Εμπορευματοποίηση της γης και ολοκληρωμένη προστασία και διαχείριση των δασών δεν μπορούν να συναντηθούν πουθενά

Συνέντευξη με τον Αντώνη Ραλλάτο, μέλος του ΔΣ του Συλλόγου Δασολόγων, μέλος της ΚΕΟΕ του ΚΚΕ και επικεφαλής του Τμήματος Περιβάλλοντος της ΚΕ.

– Τις τελευταίες μέρες ακούμε ότι «αυτές οι πυρκαγιές υπερβαίνουν κάθε κρατικό μηχανισμό και δύναμη πυρόσβεσης». Είναι τελικά μοιραίο να καίγονται τα δάση, να καταστρέφονται περιουσίες, να κινδυνεύουν άνθρωποι;

– Όταν το αστικό κράτος και όλες διαχρονικά οι κυβερνήσεις (ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ, ΠΑΣΟΚ), ως αποτέλεσμα της αντίληψης κόστους – οφέλους, της πολιτικής εμπορευματοποίησης της γης γενικότερα και ειδικά της δασικής γης, αφήνουν τα δασικά οικοσυστήματα στην «τύχη» τους, είναι φυσικό να μην μπορούν να αντιμετωπίσουν τις δασικές πυρκαγιές στο ξεκίνημά τους.

Τη στιγμή μάλιστα που η επιστήμη, η τεχνολογία και η εμπειρία, όπως και σε άλλους τομείς, έχουν τη δυνατότητα να συμβάλουν.

Στην πράξη, η πολιτική όλων των μέχρι σήμερα κυβερνήσεων αντιμετωπίζει τα δάση και το περιβάλλον γενικότερα ως πηγή άντλησης πρώτων υλών, ως πεδίο – διέξοδο στις κερδοφόρες επιλογές των μονοπωλιακών ομίλων και ιδιαίτερα του κατασκευαστικού και τουριστικού κεφαλαίου. Γι’ αυτό δεν τους απασχολεί η ολοκληρωμένη διαχείριση και προστασία των δασών από όλους τους κινδύνους, συμπεριλαμβανομένων και των δασικών πυρκαγιών. Τους ενδιαφέρει μόνο ως εμπόρευμα.

Ένας σύγχρονος αντιπυρικός σχεδιασμός, με βάση τα επιστημονικά δεδομένα και με κύριο βάρος στην πρόληψη, στο πλαίσιο της ολοκληρωμένης διαχείρισης και προστασίας των δασών, περιλαμβάνει τις απαραίτητες υποδομές (δίκτυο δασικών δρόμων, υδατοδεξαμενών, κρουνών υδροληψίας, παρατηρητηρίων, πυροσβεστικών φωλεών, διασπορά των πυροσβεστικών δυνάμεων, περιπολίες κ.λπ. με κριτήριο την επικινδυνότητα της δασικής βλάστησης), άλλους δασοκομικούς χειρισμούς (καθαρισμοί, αραιώσεις, βελτίωση της σύνθεσης της δασικής βλάστησης), δημιουργία όπου χρειαστεί πρόσθετων μέτρων, όπως αντιπυρικές ζώνες σε συνδυασμό με δασικούς δρόμους κ.λπ., πιθανές θέσεις χρησιμοποίησης της μεθόδου του «αντιπυρός», κ.λπ.

Περιλαμβάνει δηλαδή ένα σύνολο μέτρων και το αναγκαίο επιστημονικό και ειδικευμένο δυναμικό – εδώ μιλάμε μόνο για τον αντιπυρικό σχεδιασμό και όχι συνολικά για την ολοκληρωμένη διαχείριση και την προστασία των δασών από τους άλλους κινδύνους – ανάλογα με τις ειδικές συνθήκες του κάθε δασικού συμπλέγματος, που εφαρμόζονται μέσα στο δάσος, ενιαία, χωρίς διαχωρισμό της πρόληψης από την πρώτη προσβολή και την κατάσβεση.

