Διεθνούπολη: Μεγάλο το ενδιαφέρον στη συζήτηση για τον ισπανικό εμφύλιο

Με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον παρακολούθησαν οι επισκέπτες του Φεστιβάλ τη συζήτηση για «90 χρόνια από την έναρξη του Ισπανικού Εμφυλίου: Ο αγώνας του ισπανικού λαού, ο προλεταριακός διεθνισμός και σύγχρονα συμπεράσματα για την πάλη μας σήμερα», μια στιγμή της Ιστορίας που συνεχίζει να αποτελεί πεδίο σημαντικών ερευνών και οξύτατων ιδεολογικών πολιτικών αντιπαραθέσεων. Ο χώρος της Διεθνούπολης γέμισε ασφυκτικά το απόγευμα της Παρασκευής με ανθρώπους όλων των ηλικιών, ενώ μετά τις ομιλίες ακολούθησε συζήτηση.

Στη συνέχεια ανέβηκε στη σκηνή η Banda de la juventud και έπαιξε αγωνιστικά ισπανικά τραγούδια.

«Στις μέρες μας ο ισπανικός εμφύλιος χρησιμοποιείται από αστικές και οπορτουνιστικές δυνάμεις, άλλοτε για να συκοφαντηθεί το Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα και κατ’ αντανάκλαση να χτυπηθεί το ΚΚΕ και άλλοτε προκειμένου να προβληθεί η ανάγκη ενός νέου αντιφασιστικού μετώπου ως μόνου αντίπαλου δέους στην “επελαύνουσα” στην Ευρώπη ακροδεξιά», τόνισε ο Κώστας Σκολαρίκος, μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ και υπεύθυνος του Τμήματος Ιστορίας της Κεντρικής Επιτροπής.

Όπως τόνισε, η σύνθετη ιστορία του Ισπανικού Εμφυλίου προσφέρει πολλά διδάγματα αν μελετηθεί ολόπλευρα, σε βάθος και με ταξική οπτική. Κάνοντας μια αναφορά στις σημαντικότερες ιδιομορφίες της ισπανικής καπιταλιστικής εξουσίας και στον τρόπο εδραίωσής της και παραθέτοντας γεγονότα και πλευρές της ταξικής πάλης από τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο μέχρι το πραξικόπημα του Φράνκο και την ήττα των λαϊκών δυνάμεων το 1939, ανέδειξε σταθμούς και συμπεράσματα του Ισπανικού Εμφυλίου και του ιμπεριαλιστικού πολέμου.

Η συγκρότηση κυβέρνησης Λαϊκού Μετώπου

Στη βάση της στρατηγικής που επικυρώθηκε στο 7ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, το ΚΚ Ισπανίας κάλεσε σε συγκρότηση λαϊκού αντιφασιστικού μετώπου με τη σοσιαλδημοκρατία και τον Γενάρη του 1936 «ανακοινώθηκε η συγκρότηση του Λαϊκού Μετώπου, στο οποίο πέρα από τους κομμουνιστές και τους σοσιαλδημοκράτες, συμμετείχαν άλλες αστικές πολιτικές δυνάμεις, αυτονομιστικά κόμματα από την Καταλονία και τη Γαλικία, το τροτσκιστικών επιρροών POUM, ενώ το στήριζαν και οι αναρχοσυνδικαλιστές της CNT.

Στις διπλές εκλογές του Φλεβάρη και του Μάρτη το Λαϊκό Μέτωπο κέρδισε οριακά την πλειοψηφία, σε ένα εκλογικό αποτέλεσμα που αντανακλούσε τη διχοτόμηση της αστικής τάξης. Λίγες χιλιάδες ψήφους λιγότερες συγκέντρωσε το Εθνικό Μέτωπο, ενώ η φασιστική Φάλαγγα έλαβε μόλις 44.000 ψήφους».

Πάντως η κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου «δεν προχώρησε ως το ξέσπασμα του εμφυλίου ούτε καν στις ριζικές μεταρρυθμίσεις που είχε υποσχεθεί, όπως σε αναδιανομή της γης» αλλά και όταν ο Φράνκο ανακοίνωσε από τα μαροκινά εδάφη τη συγκρότηση κυβέρνησης, οι αστικές δυνάμεις του Μετώπου «εισακούοντας τις εκκλήσεις της Μ. Βρετανίας και της Γαλλίας, καθησύχασαν την κοινή γνώμη και λογόκριναν τις εφημερίδες που μιλούσαν για πραξικόπημα».

