Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: «Μένουμε στραβοπατούντες διαιτώμενοι από δωμάτιον εις δωμάτιο»

Τέτοιες γιορτινές μέρες (3 Γενάρη 1911) πέθανε ο μεγάλος συγγραφέας Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης που με την ιδιότυπη και μοναδική τέχνη του ακόμη σήμερα –μετά από ~110 χρόνια) συνεχίζει να συγκινεί να διδάσκει και να παροτρύνει.
Ο Παπαδιαμάντης παρότι αμφισβητήθηκε και υποτιμήθηκε, εντούτοις παραμένει και σήμερα ως μια πολύ ενδιαφέρουσα προσωπικότητα των ελληνικών Γραμμάτων, που αποκαλύπτεται καθημερινά.

[Ο Παπαδιαμάντης]
Είναι λαμπρά ασκημένος στης περιγραφής την τριπλήν ικανότητα ― τα ποια πρέπει να λεχθούν, τα ποια πρέπει να παραλειφθούν, και εις τα ποια πρέπει να σταματηθεί η προσοχή.

| Κ.Π.Καβάφης
«… Η πλουτοκρατία ήτο, είναι και θα είναι ο μόνιμος άρχων του κόσμου, ο διαρκής Αντίχριστος. Αύτη γεννά την αδικίαν, αύτη τρέφει την κακουργίαν, αύτη φθείρη σώματα και ψυχάς…».
| Αλ. Παπαδιαμάντης

«..Μένουμε διαιτώμενοι εις την οικία μας, στραβοπατούντες από δωμάτιον εις δωμάτιο, ως ποταμιαία καβούρια, αλιβάνιστοι, αλειτούργητοι, ακοινώνητοι, με την ελπίδα ότι σύντομα θα ανθρωπέψουμε και πάλι…»

«Εγεννήθην εν Σκιάθω, τη 4 Μαρτίου 1851.
Εβγήκα απο το ελληνικόν Σχολείον εις τώ 1863, αλλά μόνον τώ 1867 εστάλην εις το Γυμνάσιον Χαλκίδος, όπου ήκουσα την Α΄ και Β΄ τάξιν. Την Γ΄ εμαθήτευσα είς Πειραιά, είτα διέκοψα τας σπουδάς μου και έμεινα είς την πατρίδα. Κατά τον Ιούλιον του 1872 υπήγα είς το Αγιον Ορος χάριν προσκυνήσεως, ‘οπου έμεινα ολίγους μήνας. Τώ 1873 ήλθα εις Αθήνας καί εφοίτησα εiς την Δ΄ του Βαρβακείου. Τώ 1874 ενεγράφην εις την Φιλοσοφικήν Σχολήν, ‘οπου ήκουα κατ’ εκλογήν ολίγα μαθήματα φιλολογικά, κατ’ ιδίαν δε ησχολούμην εις τας ξένας γλώσσας.
Μικρός εζωγράφιζα αγίους, είτα έγραφα στίχους, καί εδοκίμαζα να συντάξω κωμωδίας. Τώ 1868 επεχείρησα να γράψω μυθιστόρημα. Τώ 1879 εδημοσιεύθη «Η Μετανάστις» έργον μου εις το περιοδικόν «Σωτήρα». Τώ 1882 εδημοσιεύθη «Οι έμποροι των εθνών» εις τώ «Μη χάνεσαι». Αργότερα έγραψα περί τα εκατόν διηγήματα, δημοσιευθέντα εις διάφορα περιοδικά καί εφημερίδας…» Ο Άγιος των γραμμάτων, ο κοσμοκαλόγερος της λογοτεχνίας, ο ιερός λόγος της υψηλής τέχνης της γραφής, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης!