Ένας τέτοιος ολοκληρωμένος σχεδιασμός είναι έξω από τη λογική του αστικού κράτους και όλων των κυβερνήσεων, που υπηρετούν την πολιτική εμπορευματοποίησης της γης και αντιμετωπίζουν τη δασοπροστασία ως κόστος, μειώνοντας χρόνο με το χρόνο και τα σχετικά κονδύλια.

Επιπλέον, στη μάχη των δασικών πυρκαγιών στέλνονται και δυνάμεις που δεν έχουν γνώση των ειδικών συνθηκών (βλάστησης, εδαφοκλιματικών, αναγλύφου, δικτύων δασικών δρόμων κ.λπ.) του δασικού συμπλέγματος που καίγεται, της δυναμικής και της συμπεριφοράς των δασικών πυρκαγιών, που δεν έχουν καμιά σχέση με τις αστικές πυρκαγιές. Δυνάμεις και από άλλες περιοχές, που αντικειμενικά δεν μπορούν, παρά τις υπεράνθρωπες προσπάθειες και την πολυήμερη μάχη, να είναι αποτελεσματικές.

Πυρκαγιές πάντα θα υπάρχουν ως αποτέλεσμα φυσικών αιτίων ή ατυχημάτων, λόγω της μεσογειακής ζώνης όπου βρίσκεται η Ελλάδα και της φυσικής βλάστησης που είναι εγκατεστημένη και έχει κυριαρχήσει από τους νόμους της φύσης.

Όμως, στις σημερινές συνθήκες η καταστροφή περιουσιών και ο κίνδυνος για την ανθρωπινή ζωή είναι το αποτέλεσμα του καπιταλισμού που σαπίζει, στην Ελλάδα και σε όλες τις άλλες καπιταλιστικές χώρες, στις οποίες ξεσπούν δασικές πυρκαγιές, γιατί και σε αυτές κυριαρχεί η ίδια αντίληψη και η λογική του κέρδους, της εμπορευματοποίησης της γης, του κόστους – οφέλους, που εκφράζεται και με την εγκατάλειψη των δασών και των ορεινών χωριών.

Κρύβουν πολιτικές ευθύνες και επιχειρηματικά σχέδια πίσω από την κλιματική αλλαγή

– Στις «πρωτόγνωρες καιρικές συνθήκες» και στην «κλιματική αλλαγή» προστέθηκε τώρα ως αιτία της μεγάλης καταστροφής και το γεγονός ότι η Ελλάδα έχει μεγάλες πευκόφυτες εκτάσεις. Συζητιέται μάλιστα ότι στις αναδασώσεις θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν άλλα είδη δέντρων, λιγότερο εύφλεκτων. Πώς το σχολιάζετε;

– Οι καιρικές συνθήκες δεν ήταν πρωτόγνωρες. Η λεγόμενη κλιματική αλλαγή χρησιμοποιείται και ως το νέο πρόσχημα για τη δικαιολόγηση κάθε καταστροφής. Η αντιμετώπισή της επιδιώκεται να γίνει μέσω της «πράσινης» μετάβασης και του ευρωπαϊκού «green new deal» («ευρωπαϊκή πράσινη συμφωνία»), που αποτελεί τη νέα στρατηγική κερδοφόρα διέξοδο για το κεφάλαιο.

Ειδικά για τις φετινές πυρκαγιές στην Ελλάδα, κανένας σοβαρός επιστημονικός φορέας δεν έχει πει με συγκροτημένα επιχειρήματα ότι οι συγκεκριμένες πυρκαγιές είναι αποτέλεσμα της κλιματικής αλλαγής. Γίνεται μερικές φορές μόνο γενική επίκληση της κλιματικής αλλαγής και κυρίως στην προσπάθεια εργαλειοποίησης της επιστήμης, μέθοδος που είναι γνωστή και στον κορονοϊό, και στην Παιδεία, και στο Ασφαλιστικό, και στο Συνταξιοδοτικό.

