Την ίδια ακριβώς περίοδο που τα εξελισσόμενα πολεμικά μέτωπα τείνουν προς συνένωση, που εκτινάσσονται οι στρατιωτικοί εξοπλισμοί κι εντείνεται η πολεμική προετοιμασία για μια πιο γενικευμένη σύγκρουση, καθόλου συμπτωματικά διεξάγεται εν μέσω σφοδρών ανταγωνισμών σε διεθνές επίπεδο και η αναδιάταξη των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών.
Δρομολογούνται διεργασίες αλλαγών στους όρους συγκρότησής τους με βάση και τις εξελίξεις στον συσχετισμό δύναμης τόσο διεθνώς όσο στο εσωτερικό τους. Ανοιχτές είναι κι οι αλλαγές όχι μόνο σε σχέση με τη συνοχή και τις «υποχρεώσεις» των κρατών – μελών τους, αλλά ακόμη και στην ίδια τη σύνθεσή τους, όπως επιβεβαιώνουν για παράδειγμα οι απειλές για αποχώρηση χωρών από αυτές ή και προειδοποιήσεις ακόμα και για τη διάλυσή τους ή αντικατάστασή τους από άλλες.
Οπως εκτίμησε και το 22ο Συνέδριο του ΚΚΕ στην Πολιτική Απόφασή του: «Οι συμμαχίες μπορεί να αλλάζουν, να αναδιατάσσονται, αλλά το βασικό στοιχείο που καθορίζει τον ταξικό τους χαρακτήρα, και συνεπώς την ουσία της ευρωατλαντικής και ευρασιατικής συμμαχίας, είναι η οικονομική βάση των καπιταλιστικών κρατών που τις συγκροτούν, δηλαδή η κυριαρχία των μονοπωλίων και τα συμφέροντά τους».
Η εξυπηρέτηση αυτών των συμφερόντων και ο εντεινόμενος καπιταλιστικός ανταγωνισμός ανάμεσα σε ΗΠΑ – Κίνα για την πρωτοκαθεδρία, η επιδίωξη άλλων αστικών τάξεων να επωφεληθούν για λογαριασμό τους, είναι που τροφοδοτεί διεργασίες μέσα στις καπιταλιστικές συμμαχίες.
Ρήτρες «άμυνας»…
Σε αυτό το περιβάλλον, καθόλου τυχαία πολλή συζήτηση γίνεται ειδικά για τα άρθρα ενεργοποίησης της λεγόμενης «ρήτρας συλλογικής άμυνας», στις συνθήκες τόσο του ΝΑΤΟ όσο και της ΕΕ σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης σε κάποιο κράτος – μέλος τους. Πρόκειται, όσον αφορά το ΝΑΤΟ, για το περιβόητο άρθρο 5 «για τη συλλογική άμυνα» και αναφορικά με την ΕΕ για το Αρθρο 42 παρ. 7, Ρήτρα Αμοιβαίας Συνδρομής (στο εξής 42.7) της Συνθήκης της ΕΕ (αλλιώς και Συνθήκη της Λισαβόνας που ενεργοποιήθηκε το 2009).
Πώς αλλιώς θα υπήρχε άλλωστε η πολεμική προετοιμασία των καπιταλιστών και των κρατών που εκπροσωπούν τα συμφέροντά τους, χωρίς ανάλογες προσαρμογές των συνθηκών στις οποίες εδράζονται οι ιμπεριαλιστικές συμμαχίες αλλά και ειδικότερα στα επίμαχα άρθρα κήρυξης πολέμου;
Τόσο τα αστικά Συντάγματα όσο και οι συνθήκες των ιμπεριαλιστικών οργανισμών διακατέχονται από προβλέψεις και διατάξεις που συμπυκνώνουν βαθύτερες στρατηγικές βλέψεις και κατευθύνσεις σε βάρος των λαών. Τέτοια στρατηγική κατεύθυνση είναι η προετοιμασία των αστικών επιτελείων για κατοπινές εξελίξεις, όξυνσης τόσο των ανταγωνισμών όσο και της ταξικής πάλης ανεξάρτητα από τον σημερινό συσχετισμό δύναμης.
