1983, ο συνθέτης Μιχάλης Τερζής κυκλοφορεί το δίσκο ”Τραγούδια της θάλασσας”. Τρία από τα ποιήματά του ερμηνεύονται από τον Κώστα Καράλη (τα ποιήματα Πικρία, Αντινομία, Αριάδνη στη Νάξο). Εδώ το τραγούδι ”Αντινομία”,

Μια χρονιά αργότερα, το 1984, ο Λάκης Παπαδόπουλος (Λάκης με τα ψηλά ρεβέρ) κυκλοφορεί το δίσκο ”Περίπου” με ερμηνεύτρια την Αρλέτα. Θα ερμηνεύσει 2 μελοποιημένα ποιήματα του Νικου Καββαδία, τα William George Allum και Black and white. Εδώ το Black and white.

Το 1986 κυκλοφορεί ένας μικρός δίσκος 45 στροφών από το Θάνο Μικρούτσικο στον οποίο περιλαμβάνονται μόνο 2 τραγούδια. Ερμηνευτής είναι ο Κώστας Θωμαιδης και ο δίσκος φέρει τον τίτλο ”Ο Κώστας Θωμαΐδης σε δυο τραγούδια του Θάνου Μικρούτσικου”. Στο δίσκο αυτόν το ένα από τα δυο τραγούδια είναι το ποίημα του Νίκου Καββαδία ”Καραντί” (το δευτερο τραγούδι λεγόταν ”Σιωπή” και ήταν σε στίχους Ανδρέα Μικρούτσικου). Ας ακούσουμε, λοιπόν, τον Κώστα Θωμαίδη στην πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού το οποίο έγινε ευρύτερα γνωστό από την επανεκτέλεσή του από το Γιώργο Νταλάρα μερικά χρόνια μετά.

Την ίδια χρονιά η ποίηση του Νίκου Καββαδία θα βρει την πιο ”περίεργη” κατά πολλούς μελοποίησή της από το συγκρότημα ”Ξέμπαρκοι”. Οι Ξέμπαρκοι (κατά κόσμον Νότης Χασάπης και Ηλίας Αριώτης) κυκλοφορούν το δίσκο ” Νίκος Καββαδίας, S/S IONION 1934”. Στο δίσκο συμμετέχει ερμηνεύοντας το ”Γράμμα ενός άρρωστου” η Δήμητρα Γαλάνη.

Το 1987 ο Χάρης και ο Πάνος Κατσιμίχας κυκλοφορούν το δεύτερο προσωπικό τους δίσκο με τίτλο ”Όταν σου λέω πορτοκάλι να βγαίνεις” στον οποίο θα συμπεριλάβουν μελοποιημένο και το ποίημα του Νίκου Καββαδία ” Η Μαιμού του Ινδικού Λιμανιού”.

Το 1989 ο Δημήτρης Ζερβουδάκης μελοποιεί το ποίημα ”Γράμμα σ’ έναν ποιητή” (ο ακριβής τίτλος του ποιήματος είναι ” Γράμμα στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ”).

Την ίδια χρονιά μια ”παλιά γνώριμη”, η Μαρίζα Κωχ, επανέρχεται με το δίσκο ”Εθνική Οδός” και μελοποιεί το ποίημα ”Στεριανή Ζάλη”.

Το 1991, βρίσκουμε ο Θάνος Μικρούτσικος ξανακυκλοφορεί Καββαδία στο δίσκο ”Γραμμές των οριζόντων”. Ο δίσκος περιλαμβάνει 17 ποιήματα από τα οποία τα 11 είναι επανεκτελέσεις από το δίσκο ”Σταυρός του Νότου”. Ερμηνευτές του δίσκου ήταν ο Γιώργος Νταλάρας, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, οι Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας και ο ίδιος ο Θάνος Μικρούτσικος.

Το 1996, κυκλοφορεί ο δίσκος ”Νέα Γη” από το μουσικοσυνθέτη Michael Montanaro, o oποίος περιλαμβάνει διάφορα μελοποιημένα ποιήματα. Ένα από αυτά είναι και το ποίημα του Νίκου Καββαδία ”Πικρία” που ερμηνεύει η Νένα Βενετσάνου.