Όμως, σε κάθε περίπτωση, το κράτος, με βάση τα αρνητικά σενάρια, θα έπρεπε να προετοιμάζεται. Να παίρνει όλα τα απαραίτητα μέτρα και να εξασφαλίζει τις προϋποθέσεις ελαχιστοποίησης και εξάλειψης των κινδύνων. Ούτε η εκατόμβη των νεκρών στο Μάτι ούτε η τεράστια καταστροφή του Πεντελικού δάσους, της Πάρνηθας άλλαξε στο παραμικρό την κυβερνητική πολιτική.

Για παράδειγμα, ποιος από τους κατοίκους στην Εύβοια είχε συμμετάσχει σε κάποια εκπαίδευση ή είχε ενημερωθεί για το ποιος είναι ο δρόμος διαφυγής σε περίπτωση πυρκαγιάς; Σε ποια χωριά είχε εξασφαλίσει η κυβέρνηση εφεδρικό αυτοτελές σύστημα λειτουργίας παροχής νερού ή τουλάχιστον αποθεμάτων νερού και ρεύματος σε περίπτωση διακοπής; Ποια ήταν η κατάσταση του οδικού δικτύου για διευκόλυνση της γρήγορης απομάκρυνσης; Γιατί δεν αξιοποιήθηκαν κάτοικοι να συμβάλουν στην κατάσβεση, με από πριν εκπαίδευση – χωρίς να υποκαθιστούν το αναγκαίο μόνιμο προσωπικό – αλλά το μόνο που ενδιέφερε την κυβέρνηση ήταν στην πολιτική αντιπαράθεση να φανεί ότι ήταν καλύτερη από την προηγούμενη, επειδή δεν χάθηκαν ζωές;

Η πολιτική ευθύνη της κυβέρνησης για τη μη διαχείριση και προστασία των δασών δεν μπορεί να μετατρέπεται σε επιστημονική αντιπαράθεση, για το ποια δασικά είδη είναι κατάλληλα για αναδασώσεις, στην προσπάθεια αποπροσανατολισμού του λαού.

Γνωρίζουμε ότι για πάνω από 70 χρόνια τα δασικά ερευνητικά ιδρύματα και οι δασολογικές σχολές ερευνούν και πειραματίζονται για τη βελτίωση γενικά της σύνθεσης και της ποιότητας των δασικών οικοσυστημάτων και σ’ αυτό το πλαίσιο για τη σύνθεση των φυτών στις αναδασώσεις. Ομως, δεν μπορούν να αλλάξουν τις βιοκλιματικές συνθήκες και τους νόμους της φύσης που καθορίζουν τελικά το ποια είδη φυτών θα κυριαρχήσουν σε μια περιοχή όπως είναι η Μεσογειακή ζώνη, στην οποία ανήκει η Ελλάδα. Μια άποψη που για εντυπωσιασμό, ή και από άγνοια συζητιέται, κρύβει αντικειμενικά την ουσία.

Και κάτι άλλο: Μπορεί να ισχυριστεί κανείς σοβαρά ότι δεν γνωρίζει πως όταν δημιουργούνται μεικτές ζώνες δασών και κατοικίας μέσα στα δάση, μια δασική φωτιά θα είναι καταστροφική και για την κατοικία; Η λύση, με κριτήριο την ικανοποίηση της λαϊκής ανάγκης για πρώτη και παραθεριστική κατοικία και όχι την εμπορευματοποίηση της δασικής γης, βρίσκεται σε διαφορετική χωρική πολιτική και πολιτική χρήσεων γης ώστε να μη δημιουργούνται τέτοιες μεικτές ζώνες δάσους – κατοικιών.

