Στις αρχές της βδομάδας η πρόεδρος της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν ανακοίνωσε ότι στην άτυπη Σύνοδο της ΕΕ, στην Κύπρο στις 23 και 24 Απρίλη, θα συζητηθούν προτάσεις για μείωση του κόστους ενέργειας στην Ενωση, με δεδομένη την τεράστια αύξηση των τιμών από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν και μετά. Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι από την έναρξη του πολέμου «ο λογαριασμός μας για τις εισαγωγές ορυκτών καυσίμων έχει αυξηθεί πάνω από 22 δισ. ευρώ (…) Αυτό δείχνει τον τεράστιο αντίκτυπο που έχει αυτή η κρίση στην οικονομία μας».
Ιδιαίτερη αξία είχε και η αναφορά της στη σημασία «να υπάρχει ισχυρός συντονισμός μεταξύ των κρατών – μελών», όπως και η διαπίστωση που έκρινε αναγκαίο να ιεραρχήσει ότι «η ενότητα είναι η δύναμή μας». Τα προβλήματα που οι διεθνείς εξελίξεις στον ενεργειακό εφοδιασμό (και) της ΕΕ μεγαλώνουν για την ευρωπαϊκή οικονομία και η συζήτηση που φουντώνει για τις «καλύτερες δυνατές λύσεις» φέρνουν στην επιφάνεια διαφωνίες και αντιθέσεις που σιγοβράζουν εδώ και καιρό μεταξύ πολλών κρατών – μελών.
Καθόλου τυχαία, η φον ντερ Λάιεν αναφέρθηκε στη «συμπλήρωση των εγκαταστάσεων αποθήκευσης φυσικού αερίου των κρατών – μελών» και στην ανάγκη «να αποφευχθεί η ταυτόχρονη είσοδος πολλών κρατών – μελών στην αγορά, με αποτέλεσμα να ανταγωνίζονται μεταξύ τους». Επίσης μίλησε για την ανάγκη «να συντονίσουμε τις απελευθερώσεις αποθεμάτων πετρελαίου, για να επιτύχουμε το μεγαλύτερο δυνατό αποτέλεσμα αυτών των εκλύσεων», προσδοκώντας ταυτόχρονα ότι «θα διασφαλίσουμε πως τα μέτρα έκτακτης ανάγκης των κρατών – μελών δεν θα επηρεάσουν την ενιαία αγορά».
Την ίδια στιγμή, μεγάλη είναι η συζήτηση για (προσωρινές) μειώσεις ή και καταργήσεις κρατικών φόρων καυσίμων, κάτι που σε κάποιες χώρες έχει ήδη προχωρήσει (π.χ. Ισπανία, Ιταλία), καθώς τέτοιες κινήσεις μειώνοντας τα έσοδα στα κρατικά ταμεία μεγαλώνουν τον προβληματισμό για τη «δημοσιονομική πειθαρχία» των κρατών – μελών, αλλά και την «γκρίνια» για «ευνοϊκότερη μεταχείριση», «μη υγιή ανταγωνιστικότητα» κ.λπ. σε βάρος εταιρειών που εδρεύουν ή δραστηριοποιούνται σε κράτη – μέλη όπου τέτοια μέτρα δεν υλοποιούνται (τουλάχιστον όχι ακόμα).
Αμφισβητείται ανοιχτά το Σύμφωνο Σταθερότητας
Πιο χαρακτηριστικές είναι οι προεκτάσεις που δίνουν στις σχετικές τους τοποθετήσεις τα στελέχη της κυβέρνησης της Ιταλίας. Μετά την πρόσφατη δήλωση της πρωθυπουργού Τζόρτζια Μελόνι ότι «δεν πρέπει να είναι ταμπού η συζήτηση για μια ενδεχόμενη προσωρινή αναστολή του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης», και μάλιστα όχι ως «μια εξαίρεση για μεμονωμένα κράτη – μέλη, αλλά ένα γενικό μέτρο» για τις χώρες της Ενωσης, σειρά πήρε ο υπουργός Οικονομικών της χώρας.