Η εναλλαγή αυστηρών περιοριστικών διατυπώσεων δίπλα σε άλλες ανοικτές σε πολλαπλές ερμηνείες φανερώνει το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι αυτές διαμορφώθηκαν σε συνθήκες διαπάλης, με στόχο τόσο να λειτουργούν τυπικά δεσμευτικά αλλά και να δίνουν τη δυνατότητα για κάθε αστική τάξη να ελιχθεί με στόχο πάντα τις γεωστρατηγικές της επιδιώξεις και πολύ περισσότερο στον βαθμό που κινδυνεύουν ή πλήττονται τα συμφέροντά της από ανταγωνιστές της.
…ή προώθησης των ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών;
Πρωταρχικά είναι απαραίτητο να ξεκαθαρίσουμε ότι και μόνο το γεγονός ότι οι ιμπεριαλιστικές συμμαχίες, όπως άλλωστε είναι αυτές του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, έχουν επιθετικό χαρακτήρα σε βάρος των λαών, οπότε και η αναφορά στα περί «συλλογικής άμυνας», που αναγράφεται σε άρθρα των συνθηκών συγκρότησής τους, δείχνει τον ταξικό χαρακτήρα του στόχου τους. Αφορά τα καπιταλιστικά συμφέροντα που υπηρετούν κι όχι ασφαλώς κάποια «άμυνα» υπέρ των λαών και των κυριαρχικών δικαιωμάτων τους. Και μόνο η ίδρυση του ΝΑΤΟ, πριν καν το Σύμφωνο της Βαρσοβίας με την επίκληση για δεκαετίες της «άμυνας» απέναντί του, όπως και η συνέχιση της δολοφονικής δράσης του μετά τη διάλυσή του, ως επακόλουθο της αντεπανάστασης στη Σοβιετική Ενωση και στα κράτη της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, αποδεικνύει του λόγου το αληθές. Πάνω από όλα, όμως, η υπεράσπιση των συλλογικών συμφερόντων των αστικών τάξεων που τις συγκροτούν, αποδεδειγμένα κάθε φορά συνιστά γενικευμένη επίθεση κατά των λαών και κατά συρροή εγκλήματα σε βάρος τους.
Το μεν λοιπόν άρθρο 5 της Συνθήκης του ΝΑΤΟ αποτελεί τη λεγόμενη «ρήτρα συλλογικής άμυνάς» του, με βάση το οποίο «επίθεση εναντίον ενός κράτους – μέλους του θεωρείται επίθεση εναντίον όλων των μελών».
Το δε 42.7 της Συνθήκης της ΕΕ ορίζει ότι «εάν ένα κράτος – μέλος της ΕΕ δεχθεί ένοπλη επίθεση στο έδαφός του, τα υπόλοιπα κράτη – μέλη έχουν την υποχρέωση να του παράσχουν βοήθεια και συνδρομή με όλα τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους».
Οπως αναφέρεται στο ίδιο άρθρο: «Αυτό δεν θίγει τον ειδικό χαρακτήρα της πολιτικής ασφάλειας και άμυνας ορισμένων κρατών – μελών». Πρόκειται για διάταξη που αφορά κράτη – μέλη της ΕΕ που δεν είναι μέλη του ΝΑΤΟ, όπως η Κύπρος, η Ιρλανδία, η Αυστρία και η Μάλτα.
Επίσης όπως προβλέπεται στο ίδιο άρθρο:
«Οι δεσμεύσεις και η συνεργασία στον τομέα αυτόν εξακολουθούν να είναι σύμφωνες προς τις δεσμεύσεις που έχουν αναληφθεί στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, το οποίο παραμένει, όσον αφορά τα κράτη που είναι μέλη του, το θεμέλιο της συλλογικής τους άμυνας και το όργανο της εφαρμογής της».