«…Σ’ αυτή την εποχή που βρεθήκαμε, να σε χαρώ Μεγάλο κεσάτι, μεγάλη δυστυχία στον κόσμο! Ο παράς, δεν ξέρω πού πάει και χώνεται, και δε βγαίνει στο μεϊντάνι …»

Η ζωή του, ούτε εκείνη του αναγνωρισμένου λόγιου υπήρξε, ούτε εύκολη έγινε ποτέ. Σαν καλλιτέχνης ενός καιρού τραγικού ακολούθησε την πορεία της νεότερης Ελλάδας, με πόνο, δουλειά, πικρία, πίστη και μια τόσο περίεργη αίσθηση του χιούμορ, όλο λεπτή ειρωνεία και έναν τρυφερό σαρκασμό, λέω αυθαίρετα, αν μπορεί ποτέ να υπάρξει τέτοιο πράγμα! Έζησε μόνος του πάντα, σε μικροσκοπικές, στενάχωρες κάμαρες. Ηταν πάντα απένταρος, μη ικανός να συλλάβει την ίδια την έννοια του χρήματος, ενώ όποτε πληρώνονταν έδινε τα πάντα σε αγαθοεργίες, τόσο στην Αθήνα, όσο και στην πατρίδα του, την Σκιάθο, ενώ στέλνει πάντα λεφτά στις αδελφές και στην οικογένεια του στο νησί !

Δεν ήταν κοινωνικός και επουδενί κοσμικός, με τους πέτρινους δημοσιογράφους και λογίους που δούλευαν όπως αυτός σε περιοδικά και εφημερίδες της εποχής. Ανένταχτος πάντα, διαφορετικός, ντυμένος τόσο φτωχικά, σχεδόν σα ζητιάνος έβρισκε ευχαρίστηση να γραφεί, να μεταφράζει, να ψέλνει στην εκκλησιά του Αγίου Ελισσαίου ως δεξιός ψάλτης, να πίνει στο καπηλειό συνέχεια, στου Καρχιμάνη, όσο είχε λεφτά, αλλιώς έβαζε βερεσέ…

«…
Η πλουτοκρατία ήτο, είναι και θα είναι ο μόνιμος άρχων του κόσμου, ο διαρκής Αντίχριστος.
Αύτη γεννά την αδικίαν, αύτη τρέφει την κακουργίαν, αύτη φθείρη σώματα και ψυχάς…».

Ήταν το τέταρτο παιδί του ζεύγους Αδαμαντίου και Γκιουλιώς Εμμανουήλ.
Ο πατέρας ήταν παπάς και έτσι έγινε το «Παπαδιαμάντης».
Παιδί στο νησί του, ήταν ευτυχισμένος. Σε εκείνη την εποχή, στο νησί, το φως των παιδικών χρόνων γυρνάει πάντα στα κείμενα του κάποτε. Έμαθε στο σχολείο του νησιού, να γραφεί να διαβάζει, τις πρώτες αρχές των μαθηματικών.

Γράφουν οι βιογράφοι πως πιο πολύ απ’ τα γράμματα τότε, του άρεσε να ζωγραφίζει. Παίζει και εκείνος, παιδί σε ένα κομμάτι του χρόνου για πάντα, κυνηγητό και κρυφτό και πόλεμο με τον ξάδελφό του, τον συγγραφέα στο μέλλον Αλέξανδρο Μωραϊτίδη και τον Νικόλαο Διανέλλο ή μοναχό Νήφωνα αργότερα. Ο Διανέλλος είναι ο καλύτερος του φίλος.

Μαζί θα πάνε για προσκύνημα, περισυλλογή και δοκιμές ασκητισμού στο Άγιον Όρος. Κάποτε θα συγκατοικήσουν, ώσπου ο Διανέλλος, θα ερωτευτεί, θα παντρευτεί, θα φύγει…

«Τώρα όμως η πράγματι επικρατούσα θρησκεία είναι ο πλέον ακάθαρτος και κτηνώδης υλισμός.
Μόνον κατά πρόσχημα είναι η χριστιανοσύνη
».