«Στον αντίποδα, κομβική αναδείχτηκε η δράση του ΚΚ Ισπανίας στο εσωτερικό του στρατεύματος, προκειμένου μια σειρά από στρατιωτικές μονάδες να μην περάσουν με το μέρος των πραξικοπηματιών».

Συγκλονιστική η αυτενέργεια των εργατικών λαϊκών δυνάμεων

«Συγκλονιστική ήταν η αυτενέργεια των εργατικών λαϊκών δυνάμεων. Στη Μαδρίτη στήθηκαν οδοφράγματα και συγκροτήθηκε εργατική πολιτοφυλακή, στη Βαρκελώνη εργάτες κατέλαβαν τα στρατόπεδα και όταν η τοπική κυβέρνηση αρνήθηκε να τους εξοπλίσει εισέβαλαν σε καταστήματα όλων και σε αποθήκες οικοδομικών υλικών προκειμένου να προμηθευτούν όπλα και δυναμίτη. 5.000 ανθρακωρύχοι από την Αστουρία συγκρότησαν τάγμα δυναμιτιστών και κατευθύνθηκαν εξοπλισμένοι με φουρνέλα για να υπερασπιστούν τη Μαδρίτη. Στη Βαλένθια, οι εργάτες επιτέθηκαν στα στρατόπεδα με πέτρες και μαχαίρια. Στη Μάλαγα, οι άοπλοι εργάτες κύκλωσαν το λιμάνι και επιχείρησαν να κάψουν με γκαζολίνη στρατιωτικά πλοία που πέρασαν με το μέρος των πραξικοπηματιών».

«Ταυτόχρονα, άρχισαν να εμφανίζονται λαογέννητοι θεσμοί οργάνωσης της ένοπλης εργατικής-λαϊκής πάλης» και «άλλοι θεσμοί που υποκατέστησαν μηχανισμούς του καπιταλιστικού κράτους, από την εκπαίδευση έως τη δικαιοσύνη και από την οργάνωση της Άμυνας έως την οργάνωση της παραγωγής».

Όμως «δεν αποκόπηκαν ποτέ από τις εντολές της αστικής κυβέρνησης, ακριβώς επειδή οι πολιτικοί φορείς που τους καθοδηγούσαν δεν διέθεταν επαναστατική στρατηγική. Η λειτουργία τους δεν στρεφόταν εναντίον του καπιταλιστικού κράτους, αλλά προσπαθούσε να αποκαταστήσει τις λειτουργίες του».

Η στάση των οπορτουνιστών και των αναρχοσυνδικαλιστών

«Παρά τις διαφοροποιήσεις στη ρητορική και κόντρα σε ιστοριογραφικά μυθεύματα, δεν ήταν διαφορετική η στάση των οπορτουνιστικών δυνάμεων που συμμετείχαν ή στήριζαν την κυβέρνηση Λαϊκού Μετώπου.

Ενδεικτικά, οι αναρχοσυνδικαλιστές της CNT συμμετείχαν μαζί με εκπροσώπους του βιομηχανικού και του χρηματιστηριακού κεφαλαίου στην τοπική βασκική κυβέρνηση. Το ίδιο έκανε το POUM στη Βαλένθια, ενώ από κοινού CNT και POUM συμμετείχαν στην τοπική καταλανική κυβέρνηση που αφόπλισε τις εργατικές οργανώσεις από τα μακρύκανα όπλα και διέλυσε την Κεντρική Επιτροπή των Αντιφασιστικών Πολιτοφυλακών.

Ακόμα και τις μέρες του Μάη του 1937 στη Βαρκελώνη, οπότε η αντιπαράθεση ανάμεσα στο Ενοποιημένο Σοσιαλιστικό Κόμμα Καταλονίας και μαχητές της CNT και του POUM εκδηλώθηκε σε ανοιχτή στρατιωτική σύγκρουση, το διακύβευμα δεν αφορούσε την υποστήριξη της αστικής ή της σοσιαλιστικής δημοκρατίας, αλλά την υπερίσχυση της κεντρικής ή της τοπικής αστικής κυβέρνησης».

«Μάλιστα, οι αστικές δυνάμεις επιχειρούσαν να εκμεταλλευτούν τις όποιες διαφοροποιήσεις ανάμεσα στο ΚΚ Ισπανίας και οπορτουνιστικές δυνάμεις προκειμένου να ενισχύσουν τη θέση τους και να αποδυναμώσουν τον εργατικό-λαϊκό παράγοντα».