Εχει ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι ειδικά η ρήτρα αυτή προστέθηκε μετά από παρέμβαση κυρίως του Ηνωμένου Βασιλείου και της Δανίας, προκειμένου να διατηρηθεί η υπεροχή του ΝΑΤΟ σε τέτοια ζητήματα. Ωστόσο, στην πορεία η μεν Δανία παραιτήθηκε από την αρχική εξαίρεσή της, όταν δέχτηκε τελικά να συμμετάσχει στην Κοινή Ευρωπαϊκή Πολιτική Ασφάλειας και Αμυνας (ΚΠΑΑ) μετά το σχετικό δημοψήφισμα που διεξήχθη το 2022. Η δε Μεγάλη Βρετανία πλέον δεν είναι μέλος της ΕΕ μετά το Brexit. Επομένως, κάποιος αφελώς θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι η εν λόγω ρήτρα φαίνεται πλέον περιττή και θα μπορούσε να καταργηθεί… Ωστόσο, ο διαχρονικός ανταγωνισμός στο εσωτερικό της ΕΕ για την ικανότητα ανάπτυξης της λεγόμενης στρατιωτικής αυτοτέλειάς της απέναντι στις ΗΠΑ και οι εντεινόμενες αποκλίσεις συμφερόντων στο ευρωατλαντικό στρατόπεδο ενισχύουν την αμφισβήτηση του μέχρι τώρα ρόλου των ΗΠΑ, που μεταξύ άλλων ακόμα ελέγχει μεγάλο μέρος των εξοπλισμών των κρατών – μελών της ΕΕ και συνεχίζει να διατηρεί μέχρι σήμερα τον πρώτο λόγο στο ευρωατλαντικό στρατόπεδο.
Πιο συγκεκριμένα, η αστική τάξη της Γαλλίας, η πρώτη στρατιωτική δύναμη στην ΕΕ, διαχρονικά προωθεί τη στρατηγική της στρατιωτικής αυτοτέλειας της ευρωένωσης με τις κάθε φορά παραλλαγές, είτε ως εναλλακτική του ΝΑΤΟ είτε ως συμπληρωματική του, ενώ σε κάθε περίπτωση υπενθυμίζει συστηματικά τις ολοένα και πιο ισχυρές αποκλίσεις συμφερόντων με τις ΗΠΑ. Στην ίδια κατεύθυνση και μαζί με τη Μ. Βρετανία προωθεί και διακρατικό σχήμα για την πυρηνική ομπρέλα.
Η Γερμανία, με αισθητά πιο αδύναμη πολεμική μηχανή, διαβλέπει ότι ο σχεδιασμός για «αυτοτέλεια της ΕΕ» απέναντι στις ΗΠΑ θα βλάψει τα δικά της συμφέροντα, καθώς με τις ΗΠΑ συνεργάζεται – και στρατιωτικά – σε πολύ μεγαλύτερη βάση συγκριτικά με τη Γαλλία. Γι’ αυτό εκτιμά πως η «αυτοτέλεια της ΕΕ» δεν τη συμφέρει να επισπευστεί στον βαθμό που επιδιώκει σήμερα η Γαλλία, καθώς οι όροι με τους οποίους θα προχωρήσει αυτή αντικειμενικά θα ενισχύσουν την ισχυρότερη στρατιωτικά Γαλλία, η οποία διαθέτει και ελαφρύ ψηφιακό προβάδισμα απέναντι στη Γερμανία, ένα απαραίτητο «κλειδί» πλέον της πολεμικής βιομηχανίας. Αντίστοιχους με τη Γερμανία υπολογισμούς κάνουν και οι χώρες της Βαλτικής, όπως και οι σκανδιναβικές χώρες, οι οποίες μετά και την πρόσφατη ένταξη της Σουηδίας και Φινλανδίας στο ΝΑΤΟ, προτιμούν το ΝΑΤΟικό πλαίσιο.
Μέχρι σήμερα πάντως η ενεργοποίηση των άρθρων των ευρωΝΑΤΟικών Συνθηκών για «Συλλογική απάντηση» είχε περιοριστεί για το μεν άρθρο 5 του ΝΑΤΟ μόλις το 2001 μετά το χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους των ΗΠΑ και για το 42.7 της ΕΕ το 2015 μετά την επίθεση στο «Μπατακλάν» στη Γαλλία. Κι οι δυο αυτές περιπτώσεις ήταν ενταγμένες στις αντίστοιχες ιμπεριαλιστικές εκστρατείες – μαμούθ υπό το πρόσχημα της «καταπολέμησης της τρομοκρατίας», με γενικότερες επιδιώξεις κατά των λαϊκών δικαιωμάτων και ένταση της καταστολής ενάντια στους εργατικούς – λαϊκούς αγώνες. Αυτό που εξετάζουν σήμερα τα ευρωΝΑΤΟικά επιτελεία είναι ότι τα άρθρα αυτά δεν συνοδεύονται από αντίστοιχο «πολεμικό μηχανισμό άμεσης κινητοποίησης».
