Επικίνδυνες διεργασίες ενίσχυσης της πολεμικής προπαρασκευής στην Ευρώπη

Βρετανικό άρμα μάχης Challenger 2

Επικίνδυνες διεργασίες ενίσχυσης της πολεμικής προπαρασκευής εντείνονται στην Ευρώπη, τόσο για την ιμπεριαλιστική αντιπαράθεση με τη Ρωσία, στο έδαφος της Ουκρανίας και ευρύτερα, όσο και με φόντο τις αντιθέσεις που δυναμώνουν και εντός του ευρωατλαντικού μπλοκ, ιδιαίτερα μπροστά στις επικείμενες προεδρικές εκλογές στις ΗΠΑ.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα των διεργασιών αυτών αποτελούν η υπογραφή «Κοινής Αμυντικής Διακήρυξης» Βρετανίας – Γερμανίας, οι αναφορές του αρχηγού του βρετανικού στρατού ξηράς ότι η Βρετανία και οι «εταίροι» της θα πρέπει να είναι έτοιμοι για πόλεμο σε 3 χρόνια, η συμφωνία για ανάπτυξη αμερικανικών πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς στη Γερμανία, οι διακηρύξεις της προέδρου της Κομισιόν την προηγούμενη βδομάδα για τη δημιουργία «Ευρωπαϊκής Αμυντικής Ενωσης» και για ένταση των μέτρων «πολεμικής οικονομίας», οι αντίστοιχες κινήσεις των κρατών – μελών της ΕΕ.

Παράλληλα, με το βλέμμα στις διεργασίες στις ΗΠΑ – στο επίκεντρο των οποίων βρίσκονται και οι όροι της αντιπαράθεσης με το υπό διαμόρφωση ευρασιατικό στρατόπεδο – αλλά και με φόντο τη δυσμενή κατάσταση για τις ουκρανικές δυνάμεις στο στρατιωτικό πεδίο, αναθερμαίνονται διεργασίες για το ενδεχόμενο «ειρηνευτικών» διαπραγματεύσεων, με παράγοντες από όλες τις πλευρές ωστόσο να επιβεβαιώνουν ουσιαστικά (συνήθως κατηγορώντας γι’ αυτό την αντίπαλη πλευρά) ότι η όποια «διευθέτηση» θα αποτελεί ουσιαστικά ένα προσωρινό «πάγωμα», κατά τη διάρκεια του οποίου όλα τα στρατόπεδα θα εντείνουν τις πολεμικές προετοιμασίες.

«Κοινή Αμυντική Διακήρυξη» Βρετανίας – Γερμανίας

Ο νέος υπουργός Αμυνας της Βρετανίας, Τζον Χίλι, μετά την ανάληψη καθηκόντων από τη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση των Εργατικών, πραγματοποίησε περιοδεία σε Γαλλία, Γερμανία, Πολωνία και Εσθονία, με στόχο «να εκθέσει τη δέσμευση της νέας κυβέρνησης να εμβαθύνει τους αμυντικούς δεσμούς με τους Ευρωπαίους συμμάχους», στέλνοντας «σαφές μήνυμα ότι η ευρωπαϊκή ασφάλεια θα είναι η πρώτη προτεραιότητα της εξωτερικής και της αμυντικής πολιτικής αυτής της κυβέρνησης».

Την Τετάρτη, κατά την επίσκεψη του Χίλι στη Γερμανία, υπογράφηκε «Κοινή Αμυντική Διακήρυξη» Βρετανίας – Γερμανίας, με το βρετανικό υπουργείο Αμυνας να αναφέρει ότι αυτή αποτελεί «το πρώτο βήμα σε μια βαθιά νέα αμυντική σχέση Ηνωμένου Βασιλείου – Γερμανίας».

Οι στόχοι που τέθηκαν στη Διακήρυξη περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων «την ενίσχυση των αμυντικών βιομηχανιών του Ηνωμένου Βασιλείου και της Γερμανίας, την ενίσχυση της ευρωατλαντικής ασφάλειας, τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των κοινών επιχειρήσεων (…) και την υποστήριξη της Ουκρανίας», με το Λονδίνο και το Βερολίνο να είναι οι μεγαλύτεροι «δωρητές» όπλων στο Κίεβο μετά τις ΗΠΑ.