Μιλώντας στο δίκτυο της «Rai» ο Τζανκάρλο Τζορτζέτι εμφάνισε ως ανάγκη μια προσωρινή αναστολή του Συμφώνου Σταθερότητας. «Ξέρουμε πως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απαντά ότι κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί μόνο αν υπάρξει σοβαρή οικονομική ύφεση. Φοβάμαι ότι αν η κατάσταση συνεχίσει να εξελίσσεται όπως συνέβη μέχρι σήμερα, ιδίως στον τομέα της Ενέργειας, η σοβαρή οικονομική ύφεση θα γίνει πραγματικότητα», είπε. Πριν μερικές μέρες, επίσης, μιλώντας στη Γερουσία υποστήριξε ότι «η παρατεταμένη κρίση θα απαιτήσει σοβαρή και εποικοδομητική εξέταση μιας πιθανής προσωρινής αναστολής του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης (…) Αν αυτό δεν συμβεί, θα πρέπει να εξετάσουμε σοβαρά μια ενιαία ευρωπαϊκή απάντηση, όπως έγινε κατά τη διάρκεια της πανδημίας, με έκτακτα μέτρα, συμπεριλαμβανομένης της πρότασης – την οποία έχω ήδη συζητήσει με ορισμένους Ευρωπαίους εταίρους – για επιβολή φόρου στα υπερκέρδη που δημιουργούνται στον τομέα λόγω της αύξησης των τιμών των καυσίμων και της Ενέργειας».
Τα παραπάνω διατυπώνονται ενώ σημάδια πιθανής ύφεσης εμφανίζονται όλο και περισσότερο για την ιταλική οικονομία. Το 2025 δεν επιτεύχθηκε η διατήρηση του ελλείμματος στο όριο του 3% που θέτουν οι Βρυξέλλες. Πριν κάποιες μέρες η Κεντρική Τράπεζα της Ιταλίας, εξαιτίας της μεγάλης αύξησης του κόστους της Ενέργειας, μείωσε τις προβλέψεις για το ΑΕΠ σε 0,5% για το 2026 και το 2027 (από 0,6% και 0,8% αντίστοιχα) και σε 0,8% για το 2028. Ο πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα σκαρφαλώσει στο 2,6% το 2026, από 1,4% που ήταν η προηγούμενη πρόβλεψη. Η Κεντρική Τράπεζα εκτιμά μάλιστα ότι αν ο πόλεμος συνεχιστεί, το 2026 η ανάπτυξη της Ιταλίας μπορεί να έχει και μηδενικούς ρυθμούς αύξησης, ο πληθωρισμός να αγγίξει το 4% και το 2027 το ΑΕΠ να καταγράψει μείωση 0,5%, σημειώνοντας και επίσημα ύφεση.
Από τη μεριά της η ιταλική Ενωση Βιομηχάνων, Confindustria, προβλέπει ότι αν ο πόλεμος στο Ιράν συνεχιστεί, η Ιταλία δεν αποκλείεται να βρεθεί σε θέση που μπορεί να υπαγορευτεί η ανάγκη απαγόρευσης αυτοκινήτων τις Κυριακές, όπως είχε γίνει τη δεκαετία του ’70. «Κινδυνεύουμε να ζήσουμε τη σοβαρότερη ενεργειακή κρίση της Ιστορίας. Χρειάζεται άμεση παρέμβαση, με έκτακτα μέτρα στήριξης», σημείωσε.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, την Τρίτη έκανε νέες δηλώσεις ο Ματέο Σαλβίνι, αντιπρόεδρος της ιταλικής κυβέρνησης και στενός συνεργάτης της Μελόνι, ο οποίος την περασμένη βδομάδα χαρακτήρισε το Σύμφωνο Σταθερότητας της ΕΕ «Σύμφωνο Βλακείας». «Η ΕΕ μάς καλεί να είμαστε αυστηροί, αλλά η κατάσταση είναι λεπτή», είπε. «Είτε οι Βρυξέλλες θα το συνειδητοποιήσουν, είτε εμείς θα κρούσουμε τον κώδωνα του κινδύνου», συνέχισε, για να προσθέσει: «Αν μπορούμε όλοι μαζί να παραιτηθούμε από το Σύμφωνο Σταθερότητας, καλώς. Διαφορετικά θα αναγκαστούμε να προχωρήσουμε μόνοι μας, και θα ήθελα να δω αν κάποιος θα κινήσει διαδικασία επί παραβάσει αν τολμήσουμε να βοηθήσουμε τις ιταλικές επιχειρήσεις και τις οικογένειες που παλεύουν με το αυξανόμενο κόστος της Ενέργειας».