Για αυτό δεν είναι τυχαίο ότι στη σχετικά λακωνική – εξαιτίας των σφοδρών ανταγωνισμών – διακήρυξη του ΝΑΤΟ στην πρόσφατη Σύνοδό του στην Αγκυρα υπήρχε ισχυρή αναφορά στο άρθρο 5, ενώ υπογραμμιζόταν ότι οι χώρες της ΕΕ αναλαμβάνουν μεγαλύτερες ευθύνες στον ΝΑΤΟικό καταμερισμό, με δεδομένη την επικέντρωση των ΗΠΑ στην αντιπαράθεση με την καπιταλιστική Κίνα στη Νοτιοανατολική Ασία και τον Ειρηνικό.
Την ίδια στιγμή εκπονείται και το αναμενόμενο σχέδιο της ΕΕ, που με βάση όσα έχουν δει το φως της δημοσιότητας, περιλαμβάνει την ανάπτυξη «δύναμης άμεσης επέμβασης» 5.000 στρατιωτών σε αναβαθμισμένο οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο στρατιωτικής κινητικότητας για την αντιμετώπιση υβριδικών, ενόπλων επιθέσεων συμπεριλαμβανομένης και ταυτόχρονης ενεργοποίησης του άρθρου 5 του ΝΑΤΟ και του 42.7 της ΕΕ.
Αυτοί που «θα μας σώσουν»
Αυτό που επιβεβαιώνουν και τα άρθρα των ευρωΝΑΤΟικών συνθηκών και η σχεδιαζόμενη «αναβάθμισή» τους είναι ότι αποτελούν μηχανισμούς επίσημης κήρυξης πολέμου και εξαπόλυσης επίθεσης σε βάρος των λαών με την επιστράτευση προσχημάτων, προκειμένου να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα των επιχειρηματικών ομίλων και των ανταγωνισμών τους.
Το γεγονός επίσης ότι και τα δύο άρθρα έχουν ως κοινό τελικό παρονομαστή το πλαίσιο του ΝΑΤΟ, τεκμηριώνει ότι η ίδια η ΝΑΤΟική ιδιότητα της Τουρκίας αρκεί για να παρακάμπτεται κάθε ενεργοποίησή τους. Γιατί αυτή δεν γίνεται με κριτήριο την υπεράσπιση συνόρων και κυριαρχικών δικαιωμάτων από παραβιάσεις τους, αφού πρώτα από όλα οι ίδιοι οι ευρωΝΑΤΟικοί σύμμαχοι της κυβέρνησης και όλων των αστικών κομμάτων είναι που τα παραβιάζουν.
Αραγε εκείνοι θα συγκινηθούν από την επιθετικότητα της αστικής τάξης της Τουρκίας, όταν ήδη την έχουν ανακηρύξει «στρατηγικό τους εταίρο», με αναπτυγμένη πολιτική, οικονομική και στρατιωτική συνεργασία όπως η ΕΕ και διμερώς ισχυρές ευρωπαϊκές χώρες, ενώ κατέχει για πάνω από μισό αιώνα το 37% των εδαφών της Κύπρου και έχει εισβάλει στο Ιράκ και τη Συρία;
Αλήθεια, τι σημαίνει το «γκριζάρισμα» Αιγαίου και Κυπριακής ΑΟΖ, η «γαλάζια πατρίδα» και οι παραβιάσεις εναέριου χώρου και χωρικών υδάτων από την αστική τάξη της Τουρκίας, π.χ. για τις ΗΠΑ που κηρύσσουν τα Στενά του Ορμούζ ως «νέο έδαφος των ΗΠΑ», που βομβαρδίζουν μαζί με το Ισραήλ το Ιράν ή για το Ισραήλ που κατέχει Παλαιστινιακά εδάφη και έχει εισβάλλει σε Λίβανο και Συρία.