Η όποια αντικατάσταση ενός είδους – π.χ. του πεύκου – από ένα πλατύφυλλο, το οποίο υπό προϋποθέσεις θα μπορούσε να αποτελέσει στοιχείο ενός μεικτού δάσους, δεν μπορεί να αποτρέψει την καταστροφή μιας κατοικίας μέσα στο δάσος. Η δημιουργία οικισμών σε δάση όπως στην Ανατολική και Βόρεια Αττική, στην Εύβοια και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, ως αποτέλεσμα της δράσης του κατασκευαστικού κεφαλαίου και της στήριξής του από τις αστικές κυβερνήσεις, αργά ή γρήγορα θα έχει τέτοια αποτελέσματα. Αλλωστε, αυτό είναι πλέον φανερό.

Ο λαός έχει πείρα και από προηγούμενες «αναδασώσεις»

– Στον απόηχο της μεγάλης καταστροφής έχει ξεκινήσει η συζήτηση για μία νέα αναθεώρηση της Πολιτικής Προστασίας. Καθώς δεν έχουν περάσει ούτε δύο χρόνια από την προηγούμενη ανασυγκρότηση της Πολιτικής Προστασίας, τι πρόκειται να αλλάξει τώρα σε ό,τι αφορά τη διαχείριση τέτοιων φυσικών καταστροφών και ποιες είναι οι πραγματικές στοχεύσεις των αλλαγών που προωθούνται;

– Η Πολιτική Προστασία δεν μπορεί να είναι μια φιλολαϊκή νησίδα μέσα σε έναν ταξικό ωκεανό. Η οργάνωσή της, πάντα γίνεται με κριτήριο την υπεράσπιση των συμφερόντων των επιχειρηματικών ομίλων, και πάντα σε περιόδους πυρκαγιών, σεισμών και πλημμυρών ισχύει ο κανόνας «όπου ο φτωχός και η μοίρα του».

Άλλωστε, ακόμη και στις πρόσφατες πυρκαγιές είναι γνωστό πλέον ότι χάθηκαν χιλιάδες στρέμματα δασών, λαϊκές περιουσίες, καλλιέργειες, λαϊκές κατοικίες, γιατί κάποια πυροσβεστικά οχήματα, με εντολές, περισσότερα από όσα χρειάζονταν προφανώς, προστάτευαν βίλες και επιχειρήσεις. Ομως, η δασική πυρκαγιά «μετατρέπεται» ουσιαστικά σε θέμα πολιτικής προστασίας από τη στιγμή που θα πάρει μεγάλες διαστάσεις.

Η ολοκληρωμένη διαχείριση και προστασία των δασών, όμως, που θα εξασφαλίσει έναν σύγχρονο αντιπυρικό σχεδιασμό με κέντρο την πρόληψη και όλες τις προϋποθέσεις (σχέδιο, χρηματοδότηση, υποδομές, μέσα, προσωπικό) είναι θέμα δασικής πολιτικής και πολιτικής χρήσεων γης. Γι’ αυτό η προστασία του περιβάλλοντος είναι ασύμβατη με την εμπορευματοποίησή του.

Είναι επίσης χαρακτηριστικό πως παρότι είναι γνωστή η προσφορά και ο ρόλος των επίγειων πυροσβεστικών μέσων, το κυβερνητικό συμπέρασμα είναι «περισσότερα εναέρια μέσα», ενώ ο προσανατολισμός θα έπρεπε να είναι στην αύξηση και οργάνωση των επίγειων δυνάμεων, η πρόληψη. Μάλιστα, είδαν το φως της δημοσιότητας πληροφορίες ότι στα 13 περιφερειακά τμήματα Πολιτικής Προστασίας που σκέφτεται να ιδρύσει η κυβέρνηση της ΝΔ, σημαντικό ρόλο θα αναλάβουν ιδιωτικές εταιρείες και σημαντικοί τομείς της Πολιτικής Προστασίας θα υλοποιηθούν μέσω συμπράξεων με τον ιδιωτικό τομέα, μέσω των ΣΔΙΤ.