Κατά τ’ άλλα, αναφέρθηκε στην «οικονομική κατάσταση» που «κινδυνεύει να γίνει όλο και πιο περίπλοκη για εκατομμύρια Ιταλούς»…
Ενδεικτική της συζήτησης που φουντώνει εντός Ιταλίας είναι και μια επισήμανση σε συζήτηση στο Βατικανό. Παρουσία του προέδρου της ιταλικής Γερουσίας Ινιάτσιο Λα Ρούσσα, η καθηγήτρια Μπεκάλι, αφού αναφέρθηκε στην ανάγκη «ανάκτησης της ανταγωνιστικότητας» ως «κύριου στυλοβάτη των ευρωπαϊκών πολιτικών», έκρινε σκόπιμο να τονίσει ότι «για να τα καταφέρει η Ευρώπη χρειάζεται μια νέα δυναμική και αλληλεγγύη, χάρη στην οποία μπορούν να διατηρηθούν η εμπιστοσύνη και η κοινωνική συνοχή».
Να σημειωθεί ότι στελέχη ιταλικών κολοσσών διατυπώνουν ανοιχτά και αμφιβολίες για την παύση αγορών ρωσικών υδρογονανθράκων, τουλάχιστον προς το παρόν. Μιλώντας σε εκδήλωση της «Λέγκα» ο Κλαούντιο Ντεσκάλτσιο, διευθύνων σύμβουλος του ενεργειακού ομίλου της «Eni», χαρακτήρισε «απαραίτητο να ανασταλεί η απαγόρευση που θα τεθεί σε ισχύ από 1η Γενάρη 2027 για την προμήθεια ρωσικού LNG» και διευκρίνισε: «Δεν προτείνω η απαγόρευση να εγκαταλειφθεί εντελώς, αλλά πρέπει να ανασταλεί ή να υλοποιηθεί πιο σταδιακά, ώστε να μην τιμωρηθεί επιπλέον ο βιομηχανικός τομέας, ο οποίος ήδη παλεύει με το υψηλό ενεργειακό κόστος».
«Μειωμένη γεωοικονομική ισχύς» και ορυκτά καύσιμα
Στο μεταξύ, την Πέμπτη ο Φατίχ Μπιρόλ, επικεφαλής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA), δήλωσε στο «Associated Press» ότι η Ευρώπη έχει «ίσως περίπου 6 βδομάδες καύσιμα αεροσκαφών», προειδοποιώντας για πιθανές ακυρώσεις πτήσεων «σύντομα» αν οι προμήθειες πετρελαίου παραμείνουν μπλοκαρισμένες από τον πόλεμο στο Ιράν. Μιλώντας για «τη μεγαλύτερη ενεργειακή κρίση που έχουμε αντιμετωπίσει ποτέ», είπε ότι «θα υπάρξουν σημαντικές επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία. Και όσο περισσότερο περνάει ο καιρός χωρίς λύση, τόσο χειρότερα θα είναι για την οικονομική ανάπτυξη και τον πληθωρισμό σε όλο τον κόσμο». «Η πρώτη γραμμή είναι οι ασιατικές χώρες», αλλά «στη συνέχεια θα έρθουν η Ευρώπη και η Αμερική», πρόσθεσε, υποστηρίζοντας ότι για την Ευρώπη «μπορώ να σας πω σύντομα ότι θα ακούσουμε την είδηση πως ορισμένες από τις πτήσεις από την πόλη Α προς την πόλη Β ενδέχεται να ακυρωθούν λόγω έλλειψης καυσίμων αεροσκαφών».