Πώς άραγε να σταθεί σήμερα το αφήγημα ότι «οι ισχυρές συμμαχίες θα μας σώσουν από τον αναθεωρητισμό της Τουρκίας», όταν τα ίδια τα «έργα και ημέρες» των συμμάχων της αστικής τάξης της Ελλάδας σε βάρος των λαών λειτουργούν ως νομιμοποιητική βάση του;
Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι ούτε η κυβέρνηση της ΝΔ ούτε τα άλλα αστικά κόμματα ισχυρίζονται ευθέως ότι σε περίπτωση επίθεσης της Τουρκίας θα ενεργοποιηθούν το άρθρο 5 στο ΝΑΤΟ και το 42.7 της ΕΕ. Ακόμα κι αν υποθετικά όλα τα κράτη – μέλη τους κατόρθωναν να συμφωνήσουν, ισχύει το γεγονός ότι στην ΕΕ εδώ και χρόνια έχει κερδίσει έδαφος η θεώρηση ότι «οι διαφορές Ελλάδας – Τουρκίας είναι διμερείς και δεν πρέπει να επηρεάζουν τις αγαστές πολιτικοοικονομικές και στρατιωτικές σχέσεις ΕΕ – Τουρκίας». Τέτοιες σχέσεις χτίζονται μέσα από τα 44 Εurofighter που δόθηκαν στο τουρκικό κράτος από Γερμανία, Γαλλία, Ισπανία, Ιταλία και Βρετανία, την προωθούμενη ένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα SAFE παρά τους αστερίσκους, όπως και το πρόγραμμα «Made in EU» όπου τα βιομηχανικά προϊόντα της πλέον θα θεωρούνται «ενωσιακής προέλευσης».
Χρειάζεται επίσης να συνυπολογιστεί ότι οι ίδιες οι μπίζνες της ελληνικής αστικής τάξης στο Αιγαίο με το τουρκικό κεφάλαιο, με τις οποίες συμφωνούν όλες οι αστικές δυνάμεις, προτάσσουν ως προϋπόθεση για την υλοποίησή τους τη στρατηγική των «ήρεμων νερών», των Ανώτατων Συμβουλίων Ελλάδας – Τουρκίας κ.ο.κ., για να θησαυρίζουν οι επιχειρηματικοί όμιλοι και την ίδια στιγμή να εξωραΐζονται, να υποβαθμίζονται κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας καλλιεργώντας προκλητικά τον εφησυχασμό, προετοιμάζοντας το έδαφος για απαράδεκτες διευθετήσεις με ευρωΝΑΤΟική βούλα.
«Επίδειξη ισχύος»
Το ίδιο επικίνδυνη είναι και η προωθούμενη στρατηγική της εγχώριας αστικής τάξης για βαθύτερη εμπλοκή στα ευρωατλαντικά σχέδια με αιχμή τη συμμετοχή στα ενεργειακά σχέδια των ΗΠΑ και τη στοίχιση με το κράτος – δολοφόνο Ισραήλ σε κοινά σχήματα με την Κύπρο. Πρόκειται για κινήσεις ενταγμένες στις στρατηγικές σχέσεις και τους επικίνδυνους για τους λαούς σχεδιασμούς με ΗΠΑ, ΝΑΤΟ και ΕΕ, που κλιμακώνουν τους ανταγωνισμούς των αστικών τάξεων και τις αμφισβητήσεις του τουρκικού κράτους. Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται και οι μεγαλοϊδεατισμοί της αστικής τάξης μαζί με τη ρητορική περί «δύναμης ισχύος», επιδεικνύοντας το ράλι των πολεμικών εξοπλισμών, που μεταξύ άλλων επιχειρεί και να διασκεδάσει στα μάτια του λαού την όλο και πιο οφθαλμοφανή χρεοκοπία του αφηγήματος ότι «οι ισχυροί σύμμαχοι θα μας σώσουν».
Οσον αφορά τον ισχυρισμό τους ότι η σύμπραξη με το Ισραήλ θα μπορούσε να αποτελέσει ανασχετικό παράγοντα στις αμφισβητήσεις του τουρκικού κράτους με την επίκληση του «ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου», δεν αποτελεί καινούργιο «φιρμάνι». Τα ίδια ακούγαμε, όταν η κυβέρνηση της ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ, ο ΣΥΡΙΖΑ, με Τσίπρα ή χωρίς Τσίπρα κι όλα τα άλλα αστικά κόμματα, που πίνουν νερό στην εξασφάλιση μεγαλύτερων ανταλλαγμάτων για την ελληνική αστική τάξη στο ευρωΝΑΤΟικό πλαίσιο, πρόκριναν με τις ψήφους όλων την αναπτυγμένη συνεργασία με τη Σαουδική Αραβία. Ετσι έχουν στείλει στη φωτιά του ιμπεριαλιστικού πολέμου συστοιχίες Patriot και 120 Ελληνες στρατιωτικούς προς υπεράσπιση των πετρελαιομοναρχών της «Aramco» στη Σαουδική Αραβία, η οποία τώρα φαίνεται πως παίρνει αποστάσεις από τον ινδο-ευρωπαϊκό εμπορικό δρόμο IMEC που συμφέρει την αστική τάξη της Ελλάδας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη συνέχιση της παραμονής της συστοιχίας εκεί.