Τις ίδιες μέρες με την υπογραφή της Διακήρυξης, ο νέος επικεφαλής του βρετανικού στρατού ξηράς, στρατηγός Ρόλι Ουόκερ, δήλωσε ότι η Βρετανία και οι σύμμαχοί της «πρέπει να είναι έτοιμοι να αποτρέψουν έναν πόλεμο ή να πολεμήσουν σε τρία χρόνια».

Προειδοποιώντας για τις «ξεχωριστές απειλές» της Ρωσίας, της Κίνας, του Ιράν και της Βόρειας Κορέας, ανέφερε ότι η «Δύση» αντιμετωπίζει έναν «άξονα αναταραχής» με αυξανόμενες στρατιωτικές φιλοδοξίες και ότι μια σύγκρουση με κάποια απ’ αυτές τις χώρες θα μπορούσε να οδηγήσει σε «σημαντική έκρηξη» σε άλλα θέατρα πολέμου.

Υπογράμμισε δε ότι ο βρετανικός στρατός πρέπει «να διπλασιάσει τη μαχητική του ισχύ σε τρία χρόνια και να την τριπλασιάσει μέχρι το τέλος της δεκαετίας», χρησιμοποιώντας τεχνολογία και τεχνικές που αναπτύχθηκαν στα πεδία μάχης της Ουκρανίας, όπως τα drones και η Τεχνητή Νοημοσύνη.

Η κυβέρνηση των Εργατικών έχει εξαγγείλει ότι θα αυξήσει τις στρατιωτικές δαπάνες από το 2,32% του ΑΕΠ (64,4 δισ. λίρες) στο 2,5%.

Στο μεταξύ, καθώς η προετοιμασία των λαών για να αποδεχτούν τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και τις θυσίες γι’ αυτόν αποτελεί κομβικό στοιχείο της πολεμικής προπαρασκευής, ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου των βρετανικών Ενόπλων Δυνάμεων, ναύαρχος Τόνι Ραντάκιν, δήλωσε πως τον προβληματίζει το γεγονός ότι οι Βρετανοί δεν φαίνονται τόσο πρόθυμοι «να πολεμήσουν για τη χώρα τους» όσο οι Ανατολικοευρωπαίοι…

Την ίδια ώρα, στη Γερμανία, ο σοσιαλδημοκράτης καγκελάριος Ολαφ Σολτς υποστήριξε την «αναγκαιότητα» της συμφωνίας του Βερολίνου για την ανάπτυξη αμερικανικών πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς σε γερμανικό έδαφος από το 2026, επιχειρώντας να υποβαθμίσει τους κινδύνους από αυτήν τη νέα σοβαρή κλιμάκωση της αντιπαράθεσης με τη Ρωσία.

Δήλωσε ότι η απόφαση κρίθηκε απαραίτητη στο πλαίσιο της «αποτροπής», εξαιτίας της ρωσικής επιθετικής πολιτικής, ενώ ισχυρίστηκε πως «συνεχίζουμε να υποστηρίζουμε την Ουκρανία και προσπαθούμε να κάνουμε κινήσεις που δεν θα οδηγούν στην κλιμάκωση της σύγκρουσης με τη Ρωσία»…

Ο Σολτς ανέφερε ακόμα πως «λόγω διαφορετικής κατάστασης απειλής, η Γερμανία χρειάζεται έναν καλύτερο ομοσπονδιακό στρατό», ενώ εκπρόσωπος του υπουργείου Οικονομίας δήλωσε στο «Reuters» ότι «η κυβέρνηση επεξεργάζεται στρατηγικά σχέδια για τον εκσυγχρονισμό της βιομηχανίας άμυνας και ασφάλειας».

Παλιότερο σχετικό ρεπορτάζ της εφημερίδας «Handelsblatt» ανέφερε ότι τα σχέδια αυτά θα περιλαμβάνουν ρήτρες που θα επιτρέψουν την ταχεία έγκριση της κατασκευής νέων εργοστασίων όπλων στη Γερμανία.

Πάντως, ενδεικτικές των αντιθέσεων που παραμένουν και εντός της Γερμανίας ήταν η τοποθέτηση του επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας των Σοσιαλδημοκρατών, Ρολφ Μούτσενιχ, ότι «δεν πρέπει να αγνοήσουμε τους κινδύνους αυτής της ανάπτυξης (…) Ο κίνδυνος ακούσιας στρατιωτικής κλιμάκωσης είναι σημαντικός».

Δείτε ακόμα...