Στο θέμα της γεωργικής εκπαίδευσης αναφέρθηκε η Διαμάντω Μανωλάκου, βουλευτής του ΚΚΕ, μιλώντας την Πέμπτη στη Διακομματική Κοινοβουλευτική Επιτροπή για τον πρωτογενή τομέα, στην οποία μίλησε ο Εμμανουήλ Αγρόδημος, επιχειρησιακός διευθυντής της Αμερικανικής Γεωργικής Σχολής Θεσσαλονίκης με θέμα «πώς το παράδειγμα της Αμερικανικής Γεωργικής Σχολής Θεσσαλονίκης μπορεί να βρει καθολική εφαρμογή».
Η βουλευτής του ΚΚΕ σχολιάζοντας το θέμα της ενημέρωσης, τόνισε ότι αν όλες οι κυβερνήσεις στη χώρα μας, αποφάσιζαν να χρηματοδοτήσουν επαρκώς τη γεωργική εκπαίδευση, δεν θα ψάχναμε για πρότυπα, θα στήριζαν τις δημόσιες σχολές και δεν θα τις είχαν αφήσει να ρημάξουν.
Υπογράμμισε ότι μπορεί η κυβέρνηση μπορεί να μιλά για αναβάθμιση, αλλά η κατάσταση στις δημόσιες σχολές είναι τραγική: χωρίς εργαστήρια, χωρίς σύγχρονες υποδομές, με εκπαιδευτές που δουλεύουν με το σταγονόμετρο και με προγράμματα σπουδών που απέχουν πολύ από τις ανάγκες της υπαίθρου.
«Αντί το κράτος να τις χρηματοδοτήσει, προωθεί την ιδιωτικοποίηση της γνώσης», επισήμανε χαρακτηριστικά.
Συνέχισε λέγοντας πως οι σχολές του ΕΛΓΟ «Δήμητρα» στη Λάρισα, τα Γιάννενα, την Κρήτη θα μπορούσαν να είναι η ραχοκοκκαλιά της γεωργικής εκπαίδευσης. Κι όμως η εικόνα τους είναι τραγική: υποστελέχωση, καθώς το επιστημονικό και τεχνικό προσωπικό που συνταξιοδοτείται δεν αντικαθίσταται, εγκατάλειψη υποδομών, κτίρια που ρημάζουν, εργαστήρια και εξοπλισμός της δεκαετίας του ’80, αγροκτήματα που θα μπορούσαν να είναι πρότυπα έρευνας καταλήγουν ν’ απαξιώνονται. Κατήγγειλε την υποχρηματοδότηση από όλες τις κυβερνήσεις που τελικά αναγκάζουν αυτές τις σχολές να λειτουργούν με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια αντί να είναι ο κεντρικός πυλώνας δημόσιας έρευνας και εκπαίδευσης.
Η Δ. Μανωλάκου σημείωσε ακόμα ότι η κυβέρνηση τονίζει την ανάγκη της καθολικής εφαρμογής μοντέλων που βαφτίζονται καινοτόμα, πίσω όμως από τις λέξεις εντυπωσιασμού, κρύβεται μια σκληρή πραγματικότητα: η μετατροπή της επιστημονικής γνώσης από κοινωνικό αγαθό σε ακριβοπληρωμένο εμπόρευμα και μέσο μόνιμου εγκλωβισμού. «Αντί να έχουμε γεωπόνους κρατικών υπηρεσιών, που θα στέκονται στο πλευρό του αγρότη με δωρεάν συμβουλές και καθοδήγηση, οι συμβουλές περιορίζονται στο πώς να συμμορφώνεται ο αγρότης με τις καταστροφικές κατευθύνσεις της ΚΑΠ».
«Η κυβερνητική πολιτική είναι ευθυγραμμισμένη με τις κατευθύνσεις της ΕΕ, επιβάλλει στον παραγωγό πώς να πιστοποιηθεί, τον βάζει σε μία ατελείωτη γραφειοκρατία ψηφιακών δεδομένων και συνεχών πληρωμών», τόνισε και συνέχισε λέγοντας πως «η επιστημονική στήριξη και εκπαίδευση δεν είναι ατομική ευθύνη, δεν μπορεί ο αγρότης να ψάχνει μόνος του στο διαδίκτυο ή να πληρώνει από την τσέπη του για μια συμβουλή που θα έπρεπε να του δίνει το κράτος, με κρατικές υπηρεσίες στελεχωμένες με γεωτεχνικούς, γεωπόνους, κτηνιάτρους για να καθοδηγούν την καλλιέργεια και την κτηνοτροφία, με γνώμονα την αύξηση της παραγωγής και τη μείωση του κόστους και όχι την εξυπηρέτηση των προαπαιτούμενων της ΕΕ».
Καταλήγοντας τόνισε πως «ο πραγματικός κόφτης στη διάχυση της γνώσης είναι ο παράγοντας κέρδος, όσο η γνώση ελέγχεται από τα μονοπώλια θα είναι προνόμιο για τους λίγους και εργαλείο ξεκληρίσματος για τους πολλούς».
Ξεκινώντας την τοποθέτησή της, εξάλλου, έθεσε ερωτήματα όπως: «πώς θα ήταν δυνατόν το μοντέλο της αμερικανικής σχολής να γίνει προσβάσιμο στην πλειοψηφία των αγροτικών οικογενειών που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα για δίδακτρα και σεμινάρια», «ποια είναι η κατάσταση των δημόσιων σχολών του ΕΛΓΟ “Δήμητρα” και πώς θα μπορούσαν να ενισχυθούν κρατώντας το δημόσιο δωρεάν χαρακτήρα τους», «πώς η καινοτομία θα φθάσει στον μικρό κλήρο και όχι μόνο στη μεγάλη ιδιοκτησία», καθώς σήμερα η τεχνολογία μετατρέπεται σε εργαλείο αναδιάρθρωσης της παραγωγής που πετάει κόσμο εκτός επαγγέλματος.