Η στάση απέναντι στον Φράνκο

«Συνολικότερα, οι αστικές δυνάμεις που συμμετείχαν στην κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου εξαρτούσαν την αντιπαράθεση τους με το Φράνκο από τη στάση των διεθνών τους συμμάχων και κυρίως της Μ. Βρετανίας και της Γαλλίας», σε μια περίοδο που «επιδίωκαν να στρέψουν τις ιμπεριαλιστικές βλέψεις του φασιστικού Αξονα εναντίον της νεαρής σοβιετικής εξουσίας».

«Διπλό παιχνίδι έπαιζαν και στην Ισπανία (…) Μ. Βρετανία και Γαλλία υιοθέτησαν τη λεγόμενη πολιτική της μη επέμβασης, στην οποία συνηγόρησαν και οι ΗΠΑ, γεγονός που οδήγησε στην απαγόρευση εξαγωγής πολεμικού υλικού στην Ισπανία», ενώ «τα αμερικανικά μονοπώλια τροφοδοτούσαν τον Φράνκο με καύσιμα και φορτηγά και η φασιστική Ιταλία, η ναζιστική Γερμανία, η δικτατορία της Πορτογαλίας με έμψυχο δυναμικό και πολεμικό υλικό».

«Μοναδικό διεθνές αντίβαρο αναδείχτηκε η Σοβιετική Ενωση που απέστειλε όχι μόνο σημαντικό στρατιωτικό υλικό, αλλά και στρατιωτικούς συμβούλους για να ενισχύσουν την πάλη του Δημοκρατικού Στρατού της Ισπανίας. Σημαντική ήταν η στήριξη που δόθηκε στον μαχόμενο ισπανικό λαό από τους κομμουνιστές και τους άλλους ριζοσπάστες αγωνιστές, που αποδεικνύοντας έμπρακτα τον προλεταριακό διεθνισμό τους, εντάχθηκαν στις Διεθνείς Ταξιαρχίες. Πάνω από 150 σοβιετικοί εθελοντές και 5.000 μαχητές των Διεθνών Ταξιαρχιών έπεσαν μαχόμενοι στη διάρκεια του ισπανικού εμφυλίου».

Ουσιαστική αντιφασιστική πάλη είναι η αντικαπιταλιστική πάλη

Στα βασικά συμπεράσματα ο Κ. Σκολαρίκος σημείωσε μεταξύ άλλων: «Δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική αντιφασιστική πάλη, που δε θα στρέφεται ενάντια στην καπιταλιστική εξουσία που γεννά και θρέφει το φασισμό. Αυτό αποδεικνύει και η εμπειρία του ισπανικού εμφυλίου», όπου «το βάρος της αντιφασιστικής πάλης σήκωσαν οι εργατικές-λαϊκές δυνάμεις».

«Την ίδια ώρα οι λεγόμενες αντιφασιστικές αστικές δυνάμεις ήταν περισσότερο επιφυλακτικές απέναντι στην αυτοτελή δράση του μαζικά οργανωμένου και εξοπλισμένου λαού, απ’ ότι απέναντι στη στάση των αντίπαλων καπιταλιστών. Με τους τελευταίους διατηρούσαν κανάλια επικοινωνίας και ήταν πρόθυμοι για ένα συμβιβασμό»

Ολα αυτά «καταδεικνύουν και ότι δεν μπορεί να υπάρξει μια εξουσία ενδιάμεση της καπιταλιστικής και της σοσιαλιστικής, όσες φορές όπως έλεγε και ο Μαρξ και αν αποπειραθούμε να συνδυάσουμε τη λέξη λαός με τη λέξη κράτος».

«Ολόκληρη η ιστορία του Ισπανικού Εμφυλίου και της ταξικής πάλης στον 20ο αιώνα δείχνει ότι μόνο η πάλη για το σοσιαλισμό-κομμουνισμό μπορεί να απεμπλέξει τις εργατικές-λαϊκές δυνάμεις από τις οδυνηρές συνέπειες ενός γερασμένου κοινωνικού-οικονομικού σύστηματος που παράγει μόνο οικονομικές κρίσεις και πολέμους, λουτρά αίματος, φτώχεια και προσφυγιά» και αυτό είναι το «άμεσο πολιτικό καθήκον σε έναν κόσμο που φλέγεται».