– Ακούσαμε από τον πρωθυπουργό ότι όλες οι καμένες εκτάσεις θα κηρυχτούν αναδασωτέες. Τι έχει συμβεί κατά το παρελθόν σε αντίστοιχες περιπτώσεις;

– Οι δηλώσεις του πρωθυπουργού είναι μια γενική αναφορά. Ομως, κατά το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο, είναι άλλο αυτό, κι άλλο το ποιες, πόσες και με τι κριτήριο θα αναδασωθούν τελικά. Τις τελευταίες 10ετίες, ιδιαίτερα από τις 10ετίες του ’50 μέχρι του ’90, δεν αναδασώνονταν όλα τα καμένα δάση και δασικές εκτάσεις. Οχι κυρίως γιατί περίμεναν τη φυσική αναγέννηση, όπως ισχυρίζονταν οι κυβερνήσεις, αλλά γιατί εξαιρούνταν από την κήρυξή τους ως αναδασωτέων ως μη δασικού χαρακτήρα εκτάσεις ή ως εκτάσεις που είχαν ιδιοκτησιακές εκκρεμότητες. Ετσι, έφευγαν αυτόματα από τους στοιχειώδεις νομικούς περιορισμούς που υπήρχαν.

Τι έγινε μετά; Αν κάποιος κάνει μια σύγκριση με 2 διαφορετικές αεροφωτογραφίες των περιοχών όπου κάηκαν δάση και δασικές εκτάσεις, πώς ήταν πριν, πώς έγιναν 5 χρόνια μετά την πυρκαγιά και πώς μετά από 20 χρόνια, θα φανεί ξεκάθαρα. Αυτήν τη στιγμή στην Αττική υπάρχουν τουλάχιστον 10 περιοχές που είναι όπως το Μάτι. Ενώ διάφοροι συνεταιρισμοί γης έχουν γίνει οικισμοί μέσα σε δάση.

Βέβαια, η αστική τάξη δεν μπορούσε να «περιμένει» πάντα τις δασικές πυρκαγιές ως εργαλείο για την υλοποίηση των επενδύσεων. Γι’ αυτό η κυβέρνηση της ΝΔ ψήφισε τον νόμο 4280/2012, τον οποίο διατήρησε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και μέσα από μια αλυσίδα δασικών νόμων και άλλων τομέων της κρατικής πολιτικής επιτρέπεται να αναπτυχθούν επιχειρηματικές δραστηριότητες σε κρατικά δάση, όπως τουριστικά χωριά και επιχειρήσεις, κατοικίες, βιομηχανίες, ΑΠΕ, απορρίμματα κ.λπ.

Έτσι, αν και οι δασικές πυρκαγιές δεν είναι πλέον το κυρίως εργαλείο διευκόλυνσης των επενδύσεων, αξιοποιούνται πολλαπλά, ακόμη και όταν η αιτία είναι η αμέλεια ή κάποια άλλη. Π.χ. είναι πολύ πιο εύκολη η προσέγγιση σε μια δασική περιοχή που έχει καεί για εγκατάσταση ΑΠΕ, ενώ αυξάνεται το ενδιαφέρον αγοραπωλησιών γης και οικοδόμησης σε περιοχές που αποχαρακτηρίζονται.

Γενικότερα η πολιτική γης στον δασικό χώρο, στα δασικά οικοσυστήματα, οι αλλαγές στον προορισμό, στο χαρακτήρα, στη χρήση τους διαχρονικά, σηματοδοτούν ουσιαστικά τον βαθμό, τον τρόπο και τη μορφή διείσδυσης των μονοπωλιακών επιχειρηματικών ομίλων, με βάση το κριτήριο της κερδοφορίας.

Αυτήν την κατεύθυνση υπηρετούν η κυβέρνηση της ΝΔ, η προηγούμενη του ΣΥΡΙΖΑ και όλες οι άλλες κυβερνήσεις, που στρατηγικά ενίσχυαν και ενισχύουν τη διεύρυνση του πεδίου επενδυτικής δράσης των μονοπωλίων, αφήνοντας απροστάτευτα, χωρίς ουσιαστική διαχείριση, χωρίς προσωπικό και χρηματοδότηση, τα δάση.

Ετικέτες:

Δείτε ακόμα...