Το 2004 βρίσκουμε το Βασίλη Λέκκα να ερμηνεύει δύο ποιήματα του Νίκου Καββαδία μελοποιημένα από το συνθέτη Χάρη Παπαδόπουλο. ‘Ηταν τα ποιήματα ”Guevara” και ”Μικρή χορεύτρια”.

Και τέλος το 2007 οι ”Χειμερινοί Κολυμβητές” μελοποιούν και ερμηνεύουν το ποίημα ”Παραλληλισμοί”.

Ο Νίκος Καββαδίας ή ”Κόλλιας”, όπως τον έλεγαν, άφησε για πάντα τις θάλασσες στις 10 του Φλεβάρη του 1975.  Δεν πρόλαβε να ακούσει έστω κι ένα ποίημά του μελοποιημένο. Πέθανε στην κλινική ”Άγιοι Απόστολοι” στην Αθήνα, ίσως με ένα μεγάλο παράπονο. Πως αυτός που λάτρεψε και ύμνησε τη θάλασσα, που την ταξίδεψε σε κάθε λιμάνι και ωκεανό, πέθανε μακριά της, σε ένα νοσοκομείο. Με το που «έφυγε», σαν ένα χέρι να πήρε την ποίησή του και να την οδήγησε εκεί που έπρεπε. Στη μουσική! Για να γίνει ο κάθε του στίχος ύμνος και να τραγουδιέται παντού, από κάθε ηλικία.

Είναι η δύναμη της νότας να απογειώνει το στίχο. Και ο Νίκος Καββαδίας παρέμεινε εδώ, παρών, σηκώνοντας το χέρι για να ευχηθεί «καλά ταξίδια» στους ανθρώπους της θάλασσας.

Κλείνω με ένα ποίημα όχι τόσο γνωστό αφιερωμένο από τον ποιητή στη Μέλπω Αξιώτη. Πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα» (τεύχος 14/10 Αυγούστου 1945) και συμπεριλήφθηκε στην ανθολογία «Τραγούδια της Αντίστασης» που επιμελήθηκε η Φούλα Χατζηδάκη και κυκλοφόρησε τον Οκτώβρη του 1951 από το «Εκδοτικό Νέα Ελλάδα».

ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

                                             Στη Μέλπω Αξιώτη

Στο παιδικό μας βλέμμα πνίγονται οι στεριές

Πρώτη σου αγάπη τα λιμάνια σβηούν κι εκείνα.

Θάλασσα τρώει το βράχο απ” όλες τις μεριές.

Μάτια λοξά και τ” αγαπάς: Κόκκινη Κίνα.

Γιομάτα παν τα Ιταλικά στην Ερυθρά.

Πουλιά σε αντιπερισπασμό- Μαύρη Μανία.

Δόρατα μέσα στη νυχτιά παίζουν νωθρά.

Λάμπει αρραβώνα στο δεξί σου: Αβησσυνία.

Σε κρεμεζί, Νύφη λεβέντρα Ιβηρική.

Ανάβουνε του Barrio Chino τα φανάρια.

Σπανιόλοι μου θαλασσοβάτες και Γραικοί.

Γκρέκο και Λόρκα-Ισπανία και Πασσιονάρια.

Κύμα θανάτου ξαπολιούνται οι Γερμανοί.

Τ” άρματα ζώνεσαι μ” αρχαία κραυγή πολέμου.

Κυνήγι παίζουνε μαχαίρι και σκοινί,

Οι κρεμασμένοι στα δεντρά , μπαίγνιο του ανέμου.

Κι απέ Δεκέμβρη στην Αθήνα και Φωτιά.

Τούτο της Γης το θαλασσόδαρτο αγκωνάρι,

Λικνίζει κάτου από το Δρυ και την Ιτιά

το Διάκο, τον Κολοκοτρώνη και τον Άρη.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Πηγές: Ριζοσπάστης,  http://www.musicheaven.gr, https://www.sansimera.gr, http://kavvadias.ekebi.gr/, https://www.lifo.gr, http://users.uoa.gr, http://culture.ana-mpa.grhttp://www.toperiodiko.gr

Σύνταξη – Επιμέλεια: Γιάννης Αγγέλου

 

Ετικέτες:

Δείτε ακόμα...