«Στρέφουμε το βλέμμα στους μαχητές, για το μέλλον που προσπάθησαν να χτίσουν»

«Καθώς στρέφουμε το βλέμμα μας προς εκείνους τους μαχητές πριν από 90 χρόνια, στρέφουμε επίσης το βλέμμα μας προς το μέλλον που προσπάθησαν να χτίσουν και το οποίο εμείς πρέπει να συνεχίσουμε στην εποχή μας».

Με αυτά τα λόγια ο εκπρόσωπος των Κολλεκτίβων Νέων Κομμουνιστών Ισπανίας, Αντρές Σάντσεθ, τόνισε πως η αναδρομή στον ισπανικό εμφύλιο δεν πρέπει να περιορίζεται στην ανάμνηση όσων πολέμησαν ενάντια στον φασισμό, αλλά πρέπει να χρησιμεύσει για πολιτική ανάλυση και συμπεράσματα.

Όπως τόνισε, «οι Ισπανοί κομμουνιστές επέδειξαν τεράστια ικανότητα οργάνωσης, κινητοποίησης και έδωσαν μεγάλες θυσίες κατά τη διάρκεια του πολέμου. Το ΚΚ Ισπανίας κατάφερε να αναπτυχθεί από μερικές χιλιάδες μέλη σε πάνω από 300.000, ενώ χιλιάδες από τα μέλη του συμμετείχαν στα κύρια μέτωπα των μαχών».

Κύρια συνεισφορά του ήταν «η μετατροπή των πολιτοφυλακών σε Λαϊκό Στρατό με κεντρική δομή και ενοποιημένη διοίκηση», όπως «στην περίπτωση του Πέμπτου Συντάγματος, το οποίο αποτελούταν σε μεγάλο βαθμό από μέλη του ΚΚ Ισπανίας, όπως και των Ενωμένων Σοσιαλιστικών Νεολαίων, που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο κατά την πρώτη άμυνα της Μαδρίτης και το οποία στη συνέχεια εντάχθηκαν στον Λαϊκό Στρατό».

«Οι κομμουνιστές συμμετείχαν επίσης στην κινητοποίηση των σωματικών και πνευματικών δυνάμεων των μαζών, με εκστρατείες αλφαβητισμού, πολιτιστικής κατάρτισης και στρατιωτικής εκπαίδευσης, δημιουργώντας εργατικά ιδρύματα και εκπαιδευτικά συστήματα και συμβάλλοντας στην προστασία των παιδιών μέσω των παιδικών κατασκηνώσεων. Ο αγώνας κατά του φασισμού δεν εξελίχθηκε μόνο στο μέτωπο, αλλά ενέπλεξε ευρύτερα τμήματα του εργατικού πληθυσμού σε διάφορους τομείς της κοινωνικής ζωής».

«Και εδώ εμφανίζεται η θεμελιώδης αντίφαση που πρέπει να μελετήσουμε: Η τεράστια οργανωτική και στρατιωτική ικανότητα που ανέπτυξαν οι κομμουνιστές δεν συνοδεύτηκε από μια κατάλληλη στρατηγική στο ζήτημα ποια τάξη έπρεπε να καθοδηγήσει πολιτικά τη διαδικασία».

Στην Ισπανία αυτή η κατεύθυνση της ΚΔ «συγκεκριμενοποιήθηκε με τη δημιουργία του Λαϊκού Μετώπου το 1936 και καθόρισε σε μεγάλο βαθμό την πολιτική δράση του ΚΚ Ισπανίας κατά τη διάρκεια του πολέμου. Η υπεράσπιση της Δημοκρατίας μετατράπηκε σταδιακά σε κύρια πολιτική προτεραιότητα, ενώ το ζήτημα ποια τάξη έπρεπε να ασκεί την εξουσία υποτάχθηκε στην ανάγκη διατήρησης της αντιφασιστικής ενότητας».

«Το ζήτημα αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν λάβουμε υπόψη την κατάσταση που είχε δημιουργηθεί τον Ιούλη του 1936. Η αποτυχία του πραξικοπήματος σε μεγάλο μέρος του χώρας είχε προκαλέσει μια βαθιά κρίση του κρατικού μηχανισμού και είχε επιτρέψει σε σημαντικά τμήματα της εργατικής τάξης να αναλάβουν πολιτικές, οικονομικές και στρατιωτικές λειτουργίες».

Ωστόσο,  όπως ανέδειξε εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε μια επαναστατική στρατηγική».

Δείτε ακόμα...