Σε αυτό το πλαίσιο διευρύνονται ήδη και οι διεργασίες για το «μείγμα Ενέργειας» στο οποίο πρέπει να στραφεί η ΕΕ.
Σύμφωνα με το Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων του «Economic Research» που έδωσε χτες στη δημοσιότητα η Alpha Bank, «για δεύτερη φορά μέσα σε πέντε χρόνια στην Ευρώπη ανακύπτει το πρόβλημα του επαρκούς εφοδιασμού Ενέργειας λόγω της δομικής της αδυναμίας σε αυτό το πεδίο». Μεταξύ άλλων σημειώνει ότι «η γεωοικονομική ισχύς της ηπείρου έχει διαβρωθεί λόγω της υπερβολικής εξάρτησης από το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και τα συναφή προϊόντα, όπως τα λιπάσματα, που διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ».
Στο ίδιο σημείωμα επισημαίνεται πως ανεξαρτήτως του πόσο θα διαρκέσει η «τρέχουσα» κρίση, «οι ευρωπαϊκές χώρες οφείλουν να σχεδιάσουν τη μείωση αυτής της εξάρτησής τους στο άμεσο μέλλον – όπως ξεκίνησαν να κάνουν στον τομέα της Αμυνας».
Στις επισημάνσεις που έκανε η επικεφαλής της Κομισιόν στις αρχές της εβδομάδας, άλλωστε, ανέφερε ότι «χρειαζόμαστε περισσότερα διαρθρωτικά μέτρα για να μειώσουμε τις τιμές της Ενέργειας (…) Το μεγαλύτερο κομμάτι είναι φυσικά η ίδια η πηγή Ενέργειας», κρίνοντας ότι «πρέπει να επιταχύνουμε τον εξηλεκτρισμό της οικονομίας μας, των βιομηχανικών μας δραστηριοτήτων, του τρόπου θέρμανσης των σπιτιών μας (…) εξηλεκτρισμός της Ευρώπης σημαίνει να γίνει η Ευρώπη πιο ανεξάρτητη. Αλλά αυτήν τη στιγμή υστερούμε στην ηλεκτροδότηση – είμαστε πίσω τόσο από την Κίνα όσο και από τις Ηνωμένες Πολιτείες».
Φυσικά, οι σχετικές επεξεργασίες δεν θα γίνουν σε κάθε χώρα με βάση τους διαθέσιμους φυσικούς πόρους που ο κάθε λαός θα μπορούσε να αξιοποιήσει για να διασφαλίσει φτηνή Ενέργεια. Προτεραιότητα θα δοθεί εκεί που θα «δείξει» η πλάστιγγα νέων επιχειρηματικών ανταγωνισμών που θα ξεσπάσουν μεταξύ ήδη καταξιωμένων ή ανερχόμενων επιχειρηματικών συμφερόντων.
Ηδη στις 15/4 η φον ντερ Λάιεν έλαβε επιστολή που υπογράφουν 34 επιχειρηματικές ενώσεις οι οποίες ζητούν άμεση επίσπευση «πακέτων» και «κινήτρων» για το «βιομηχανικό οικοσύστημα ενεργειακής απόδοσης». Αναφέροντας ότι «οι ενεργοβόρες βιομηχανίες απαιτούν στοχευμένες και μακροπρόθεσμες βιομηχανικές στρατηγικές», ισχυρίζονται πως «οι υπάρχουσες τεχνολογίες θα μπορούσαν ήδη να εξηλεκτρίσουν περίπου το 60% της βιομηχανικής ζήτησης θερμότητας σήμερα, ποσοστό που δυνητικά έως το 2035 θα μπορούσε να αυξηθεί μέχρι το 90% με αναδυόμενες λύσεις».
Πηγή: Ριζοσπάστης