Ο πατέρας, στέλνει τον Αλέξανδρο στην Αθήνα για να σπουδάσει Θεολογία, αλλά αυτός, κρυφά, θα γραφτεί στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Θα απογοητευθεί από το αποστειρωμένο περιβάλλον και την στείρα προσέγγιση της γνώσης. Τα παρατάει. Μαθαίνει μόνος του αγγλικά και γαλλικά σε άριστο επίπεδο. Κάνει μαθήματα για να μπορέσει ίσα ισα να αντέχει. Ο εκδότης της «Ακρόπολης» Βλάσης Γαβριηλίδης θα τον πείσει να δημοσιεύσει το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο «Η μετανάστις» στην εφημερίδα «Νεολόγος» Κωνσταντινουπόλεως. Μετά θα γράφει για πάντα ιστορίες μεταξωτές, όλο πόνο, αλήθεια, εικόνες, χαρακτήρες, ανθρώπους ζωντανεμένους αλλά ποτέ δε θα τις δει σε βιβλίο! Τι τραγικά ειρωνικό, ε!

«… Για ν’ αποκτήση κανείς γρόσια, άλλος τρόπος δεν είναι, πρέπη νάχει μεγάλη τύχη, να εύρη στραβόν κόσμο, και να είναι αυτός μ’ ένα μάτι, δεν του χρειάζονται δύο. Πρέπει να φάη σπίτια, να καταπιή χωράφια, να βουλιάξη καράβια, με τριανταέξ τα εκατό θαλασσοδάνεια, το διάφορο κεφάλι…»

«Υπήρξε άγιος ο Παπαδιαμάντης, όχι μοναχά γιατί ήτανε θρήσκος και το έργο του γεμάτο χριστιανική μυστικοπάθεια, παρά και γιατί πέρασε μια μαρτυρική ζωή όλο στερήσεις και φτώχειες, χωρίς να βγει από τον ίσο δρόμο της αρετής και χωρίς να κατεβεί ούτ’ ένα σκαλί από ό,τι καλούμε πνευματική αξιοπρέπεια»
(Κ. Βάρναλης).

Για να βγάλει μεροκάματο, χωρίς να αποκοπεί εντελώς από την πνευματική ζωή της εποχής του, ακολουθεί τη δημοσιογραφία. Η πρώτη του δημοσίευση ωστόσο ως λογοτέχνης ήταν το 1879 με το ρομαντικό μυθιστόρημα «η μετανάστις» που δημοσιεύθηκε σε συνέχειες στην εφημερίδα «Νεολόγος» της Κωνσταντινούπολης με τα αρχικά του.

Πήρε αντιδραστική θέση στο κίνημα του Ψυχάρη.
Συμπαθούσε όμως το δημοτικισμό. Το 1905 έγραψε την «Αποσώστρα» στη δημοτική και τον κατηγόρησαν ότι πήρε ρούβλια. Έτσι σταμάτησε. «Συνήθισα, είπε μια μέρα στο Σημηριώτη, και τώρα πια είναι αργά».
ΣΣ |> Πρόκειται για το μοναδικό δημοσιευμένο διήγημα του Αλ. Παπαδιαμάντη στον «Νουμά», το εμβληματικό περιοδικό των δημοτικιστών.
Βρίσκεται στο τεύχος 147, του 3ου τόμου με αναγραφόμενη ημερομηνία δημοσίευσης 8 Μαΐου 1905.
«Η Αποσώστρα» διακρίνεται για τον λυρισμό και το πάθος του συγγραφέα και ανήκει – σύμφωνα με τους κριτικούς στην τέταρτη και τελευταία περίοδο – στην ρεαλιστική – κοινωνική, που χαρακτηρίζεται ως η εποχή των μεγάλων δημιουργιών του.
Ιδιότυπη αλλά ιδιαίτερα γοητευτική είναι η γλώσσα του, κράμα καθαρεύουσας και δημοτικής.
Σκιαγραφείται μια ηρωίδα της καθημερινής ζωής που αποσώνει (η αποσώστρα)- τελειώνει με τα λόγια της, κάτι που θέλει να πει ή να σχολιάσει, για τους υπόλοιπους ήρωες του διηγήματος.