Τα ίδια ισχυρίζονταν κι όταν πανηγύριζαν για τη «μερική και τμηματική συμφωνία οριοθέτησης της ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου» ως δήθεν απάντηση στο ανυπόστατο τουρκολιβυκό σύμφωνο, αφήνοντας απέξω την περιοχή από τη Ρόδο και ανατολικά έως το Καστελόριζο, ενώ προέβλεπε μειωμένη επήρεια σε νησιά, συμπεριλαμβανομένης της Κρήτης, παραχωρώντας κυριαρχικά δικαιώματα και τροφοδοτώντας τις διεκδικήσεις της αστικής τάξης της Τουρκίας. Σήμερα όλοι αυτοί καταπίνουν τη γλώσσα τους, όταν δημοσιεύονται από την τουρκική κυβέρνηση τα δύο θαλάσσια πάρκα με παραβιάσεις κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας σε Βόρειο Αιγαίο και πέριξ του Καστελόριζου, ενώ προαναγγέλλεται και η συμμετοχή της Αιγύπτου στο λεγόμενο «Σύμφωνο της Μέκκας» ανάμεσα σε Τουρκία, Σαουδική Αραβία, Πακιστάν μέσα από την προωθούμενη επαναπροσέγγιση Τουρκίας – Αιγύπτου.
Ποιος όμως δεν θυμάται και τα διθυραμβικά λόγια για τη διμερή συμφωνία Ελλάδας – Γαλλίας, μαζί με τον πακτωλό δισ. από τον ιδρώτα του λαού μας για παραγγελίες γαλλικών στρατιωτικών εξοπλισμών, που όπως γίνεται φανερό αυτές τις μέρες – όπως με ακρίβεια είχε έγκαιρα προειδοποιήσει το ΚΚΕ – δεν έχουν καμία σχέση με την άμυνα της χώρας, αλλά συνδέονται άμεσα με τη θωράκιση των ευρωΝΑΤΟικών σχεδιασμών σε Νοτιοανατολική Μεσόγειο, Ερυθρά Θάλασσα, την υποστήριξη των ΝΑΤΟικών βάσεων που από τάχα «χορηγούς ασφαλείας» σε κάθε περίπτωση αποδείχθηκε ότι τελικά καθιστούν τον λαό στόχο αντιποίνων.
Το δε πολυδιαφημισμένο Σύμφωνο «αμοιβαίας στρατιωτικής συνδρομής» που συνόδευε τη διμερή ελληνογαλλική συμφωνία δεν προβλέπει ότι «η Γαλλία είναι υποχρεωμένη να στείλει στρατιωτικές δυνάμεις σε περίπτωση επίθεσης σε βάρος της Ελλάδας» όπως ισχυρίζονται τα αστικά επιτελεία. Κι αυτό γιατί το άρθρο 2 της εν λόγω συμφωνίας προβλέπει ρητά ότι οι δύο χώρες θα αναλάβουν δράση μόνο αν «διαπιστώσουν από κοινού» ότι λαμβάνει χώρα επίθεση σε μια από τις δύο χώρες. Είναι προφανές ότι η στάση της αστικής τάξης της Γαλλίας σε ενδεχόμενη επίθεση σε βάρος της Ελλάδας προκειμένου να… «διαπιστώσει» επίθεση θα βάλει στο ζύγι τα συμφέροντά της, που καθορίζονται κι από την ορμητικά αναπτυσσόμενη πολιτικο-στρατιωτική συνεργασία Γαλλίας – Τουρκίας.
«Ενα κομμάτι χαρτί»…
Ολο λοιπόν και πιο καθαρά αναδεικνύεται η πάντα επίκαιρη τοποθέτηση του Λένιν κιόλας από το 1918, που επιβεβαιώνεται από τις εξελίξεις: «(Σύντροφοι), εσείς ξέρετε τι αξία έχουν οι συνθήκες και τι αξία έχουν οι νόμοι μπροστά στο ξέσπασμα των διεθνών συγκρούσεων – δεν είναι παρά ένα κομμάτι χαρτί. (…) Συνήθως αυτά τα λόγια τα αναφέρουμε και τα θυμόμαστε ως δείγμα του κυνισμού της εξωτερικής πολιτικής του ιμπεριαλισμού, ο κυνισμός όμως αυτός δεν βρίσκεται σ’ αυτές τις λέξεις, αλλά στον αμείλικτο και βασανιστικό αμείλικτο ιμπεριαλιστικό πόλεμο, όπου όλες οι συνθήκες ειρήνης και όλοι οι νόμοι ουδετερότητας ποδοπατούνταν, ποδοπατούνται και θα ποδοπατούνται, όσο θα υπάρχει καπιταλισμός».
Ο λαός έχει σήμερα περισσότερο από ποτέ τη δυνατότητα να εξετάσει τις παραπάνω επικίνδυνες για αυτόν εξελίξεις ως ξένες κι αντίπαλες για τα δικά του συμφέροντα.
Μπορεί και πρέπει να απορρίψει κάθε αναμονή και προσδοκία από τους σχεδιασμούς της αστικής τάξης, τις ιμπεριαλιστικές της συμμαχίες, κάθε αυταπάτη ότι μέσα από κάποια καραμπόλα ανταγωνισμών και συμφερόντων μεταξύ τους θα βγει ο ίδιος ωφελημένος.
Να αντιστοιχηθεί η λαϊκή πάλη με τη σημασία των επικίνδυνων εξελίξεων
Αποδεικνύεται καθημερινά ότι στην ενιαία εσωτερική και εξωτερική πολιτική, στις διεθνείς σχέσεις ο καπιταλισμός μόνο νέα δεινά επιφυλάσσει για τον λαό και είναι πολύτιμη, αναντικατάστατη η προσφορά και καταλυτικός ο ρόλος του ΚΚΕ, του ταξικού και ριζοσπαστικού κινήματος, για την οργάνωση και ανάπτυξη της πάλης σε αντιμονοπωλιακή, αντικαπιταλιστική κατεύθυνση.
Συχνά υπάρχει το ερώτημα τι μπορεί να αντιτάξει ο λαός απέναντι σε πανίσχυρες συμμαχίες, τα πυραυλικά συστήματά τους, τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, την τεχνητή νοημοσύνη, την κβαντική τεχνολογία, τον κυβερνοπόλεμο και ηλεκτρονικό πόλεμο.
Η σημασία και ο ρόλος της οργάνωσης και της εργατικής – λαϊκής πάλης δεν εξασθενεί ούτε υποβαθμίζεται «όταν μιλούν τα όπλα», αντίθετα γίνεται ακόμα πιο αποφασιστικός γιατί ο ίδιος ο λαός είναι σε τελική ανάλυση εκείνος που τα κρατά στα χέρια του και κατέχει τη γνώση όλης της αλυσίδας παραγωγής τους.
Πολύ περισσότερο, σε συνθήκες ιμπεριαλιστικού πόλεμου επιδεινώνεται η κατάσταση της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, οξύνεται η αντίθεση κεφαλαίου – εργασίας, δημιουργούνται όροι κλιμάκωσης της ταξικής πάλης, κρίσης στις γραμμές του αστικού στρατοπέδου, που καθιστούν καθοριστική τη σημασία της προετοιμασίας και της αναμέτρησης για την εξουσία.
Η πάλη ενάντια στην εμπλοκή στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο μπορεί να δυναμώσει, να αντιστοιχηθεί με τη σημασία των επικίνδυνων εξελίξεων μέσα από την κλιμάκωση της διεθνιστικής πάλης, της αλληλεγγύης για τη διαρκή σύγκρουση με την αστική τάξη και τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς κάθε πλευράς και το δυνάμωμα του αντίπαλου δέους που αναπτύσσει τον αυτοτελή αγώνα του έως την τελική νίκη, την εξουσία και οικονομία στα χέρια του λαού. Στο έδαφός τους, με αποδέσμευση από την ΕΕ, το ΝΑΤΟ και κάθε ιμπεριαλιστική συμμαχία εκείνος θα είναι σε θέση να αναπτύξει ισότιμες διεθνείς, διακρατικές σχέσεις με βάση το αμοιβαίο όφελος και τα λαϊκά συμφέροντα, με συμβολή στην αρχή του τέλους της εκμετάλλευσης και των ιμπεριαλιστικών πολέμων.
Του
Κώστα ΠΑΠΑΔΑΚΗ*
*Ο Κ. Παπαδάκης είναι μέλος της ΚΕ και ευρωβουλευτής του ΚΚΕ