Και ανερριχήθην πάλιν σιγά-σιγά προς τα επάνω και εις την κορυφήν του βράχου, καλυπτόμενος όπισθεν των θάμνων· έκυψα να ίδω την κολυμβώσαν νεάνιδα.
Ήτο απόλαυσις, όνειρον, θαύμα.
[…]
Έβλεπα την αμαυράν και όμως χρυσίζουσαν αμυδρώς κόμην της, τον τράχηλόν της τον εύγραμμον, τας λευκάς ως γάλα ωμοπλάτας, τους βραχίονας τους τορνευτούς, όλα συγχεόμενα, μελιχρά και ονειρώδη εις το φέγγος της σελήνης.
Διέβλεπα την οσφύν της την ευλύγιστον, τα ισχία της, τας κνήμας, τους πόδας της, μεταξύ σκιάς και φωτός, βαπτιζόμενα εις το κύμα.
Εμάντευα το στέρνον της, τους κόλπους της, γλαφυρούς, προέχοντας, δεχομένους όλας τας αύρας, τας ριπάς και της θαλάσσης το θείον άρωμα.
Ήτον πνοή, ίνδαλμα αφάνταστον, όνειρον επιπλέον εις το κύμα· ήτον νηρηίς, νύμφη, σειρήν, πλέουσα, ως πλέει ναυς μαγική, η ναυς των ονείρων…
                «Όνειρο στο κύμα», 1900. Άπαντα, Γ΄.
Εκδόσεις Δόμος, 1989. 267-268

Προς την μητέρα μου (Aλέξανδρος Παπαδιαμάντης -1873)

Μάννα μου, ἐγώ ᾽μαι τ᾽ ἄμοιρο, τὸ σκοτεινὸ τρυγόνι
ὁποὺ τὸ δέρνει ὁ ἄνεμος, βροχὴ ποὺ τὸ πληγώνει.
Τὸ δόλιο! ὅπου κι ἂν στραφεῖ κι ἀπ᾽ ὅπου κι ἂν περάσει,
δὲ βρίσκει πέτρα νὰ σταθεῖ κλωνάρι νὰ πλαγιάσει.

Ἐγὼ βαρκούλα μοναχή, βαρκούλ᾽ ἀποδαρμένη
μέσα σὲ πέλαγο ἀνοιχτό, σὲ θάλασσ᾽ ἀφρισμένη,
παλαίβω μὲ τὰ κύματα χωρὶς πανί, τιμόνι
κι ἄλλη δὲν ἔχω ἄγκουρα πλὴν τὴν εὐχή σου μόνη.

Στὴν ἀγκαλιά σου τὴ γλυκειά, μανούλα μου, ν᾽ ἀράξω
μὲς στὸ βαθὺ τὸ πέλαγο αὐτὸ πριχοῦ βουλιάξω.

Μανούλα μου, ἤθελα νὰ πάω, νὰ φύγω, νὰ μισέψω
τοῦ ριζικοῦ μου ἀπὸ μακρυὰ τὴ θύρα ν᾽ ἀγναντέψω.
Στὸ θλιβερὸ βασίλειο τῆς Μοίρας νὰ πατήσω
κι ἐκεῖ νὰ βρῶ τὴ μοίρα μου καὶ νὰ τὴν ἐρωτήσω.

Νὰ τῆς εἰπῶ: εἶναι πολλά, σκληρὰ τὰ βασανά μου
ὡσὰν τὸ δίχτυ ποὺ σφαλνᾶ θάλασσα, φύκια κι ἄμμο
εἶναι κι ἡ τύχη μου σκληρή, σὰν τὴv ψυχὴ τὴ µαύρη
π᾽ ἀρνήθηκε τὴν Παναγιὰ κι ὁ πόλεος δὲν θά ᾽βρει.

Κι ἐκείνη μ᾽ ἀποκρίθηκε κι ἐκείνη ἀπελογήθη:
Ἦτον ἀνήλιαστη, ἄτυχε, ἡ μέρα ποὺ γεννήθης
ἄλλοι ἐπῆραν τὸν ἀνθὸ καὶ σὺ τὴ ρίζα πῆρες
ὄντας σὲ ἒπλασ᾽ ὁ Θεὸς δὲν εἶχε ἄλλες μοῖρες.

Δείτε επίσης

Επιμέλεια Γιάννης Παπαγιάννης

Ετικέτες:

Δείτε ακόμα...